Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 86 εγγραφές  [0-20]


  • αεροβικός , ή, ό [ἀεροβικός] α-ε-ρο-βι-κός επίθ. & αεροβιακός: ΓΥΜΝ. που επιτυγχάνει την οξυγόνωση του οργανισμού και κατ' επέκτ. τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης: ~ή: προπόνηση. ~ές: ασκήσεις. ~ά: αθλήματα. ● Ουσ.: αεροβική (η): γυμναστική που γίνεται με γρήγορες, έντονες, συνήθ. χορευτικές κινήσεις, συνοδεία μουσικής: πρόγραμμα ~ής. Βλ. σουηδική γυμναστική, στεπ, στρέτσινγκ. ΣΥΝ. αεροβίωση (1), αερόμπικ [< αμερικ. aerobics, 1967, γαλλ. aérobic, 1981] [< αγγλ. aerobic]
  • αεροβίωση [ἀεροβίωση] α-ε-ρο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. (επίσ.) αεροβική, αερόμπικ. 2. ΒΙΟΛ. διαβίωση σε οξυγονούχο περιβάλλον. 3. ΒΙΟΛ. εργαστηριακή μετάλλαξη αναερόβιων οργανισμών σε αερόβιους. [< 2,3: αγγλ. aerobiosis, γαλλ. aérobiose, 1920]
  • αεροπερπατητής [ἀεροπερπατητής] α-ε-ρο-περ-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής με το οποίο ο αθλούμενος έχει την αίσθηση ότι περπατά στον αέρα, γυμνάζοντας ταυτόχρονα τον πάνω και τον κάτω κορμό. Βλ. ελλειπτικό. [< αγγλ. air walker]
  • αλτήρες [ἁλτῆρες] αλ-τή-ρες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. αλτήρας} 1. ΓΥΜΝ. όργανα γυμναστικής που αποτελούνται από μικρή μεταλλική ράβδο, συνήθ. με ειδική πλαστική λαβή στο κέντρο της, πάνω στην οποία προσαρμόζονται δίσκοι βάρους: ~ με μεταβαλλόμενα/σταθερά κιλά. Πβ. βαράκι1, μπάρα. Βλ. άρση βαρών. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθινα ή μολύβδινα βάρη που κρατούσε ο άλτης κατά την εκτέλεση του άλματος, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα του. ● Υποκ.: αλτηράκι (το): ~ δύο κιλών. [< αρχ. ἁλτῆρες, γαλλ. haltères, αγγλ. (h)alteres]
  • ανάκαμψη [ἀνάκαμψη] α-νά-καμ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακάμπτω: (ΟΙΚΟΝ.) δυναμική/θεαματική/οικονομική/φυσική ~. ~ του Γενικού Δείκτη (του Χρηματιστηρίου)/των επενδύσεων. (για νομισματικές μονάδες:) ~ του δολαρίου έναντι του ευρώ. Ενδείξεις/περίοδος ~ης. Σε φάση ~ης. Κλάδος που παρουσιάζει/σημειώνει ~. Προβλέπεται να (επ)ακουλουθήσει/επέλθει ~.|| ~ του ασθενούς (πβ. ανάνηψη, ανάρρωση).|| (Αγωνιστική) ~ της ομάδας. ΣΥΝ. βελτίωση, καλυτέρευση 2. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία τα χέρια τοποθετούνται με τα δάχτυλα πλεγμένα στη βάση του κεφαλιού (στην ινιακή χώρα). Βλ. κάμψεις. [< αρχ. ἀνάκαμψις, γαλλ. redressement, αγγλ. recovery]
  • ανακυβίστηση [ἀνακυβίστηση] α-να-κυ-βί-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. ανάποδη τούμπα. Βλ. κωλοτούμπα.
  • ανάκυψη [ἀνάκυψη] α-νά-κυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. επαναφορά του σώματος σε όρθια θέση μετά από επίκυψη. 2. (μτφ.-λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακύπτει: ~ διαφορών/σημαντικών προβλημάτων. Πβ. εμφάνιση, παρουσίαση.
