Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 31 εγγραφές  [0-20]


  • αγρανάπαυση [ἀγρανάπαυση] α-γρα-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΡΓ. διακοπή για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ετήσιο, της καλλιέργειας ενός αγρού, ώστε να ανακτήσει τη γονιμότητά του ή να περιοριστεί η παραγωγή προϊόντος σε πλεόνασμα· συνεκδ. η αντίστοιχη περίοδος ή (συνήθ. στον πληθ.) ο ίδιος ο αγρός κατά τη διάρκεια αυτής της διακοπής: αναγκαστική/εθελοντική/έκτακτη/κυκλική/μερική/προαιρετική ~. Το χωράφι αφήνεται/βρίσκεται/μένει σε ~. Γαίες που τελούν υπό/τίθενται σε ~.|| Καλλιεργούμενες εκτάσεις και ~αύσεις. Βλ. αμειψισπορά. 2. (μτφ.) κάθε προσωρινή διακοπή έργου, προσπάθειας: απραξία και ~. ~ της συνείδησης. Οι μαθητές βρίσκονται σε θερινή ~. [< γαλλ. jachère]
  • αδέλφωμα [ἀδέλφωμα] α-δέλ-φω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αδέρφωμα 1. ΓΕΩΡΓ. ανάπτυξη δευτερευόντων στελεχών από τη βάση του κεντρικού στελέχους ενός φυτού: ~ αγρωστωδών ζιζανίων/σιταριού. 2. (μτφ.-λαϊκό) αδελφοσύνη.
  • αδελφώνω [ἀδελφώνω] α-δελ-φώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αδέλφω-σε, -θηκε, -μένος} & αδερφώνω 1. συντελώ στη δημιουργία αδελφικών και γενικότ. στενών, αρμονικών δεσμών: Η μουσική ~ει τους λαούς. Ένας κόσμος ~μένος και ειρηνικός. Ενωμένη και ~μένη χώρα. Μονιασμένοι και ~μένοι.|| (μτφ.) Το νερό και η πέτρα ~ονται (: συνυπάρχουν ισόρροπα) στην Ήπειρο. 2. ΓΕΩΡΓ. (για φυτό) βγάζει παραφυάδες: Το καλάμι ~ει γρήγορα.
  • αλώνισμα [ἁλώνισμα] α-λώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {αλωνίσμ-ατος} & αλωνισμός (ο): ΓΕΩΡΓ. διαχωρισμός των σπόρων των σιτηρών από τα στάχυα ή το περίβλημά τους: το ~ του κριθαριού. Η εποχή/οι εργασίες του ~ατος. Μηχανές ~ατος (= αλωνιστικές). Βλ. θερισμός, σπορά.
  • αμπελοκαλλιέργεια [ἀμπελοκαλλιέργεια] α-μπε-λο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια αμπελιού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα αμπέλια που καλλιεργούνται σε αυτές: βιολογική ~. Εδάφη κατάλληλα για ~. Πβ. αμπελουργία.|| Ο περονόσπορος κατέστρεψε τις ~ες. Βλ. -καλλιέργεια.
  • αμπελουργία [ἀμπελουργία] α-μπε-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΡΓ. αμπελοκαλλιέργεια: βιολογική ~. ~-οινοποιία. 2. ΓΕΩΠ. επιστημονική μελέτη του αμπελιού: γενική/ειδική/πρακτική ~. Δενδροκομία/οινολογία και ~. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἀμπελουργία]
  • αναβαθμίδα [ἀναβαθμίδα] α-να-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αναβαθμός. Πβ. βαθμίδα.αναβαθμίδες (οι) 1. ΓΕΩΡΓ. επίπεδες λωρίδες γης που διαμορφώνονται σε πλαγιές, συνήθ. με ξερολιθιά, για διευκόλυνση της καλλιέργειας· πεζούλες. 2. ΓΕΩΛ. γεωλογικοί σχηματισμοί που μοιάζουν με σκαλοπάτια: θαλάσσιες/ποτάμιες ~. [< γαλλ. terrasses] [< μτγν. ἀναβαθμίς ‘σκαλοπάτι’]
  • βαμβακοκαλλιέργεια βαμ-βα-κο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια βαμβακιού· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή οι βαμβακιές που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια. ΣΥΝ. βαμβακοφυτεία
  • βαμβακοφυτεία βαμ-βα-κο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. έκταση όπου καλλιεργείται βαμβάκι. Βλ. -φυτεία. ΣΥΝ. βαμβακοκαλλιέργεια
  • γεωργία γε-ωρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. πρωτογενής τομέας της οικονομίας ο οποίος συνδέεται με τη συστηματική καλλιέργεια της γης για την παραγωγή προϊόντων, με σκοπό την κάλυψη κυρ. διατροφικών αναγκών των ανθρώπου: αρδευόμενη/εντατική/επιστημονική/επιχειρηματική/ολοκληρωμένη/παραδοσιακή/συμβατική/συμβολαιακή ~. Εκ(βιο)μηχάνιση της ~ας. Βλ. αλιεία, δασοπονία, δενδροκομία, κηπουρική, κτηνοτροφία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική/βιώσιμη/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια: ΓΕΩΠ. μέθοδος παραγωγής προϊόντων που αποκλείει ή αποφεύγει τη χρήση συνθετικών ουσιών (φυτοφαρμάκων) και τις γενετικές τροποποιήσεις και ακολουθεί παραδοσιακές γεωργικές πρακτικές (αμειψισπορά) ή σύγχρονες που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον. Πβ. βιο-δυναμική, -καλλιέργεια. Βλ. αειφορία, φυσική καλλιέργεια. [< αγγλ. organic farming] [< αρχ. γεωργία ‘καλλιέργεια, αγροτική εκμετάλλευση’]
