στόρι στό-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): υπόθεση έργου, κυρ. ταινίας ή σίριαλ· ιστορία: Ποιο είναι το ~; Βλ. σενάριο. ● ΣΥΜΠΛ.: λαβ στόρι (συχνά ειρων.): ιστορία αγάπης: κλασικό ~ ~. Πβ. ειδύλλιο, ρομάντζο. [< αγγλ. love story]
στόρια στό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. στόρι} & στορ {άκλ.} : σύστημα από παράλληλες και αρθρωτές λωρίδες ή πήχεις στο εξωτερικό ή το εσωτερικό παραθύρου ή πόρτας, οι οποίες συμπτύσσονται ή τυλίγονται προς τα πάνω με ειδικό μηχανισμό, παίζοντας τον ρόλο κουρτίνας ή διαχωριστικού: αντηλιακά/κάθετα/μεταλλικά/ξύλινα/οριζόντια/πλαστικά/υφασμάτινα ~. Ανεβάζω/ανοίγω/κατεβάζω/κλείνω/τραβάω τα ~. Ο ήλιος έμπαινε από τα κατεβασμένα/μισόκλειστα ~. Βενετικά ~ (= περσίδες). Πβ. ρολό. Βλ. παντζούρι, παραπέτασμα, ρόλερ, ρόμαν, τέντα. [< γαλλ. store]
παντζούρι
παντζούριπα-ντζού-ρι ουσ. (ουδ.) & πατζούρι: εξωτερικό κάλυμμα παραθύρουή μπαλκονόπορτας, συνήθ. από ξύλο ή αλουμίνιο, για ασφάλεια και σκίαση: ηλεκτρικά/συρόμενα ~ια. Βλ. ρολό. ΣΥΝ. παραθυρόφυλλο (1) [< τουρκ. pancur]
σενάριο
σενάριο
σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. γραπτό κείμενο που περιέχει την πλοκή και τους διαλόγους ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες: ανατρεπτικό/θεατρικό/ραδιοφωνικό/υποτυπώδες ~. Το ~ της παράστασης. Βραβείο/διαγωνισμός/συγγραφή ~ίου. ~ για κόμικς. Όσκαρ διασκευασμένου/πρωτότυπου ~ίου. ΣΥΝ. σκριπτ (2) 2. (μτφ.) υπόθεση, εκτίμηση που αφορά ενδεχόμενη εξέλιξη· πιθανή εικασία: ακραίο/απίθανο/εναλλακτικό/ευνοϊκό/ευφάνταστο/εφιαλτικό/ιδανικό/καταστροφικό/φιλόδοξο ~. Πολιτικό ~ (πβ. αφήγημα). Μελλοντικά ~α. (Απ)αισιόδοξο ~ (πβ. εκδοχή). Εξετάζονται/ερευνούνται όλα τα πιθανά ~α. Κάτι ακούγεται/θεωρείται/φαντάζει (σαν) ~ επιστημονικής φαντασίας. Δήλωση που πυροδότησε ~α για κλείσιμο της εταιρείας. Φουντώνουν τα ~α ανασχηματισμού/για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τα ~α που κυκλοφορούν ...|| Πλάθουν ~α για τα τεκταινόμενα. Διέψευσε τα ~α. Βλ. τρομο~. Πβ. πιθανολογία. ● Υποκ.: σεναριάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο: ΠΑΙΔΑΓ. περιγραφή μαθησιακού πλαισίου με καθορισμένο γνωστικό αντικείμενο, συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους, παιδαγωγικές αρχές και σχολικές πρακτικές: ~ ~ με χρήση λογισμικού/τεχνολογικών εργαλείων. Σχεδίαση/υλοποίηση ~ού ~ίου. Αξιολόγηση ~ών ~ίων. [< ιταλ. scenario, γαλλ. scénario, 1911. Βλ. αρχ. σκηνή.]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.