Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58818 εγγραφές  [0-20]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58808
58809
25822 Αγκάθα

, ής, ές κο-ρα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με κοράκι: (ως ουσ.) τα ~ή (: οικογένεια πτηνών που περιλαμβάνει την καλιακούδα, την καρακάξα, την κουρούνα, την κίσσα κ.ά.). Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: κορακοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ. προεξοχή του οστού της ωμοπλάτης. Βλ. ακρώμιο. [< γαλλ. apophyse coracoïde, αγγλ. coracoid process] [< αρχ. κορακοειδής]

43169"άψυχα όντα"

προ-σω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο άψυχα όντα ή αφηρημένες έννοιες αποκτούν ανθρώπινες ιδιότητες: η ~ του θανάτου στο δημοτικό τραγούδι (βλ. χάρος). Βλ. μεταφορά, παρομοίωση. 2. (μτφ.) πραγμάτωση μιας ιδέας, έννοιας και κυρ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αποτελεί την υλική έκφρασή της, ενσάρκωση: Θεωρείται η ~ της ομορφιάς/του στιλ. 3. δημιουργία ή/και τροποποίηση ενός προγράμματος, μιας υπηρεσίας, εφαρμογής, ώστε να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες ανάγκες, απαιτήσεις ενός ατόμου: ~ καρτών/υπολογιστών. Τεχνικές ~ης για εκπαίδευση από απόσταση. Πβ. εξατομίκευση. Βλ. -ποίηση. [< 1,2: μεσν. προσωποποίησις, γαλλ. personnification, prosopopée 3: αγγλ. personalization]

435-αγορά: β' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην αγορά: κεφαλαι~/κτηματ~/χρηματ~.|| (για τόπο διάθεσης προϊόντων:) Kρεατ~/λαχαν~/ψαρ~.
631-αγωγόςβ' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει 1. αγωγό για τη μεταφορά συνήθ. υγρού ή αερίου: αερ(ι)~/καπν~ (βλ. -δόχος)/πετρελαι~/υδρ~/φωτ~. 2. αυτόν που καθοδηγεί και επιβλέπει: (ο/η) νηπι~/παιδ~/ψυχ~.
647-άδαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. (αφηρ.) κατάσταση ή ιδιότητα: βραχν~/γρηγορ~/ζωηρ~/κρυ~/νοστιμ~/σβελτ~.|| Κιτριν~/κοκκιν~/πρασιν~. 2. (περιληπτ.) συγκεκριμένο αριθμό, σύνολο: μον~/πεντ~/εξ~/επτ~/δεκ~/εικοσ~/εκατοντ~/χιλι~. Πβ. -αριά.|| Εβδομ~. Ομ~. 3. χυμό, κυρ. φρούτων, ή φαγητό: βυσσιν~/λεμον~/μανταριν~/πορτοκαλ~/σουμ~. Μακαρον~/ρεβιθ~/φασολ~. 4. το μέσο, τον τρόπο ή την περίσταση: βαρκ~/ποδηλατ~/στρωματσ~.|| Λιακ~/ρομαντζ~/φεγγαρ~. 5. επέκταση ή διαφοροποίηση σημασίας, συνήθ. σε διαφορετικό υφολογικό επίπεδο: ζαλ~/πουλ~/σχισμ~.
745-άδης & -ιάδης: κατάληξη επωνύμων: Βασιλει-άδης. Γρηγορ-ιάδης. Βλ. ίδης, -ογλου.
748-άδι: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται κυρ. από επίθετα, ουσιαστικά και ρήματα: ασπρ~/γλυκ~/κοκκιν~/μαυρ~. Κροκ~/πετρ~/σκοτ~. Aπολειφ~. Bλ. -άρι.
749-αδιά: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών: παπ~.
831-άδικο(προφ.): επίθημα για την παραγωγή ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει κατάστημα ή γενικότ. τόπο: βενζιν~/δισκ~/κλειδαρ~/μπουγατσ~/ξενυχτ~/ποτ~/ρακ~/ραφτ~/ρολογ~/τσαγκαρ~/τσιπουρ~/τυροπιτ~/φαγ~/φαστφουντ~. Πβ. -ικο1.|| (μειωτ.) Tρελ~.|| (σπανιότ.) Γκαζ~ (= πετρελαιοφόρο).
838-άδικος, η, ο (προφ.): επίθημα για δήλωση ιδιότητας: φωνακλ~/ψαρ~.
859-αδόρος{σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος). 2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~. 3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~. 4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~.
1124-άζ: κατάληξη ουσιαστικών, δάνειων από τη γαλλική: αβαντ~/γκαρ~/κολ~/μασ~/μοντ~.
1141-άζωβλ. -ιάζω
1323-αίικα(λαϊκό): επίθημα για τον σχηματισμό τοπωνυμίων ουδετέρου γένους: Βραχν~/Τσουκαλ~.
1324-αίικο(λαϊκό-συχνά ειρων.): παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν οικογένεια, σόι: Κολοκοτρων~. Μαζεύτηκε όλο το Παναγιωτοπουλ~.
1325-αίικος: παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν προέλευση από έναν τόπο: κερκυρ~/σμυρν~.
1356-αιμία: επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένειες του αίματος: αν~/βακτηρ~/γλυκ~/λευχ~/σηψ~.|| Καθαρο~.
1401-αιναεπίθημα 1. θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά και δηλώνουν ζώο: δράκ~ (δράκος)/λύκ~ (λύκος). Βλ. ινα1. 2. (διαλεκτ.-λαϊκό) ανδρωνυμικών: Γιώργ~/Κώστ~. Βλ. -ού.