  • γεωργικός , ή, ό γε-ωρ-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΡΓ. που σχετίζεται με τη γεωργία: ~ός: εκσυγχρονισμός/οικισμός/πληθυσμός/συνεταιρισμός. ~ή: ανάπτυξη/απόδοση/βιομηχανία/βιοποικιλότητα/δραστηριότητα/εντομολογία/ζώνη/επανάσταση (πβ. νεολιθική ~)/μετεωρολογία/μηχανική/οικονομία/παραγωγή/περιοχή/πολιτική/τεχνολογία/υδραυλική (βλ. άρδευση)/χημεία. ~ό: εισόδημα. ~οί: δασμοί/σύμβουλοι. ~ές: εκμεταλλεύσεις/εκτάσεις/εργασίες/καλλιέργειες. ~ά: απόβλητα/εργαλεία/μηχανήματα/προϊόντα/φάρμακα. ~ και κηπουρικός/φυτοκομικός εξοπλισμός. Πβ. αγροτικός. Βλ. κτηνοτροφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικά φάρμακα βλ. φάρμακο, γεωργικός ελκυστήρας βλ. ελκυστήρας [< αρχ. γεωργικός, αγγλ. agricultural]
  • δενδροκαλλιέργεια δεν-δρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & δεντροκαλλιέργεια: ΓΕΩΡΓ. συστηματική καλλιέργεια δέντρων, κυρ. οπωροφόρων· (συνεκδ. στον πληθ.) τα ίδια τα δέντρα ή οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται. Πβ. δενδρο-κομία, -φυτεία. Βλ. -καλλιέργεια. [< γαλλ. arboriculture]
  • εγγειοβελτίωση [ἐγγειοβελτίωση] εγ-γει-ο-βελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. εφαρμογή αγροτεχνικών έργων και επιστημονικών μεθόδων για τη βελτίωση της απόδοσης του εδάφους με σκοπό την καλλιέργεια και γενικότ. την αξιοποίησή του: ~ και αναδασμός. Επενδύσεις για ~ώσεις. [< αγγλ. land reclamation]
  • εκκόκκιση [ἐκκόκκιση] εκ-κόκ-κι-ση ουσ. (θηλ.) & εκκοκκισμός (ο) (επίσ.): ΓΕΩΡΓ. αφαίρεση σπόρων από φυτό: ~ βαμβακιού. [< γαλλ. égrenage]
  • εκκοκκιστήριο [ἐκκοκκιστήριο] εκ-κοκ-κι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. εργοστάσιο ή μηχανή εκκοκκισμού. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. égrenoir]
  • εκκοκκιστικός , ή, ό [ἐκκοκκιστικός] εκ-κοκ-κι-στι-κός επίθ.: ΓΕΩΡΓ. που έχει σχέση με ή χρησιμεύει για την εκκόκκιση: ~ή: επιχείρηση/μηχανή/περίοδος.
  • θερίζω θε-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {θέρι-σα, θερί-στηκε, -σμένος, θερίζ-οντας} 1. ΓΕΩΡΓ. κόβω, με ειδική μηχανή ή παλαιότ. με δρεπάνι και σε συγκεκριμένο μήνα του χρόνου, φυτά με όρθιους βλαστούς, για να συγκομίσω τους καρπούς τους, να τα κάνω ζωοτροφή ή να κατασκευάσω με αυτά συγκεκριμένα αντικείμενα: ~σαν τη σοδειά/τα σπαρτά/τα στάχυα/τα χόρτα (βλ. αποψιλώνω). ~στηκε το στάρι. ~σμένος: κάμπος (ΑΝΤ. αθέριστος). ~σμένο: καλαμπόκι. ~σμένες: καλλιέργειες. ~σμένα: δημητριακά. Βλ. παρα~.|| (αμτβ.) Τον Ιούνιο ~ουν. Βλ. αλωνίζω, οργώνω. 2. (μτφ.) απολαμβάνω τα θετικά ή δέχομαι τα αρνητικά επακόλουθα των πράξεών μου: Θα ~σουν τους καρπούς των κόπων τους/τις συνέπειες της ανυπακοής τους. Πβ. αποκομίζω, δρέπω.θερίζει (μτφ.) 1. δημιουργεί έντονο αίσθημα κρύου ή πείνας ή προκαλεί διάρροια: (αμτβ.) ~ έξω το κρύο!|| Μας ~σε η πείνα. Κάτι έφαγα και με ~σε (βλ. κόψιμο). 2. προκαλεί ομαδικούς θανάτους ή μαζική καταστροφή· αποδεκατίζει: ~ η ασιτία/το έιτζ (σ)τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (: μαστίζει, σπέρνει τον θάνατο). Πληθυσμοί που ~στηκαν από τις ασθένειες/τις επιδημίες/τη φτώχεια. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω.|| (κατ' επέκτ.) Η ανεργία ~/τα ναρκωτικά ~ουν (σ)τους νέους. Τους ~σε το χαλάζι (: προξένησε εκτεταμένες καταστροφές). ● ΦΡ.: ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις (ΚΔ, παροιμ.): η ανταμοιβή είναι ανάλογη των πράξεων. ΣΥΝ. όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς), όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος [< 1: αρχ. θερίζω]
  • θέρισμα θέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. θερισμός. Βλ. αλώνισμα. [< μεσν. θέρισμα]
  • θερισμός θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΡΓ. κόψιμο σιτηρών ή χόρτων και συγκομιδή καρπών· συνεκδ. η χρονική περίοδος των εργασιών αυτών: ~ του γκαζόν/των δημητριακών/του σταριού. Ιούνιος, ο μήνας του ~ού (= ο Θεριστής). Πβ. θέρος1. Βλ. αλώνισμα, -ισμός, όργωμα, παρα~, σπορά. ΣΥΝ. θέρισμα [< αρχ. θερισμός]
  • καπνοκαλλιέργεια κα-πνο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια καπνού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα καπνά που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια, καπνοφυτεία.

αειφορία

αειφορία [ἀειφορία] α-ει-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. αρχή και μοντέλο διαχείρισης όλων των φυσικών οικοσυστημάτων και των ανανεώσιμων φυσικών πόρων που επιδιώκει να εναρμονίσει την ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας σε όλους τους τομείς με την προστασία του περιβάλλοντος, βάσει ενός μακροπρόθεσμου, ολιστικού και διεπιστημονικού σχεδιασμού· βιωσιμότητα: κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική ~. ~ και ποιότητα ζωής. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος/αξιοβίωτη ανάπτυξη. Βλ. διατηρησιμότητα. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.) διαρκής ανάπτυξη: λογοτεχνική ~. Βλ. -φορία. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων βλ. κάρπωση [< αγγλ. sustainability, 1972]

αλιεία

αλιεία [ἁλιεία] α-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) δραστηριότητα που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση του ζωικού και φυτικού πλούτου της θάλασσας, ψάρεμα: βιομηχανική/διεθνής/εμπορική/επαγγελματική/θαλάσσια/λαθραία (= λαθρ~)/παράκτια/παράνομη/πελαγική/υπερπόντια/υποβρύχια ~. ~ ανοιχτής θάλασσας/εσωτερικών υδάτων (: σε ποταμούς και λίμνες). ~ γαύρου/μαργαριταριών/οστρακοειδών/σφουγγαριών (: σπογγ~). ~ βυθού/επιφανείας. Άδεια/απαγόρευση/ζώνη/προϊόντα ~ας. Πβ. αλίευση, ψαρική. Βλ. γεωργία, κτηνοτροφία, κυνήγι, ναρκ~, υπερ~. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συστηματική αναζήτηση και συγκέντρωση ή προσέλκυση: ~ ψήφων. Πβ. άγρα, κυνήγι, συλλογή. [< αρχ. ἁλιεία]

αλωνίζω

αλωνίζω [ἁλωνίζω] α-λω-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αλώνι-σα, -στηκε, -σμένος, αλωνίζ-οντας} 1. διαχωρίζω τους σπόρους των σιτηρών από τα στάχυα, συνήθ. με αλωνιστική μηχανή: ~αν το κριθάρι με τα ζώα. Βλ. θερ-, λιχν-ίζω, οργώνω, σπέρνω. 2. (μτφ.) περιφέρομαι εδώ και εκεί, τριγυρίζω: Πού ~ες χθες όλη μέρα; ~ει την Ευρώπη/τις θάλασσες/τις ταβέρνες. ~ει στα κανάλια (= πηγαίνει από το ένα στο άλλο). Η φωτορεπόρτερ ~σε (= όργωσε) όλη την Ελλάδα. 3. (μτφ.) δρω αυθαίρετα, ανεξέλεγκτα: ~ουν ανενόχλητα/ασύδοτα/ελεύθερα. ~σαν οι διαρρήκτες τις μέρες των γιορτών. Πβ. οργιάζω. [< μτγν. ἁλωνίζω]

αλώνισμα

αλώνισμα [ἁλώνισμα] α-λώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {αλωνίσμ-ατος} & αλωνισμός (ο): ΓΕΩΡΓ. διαχωρισμός των σπόρων των σιτηρών από τα στάχυα ή το περίβλημά τους: το ~ του κριθαριού. Η εποχή/οι εργασίες του ~ατος. Μηχανές ~ατος (= αλωνιστικές). Βλ. θερισμός, σπορά.

αμειψισπορά

αμειψισπορά [ἀμειψισπορά] α-μει-ψι-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια στο ίδιο έδαφος διαφορετικών κάθε χρόνο φυτών με διαδοχική σειρά, το καθένα από τα οποία ξαναφυτεύεται ύστερα από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: διετής/τριετής ~. ~ές με σιτηρά/ψυχανθή. Η βιολογική γεωργία βασίζεται στην ~. Εφαρμόζεται υποχρεωτική ~ (= εναλλαγή καλλιεργειών) για τη βελτίωση της παραγόμενης σοδειάς. Βλ. αγρανάπαυση, μονο-, πολυ-, συγ-καλλιέργεια. [< γαλλ. assolement, rotation des cultures]

άνεμος

άνεμος [ἄνεμος] ά-νε-μος ουσ. (αρσ.) {ανέμ-ου | άνεμοι (λαϊκότ.-λογοτ.) ανέμοι, -ων, -ους} 1. μάζα ατμοσφαιρικού αέρα η οποία κινείται συνήθ. παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης με συγκεκριμένη κατεύθυνση: ανατολικός/βόρειος (= βοριάς)/δυτικός/νότιος (= νοτιάς) ~. Αιγαιοπελαγίτικος/απαλός/δροσερός/ευνοϊκός (= ούριος)/ζεστός/μανιασμένος/ξηρός/υγρός/ψυχρός ~. (ΜΕΤΕΩΡ.) Γεωστροφικός ~. Η βοή/δύναμη/πνοή του ~ου. Αντίθετοι/ασθενείς/δυνατοί/ήπιοι/θυελλώδεις/μέτριοι/σφοδροί ~οι. Ξέσπασε/σηκώθηκε/φύσηξε ισχυρός ~. ~ και βροχή (= ανεμοβρόχι). Ο ~ δυνάμωσε/κόπασε/λυσσομανάει/μαίνεται/μουγκρίζει/ουρλιάζει. Ο ~ παρέσυρε/πήρε/σάρωσε/σήκωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πνέει ~ έντασης 8 μποφόρ. Ο ~ άλλαξε διεύθυνση/πορεία. Εξασθενούν σταδιακά οι ~οι. Ενίσχυση/ισχύς/μανία/σφοδρότητα των ~ων. Βλ. αέρας, αντιανέμιος, βαρδάρης, γαρμπής, γρέγος, μαΐστρος, μελτέμι, μουσώνας, λεβάντες, λίβας, όστρια, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. 2. (+ γεν.) (μτφ.) τάση, κλίμα, δυναμική: επαναστατικός/νέος ~. Πνέει/φύσηξε ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης/εκσυγχρονισμού/ελευθερίας. Πβ. αύρα, ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου (μτφ.): για πολύ γρήγορο δρομέα ή ιστιοπλόο., ηλιακός άνεμος: ΓΕΩΦ. ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπονται συνεχώς από το ηλιακό στέμμα λόγω υπερθέρμανσης του ήλιου. [< αγγλ. solar wind, 1958] , αληγείς (άνεμοι) βλ. αληγής, αναβατικός άνεμος βλ. αναβατικός, θερμικός άνεμος βλ. θερμικός, καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης, ούριος άνεμος βλ. ούριος, πλάγιος άνεμος βλ. πλάγιος, ριπή (του) ανέμου βλ. ριπή ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες & έσπειρες ανέμους, θα θερίσεις θύελλες (παροιμ.): η υποδαύλιση της έχθρας και της διχόνοιας οδηγεί τελικά σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα., όπου φυσά(ει) ο άνεμος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άτομο που αλλάζει τις πεποιθήσεις του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν: Είναι πάντα με την εξουσία. ~ ~, δηλαδή., περί ανέμων και υδάτων: γενικά και αόριστα: Κουβεντιάσαμε/μιλούσαμε/συζητούσαμε ~ ~., ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; (προφ.): (για κάποιον που δεν τον περιμέναμε) για ποιο λόγο ήρθες εδώ;, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο: πολύ γρήγορα: Έφυγε/όρμηξε/πέρασε ~ ~. Είναι γρήγορος/τρέχει ~ ~. Πβ. σίφουνας., σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: σε διάφορες κατευθύνσεις: Η οικογένεια χώρισε και σκορπίστηκε ~ ~., φτερό στον άνεμο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που παρασύρεται από τους άλλους, δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του, άγεται και φέρεται: Είμαι/νιώθω ~ ~ (= ευάλωτος). Είναι/κατάντησε ~ ~ των αυθαιρεσιών (πβ. έρμαιο).|| Οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες έκαναν το αεροπλάνο να μοιάζει ~ ~., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα [< αρχ. ἄνεμος, γαλλ. vent, αγγλ. wind]

ελκυστήρας

ελκυστήρας [ἑλκυστήρας] ελ-κυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανοκίνητο όχημα ειδικά σχεδιασμένο για να έλκει ή να θέτει σε κίνηση εργαλεία, μηχανές ή ρυμουλκούμενα: δασικός/ερπυστριοφόρος/οδικός ~. Πβ. ρυμουλκό, τράκτορας. Βλ. αν~, επικαθήμενο, -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικός ελκυστήρας: τρακτέρ. [< αρχ. ἑλκυστήρ ‘εμβρυουλκός’, γαλλ. tracteur]

θερισμός

θερισμός θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΡΓ. κόψιμο σιτηρών ή χόρτων και συγκομιδή καρπών· συνεκδ. η χρονική περίοδος των εργασιών αυτών: ~ του γκαζόν/των δημητριακών/του σταριού. Ιούνιος, ο μήνας του ~ού (= ο Θεριστής). Πβ. θέρος1. Βλ. αλώνισμα, -ισμός, όργωμα, παρα~, σπορά. ΣΥΝ. θέρισμα [< αρχ. θερισμός]

-καλλιέργεια

-καλλιέργεια β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. συστηματική καλλιέργεια έκτασης και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή το σύνολο των φυτών που καλλιεργούνται σε αυτές: αμπελο~/βαμβακο~/ελαιο~/καπνο~/πατατο~/ρυζο~/σιτο~. Δενδρο-καλλιέργειες. Βλ. -παραγωγή.|| (μέθοδο:) Βιο~/μονο~/πολυ~.|| (τόπο:) Αγρο~. 2. εκτροφή σε ειδικές εγκαταστάσεις ψαριών ή θαλασσινών: θαλασσο~/ιχθυο~/οστρακο~/οστρεο~. Πβ. -κομία, -τροφία. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εργαστηριακή εξέταση ή τεχνική: αιματο~.|| Ιστο~/κυτταρο~.

κτηνοτροφικός

κτηνοτροφικός, ή, ό κτη-νο-τρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κτηνοτροφία: ~ός: κλάδος/συνεταιρισμός. ~ή: δραστηριότητα/εκμετάλλευση/ζώνη/μονάδα/παραγωγή. ~ές: εγκαταστάσεις/εκτάσεις (= βοσκότοποι)/επιχειρήσεις. ~ά: είδη/προϊόντα (π.χ. κρέας, μαλλί, γάλα και γαλακτοκομικά)/φυτά (: κατάλληλα για ζωοτροφή, π.χ. βίκος, τριφύλλι, σανός· πβ. χορτονομή). Πβ. ζωοτροφικός. Βλ. πτηνο-, χοιρο-τροφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κτηνοτροφικό πάρκο: κτηνοτροφική περιοχή οργανωμένη με βάση χωροταξική μελέτη η οποία προβλέπει τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών και την οριοθέτηση συγκεκριμένου αριθμού εκτάσεων για την κτηνοτροφία.

-ουργία

-ουργία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση συγκεκριμένης τέχνης, επαγγελματικής δραστηριότητας ή τεχνικού τομέα: ταπητ~/υφαντ~.|| Ξυλ~ (πβ. ξυλουργική).|| Μεταλλ~/σιδηρ~.

-τήριο

-τήριο {-τηρίου | -τηρίων} (λόγ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται κυρ. από ρήματα και δηλώνουν 1. χώρο (εργασίας), επιχείρηση: εκθε~/εργασ~ (πβ. -τήρι). Γυμνασ~/εκπαιδευ~/φροντισ~. Σιδερω~/στεγνω~/ωριμαντ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αναχωρη~/ασκη~/ερημη~/ησυχασ~. 2. όργανο, συσκευή, μηχάνημα: αριθμη~.|| Τηλεχειρισ~.|| Ξηραντ~/πλυν~. 3. έγγραφο, έντυπο με συγκεκριμένη λειτουργία: αγγελ~/ειδοποιη~/μισθω~.|| Προσκλη~.

φάρμακο

φάρμακο φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) {φαρμάκ-ου | -ων} 1. ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. χημικό παρασκεύασμα με θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες, το οποίο χρησιμοποιείται για την ανακούφιση ή αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών ή παθήσεων του οργανισμού: αντιβιοτικό/δραστικό/εικονικό (πβ. πλασέμπο, ψευδο~)/ηρεμιστικό/υγρό (: σε υγρή μορφή)/φυσικό ~. Αναλγητικά (: παυσίπονα)/αντιγριπικά/αντικαταθλιπτικά/βιολογικά/γενόσημα/καταπραϋντικά/κτηνιατρικά/μαλακτικά/ομοιοπαθητικά/υπνωτικά/φυτικά ~α. Βιομηχανία/συνταγολόγιο ~ων. ~α ευρείας κυκλοφορίας. Νέο ~ κατά της νόσου του Πάρκινσον. Εμβόλια και ~α κατά των ιών. Αντοχή στα ~α (βλ. φαρμακοανθεκτικός). Εθνικός Οργανισμός ~ων (ακρ. ΕΟΦ). Πβ. γιατρικό, δισκίο, ταμπλέτα, χάπι. Βλ. παραφάρμακα, ραδιο~, ψυχοφάρμακα. 2. (μτφ.) καθετί που απαλλάσσει από δυσάρεστη κατάσταση: Το ~ για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ... Βλ. πανάκεια. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε κάνει καλό, συμβάλλει στην ανθρώπινη υγεία: Η άσκηση είναι το καλύτερο ~. Πβ. βάλσαμο. 4. χημική ουσία για τον καθαρισμό ταπήτων, υφασμάτων και την απολύμανση χώρων: οικολογικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικά φάρμακα: ΓΕΩΠ. φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών των φυτών ή για την προστασία τους από μικροοργανισμούς. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-κτόνο, φυτοφάρμακο., μη συνταγογραφούμενα φάρμακα βλ. συνταγογραφούμενος, ορφανό φάρμακο βλ. ορφανός [< 1,2: αρχ. φάρμακον, γαλλ. médicine, αγγλ. medicine, medicament]

-φυτεία

-φυτεία: η λέξη φυτεία ως β΄ συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών: αμπελο~/βαμβακο~/δενδρο~/ελαιο~/καπνο~/μπανανο~.|| Χασισο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.