  • ανάπαυση [ἀνάπαυση] α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ξεκούραση· κατ' επέκτ. ύπνος: εβδομαδιαία/ημερήσια/μεσημεριανή (βλ. σιέστα)/σύντομη/υποχρεωτική ~. Άδεια (βλ. ρεπό)/ώρες ~ης. (σε ταξίδι:) Στάση για ~, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. Ο γιατρός συνέστησε απόλυτη ~ (στο κρεβάτι). Πβ. αναπαμός, ανάπαυλα, ριλάξ. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ηρεμία, γαλήνη, μακαριότητα, συνήθ. μετά θάνατον: μνημόσυνο υπέρ ~αύσεως των ψυχών. Η ψυχή του βρήκε ~. 3. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. στάση χαλάρωσης στρατιώτη, αστυνομικού ή γυμναζόμενου και το αντίστοιχο παράγγελμα: σε στάση ~ης. ~-προσοχή! Στέκομαι ~. Βλ. ημι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια ανάπαυση: ΕΚΚΛΗΣ. (για νεκρό) παντοτινή μακαριότητα· κατ' επέκτ. η μεταθανάτια ζωή: ~ ~ της ψυχής. Βρήκε την/έφυγε για την ~ ~. Πβ. αιώνιος ύπνος., οδός αναπαύσεως (σπάν.-λόγ.): το νεκροταφείο (συχνά ονομάζεται έτσι και ο δρόμος που οδηγεί προς το κοιμητήριο)., τόπος αναπαύσεως: ΕΚΚΛΗΣ. το κοιμητήριο ή ο παράδεισος ή γενικότ. το μέρος όπου βρίσκει κανείς την εσωτερική γαλήνη. [< 1,2: αρχ. ἀνάπαυσις 3: γαλλ. repos]
  • αναπήδηση [ἀναπήδηση] α-να-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) αναπήδημα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπηδώ: ~ της μπάλας (πβ. γκελ).|| (ΓΥΜΝ.) ~ήσεις με τεντωμένα γόνατα/σε τραμπολίνο. Πβ. άλμα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ (= εκτίναξη) των τιμών. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπήδηση συχνότητας: ΤΗΛΕΠ. επαναλαμβανόμενη αλλαγή συχνοτήτων κατά την εκπομπή ραδιοσημάτων κατά τρόπο, ώστε να ελαττώνεται η επίδραση των παρεμβολών μεταξύ διαφόρων ασύρματων τεχνολογιών: προσαρμοστική ~ ~. [< αγγλ. frequency hopping] [< αρχ. ἀναπήδησις, γαλλ. rebondissement]
  • ανάταση [ἀνάταση] α-νά-τα-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξύψωση: αγωνιστική/εθνική/ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~ του ανθρώπου. ~ ενός κινήματος. Πβ. έξαρση, μεταρσίωση. 2. ανύψωση· (ΓΥΜΝ.) άσκηση με τα χέρια τεντωμένα πάνω από το κεφάλι με τις παλάμες αντικριστά: || Σε θέση ~ης. Κάμψεις και ~άσεις. Βλ. ημι~, έκταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχική ανάταση: ψυχική ευφορία: Αισθάνομαι/νιώθω ~ ~. ● ΦΡ.: με ανάταση του χεριού (/των χεριών) & (λόγ.) δι΄ανατάσεως της χειρός (/των χειρών) (επίσ.): φανερή ψηφοφορία με ανύψωση του χεριού: Η εκλογή έγινε ~ ~. [< αρχ. ἀνάτασις, γαλλ. élévation]
  • ανόργανος , η, ο [ἀνόργανος] α-νόρ-γα-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. που δεν περιέχει άνθρακα: ~ος: φώσφορος (: σε τροφές). ~ο: άζωτο (: σε λιπάσματα)/οξύ. ~οι: ρύποι. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Τα ~α στοιχεία/συστατικά των τροφίμων (π.χ. σίδηρος, ασβέστιο, μαγνήσιο, ιχνοστοιχεία).|| (κατ' επέκτ.) ~α: χρώματα. ΑΝΤ. οργανικός (3) 2. ΟΙΚΟΛ. που δεν συγκαταλέγεται στους ζωντανούς οργανισμούς οικοσυστήματος στο νερό, το έδαφος ή την ατμόσφαιρα: ~η: ύλη/φύση. ~ο: περιβάλλον. Πβ. αβιοτικός. ΑΝΤ. οργανικός (1) 3. ΟΙΚΟΛ. που παράγεται βιομηχανικά, δεν είναι δηλ. φυτικής ή ζωικής προέλευσης: ~α: απορρίμματα (: από πλαστικό, γυαλί ή μέταλλο)/προϊόντα. ~η θρέψη των φυτών μέσω λιπασμάτων. ΑΝΤ. οργανικός (4) 4. ΟΙΚΟΝ. που δεν σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία επιχείρησης: ~η: ζημία. ~α: έξοδα/κέρδη. Έκτακτα και ~α έσοδα (π.χ. από επενδύσεις). ΑΝΤ. οργανικός (6) 5. ΓΥΜΝ. που γίνεται χωρίς ειδικά όργανα: ~η: γυμναστική. ΑΝΤ. ενόργανος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία βλ. χημεία [< μτγν. ἀνόργανος, γαλλ. inorganique, αγγλ. inorganic]
  • απαγωγή [ἀπαγωγή] α-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. παράνομη αρπαγή και κράτηση ενός προσώπου, συνήθ. με σκοπό να ζητηθούν ανταλλάγματα για την απελευθέρωσή του: ~ ανηλίκων/επιχειρηματία για λύτρα. ~ με τη βία. Έπεσε θύμα ~ής. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) συλλογιστική πορεία η οποία, με βάση μια γενική αρχή, οδηγείται στην εξαγωγή ειδικότερων συμπερασμάτων. Πβ. παραγωγή. ΑΝΤ. επαγωγή (1) 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά περιττών, επιβλαβών ή άχρηστων στοιχείων, συνήθ. αερίων παραγόμενων από χημική αντίδραση, μακριά από το χώρο συγκέντρωσής τους: ~ ακάθαρτων υδάτων και λυμάτων/θερμότητας/καυσαερίων. Αγωγός/στόμιο ~ής. Πβ. παροχέτευση. 4. κίνηση απομάκρυνσης άκρου από τον κορμό: (ΦΥΣΙΟΛ.) ~ του βραχίονα/ποδιού.|| (ΓΥΜΝ.) Tα χέρια σε ~ (: ορθή γωνία με το σώμα). Πβ. έκταση. ΑΝΤ. προσαγωγή (2) 5. ΙΑΤΡ. μέθοδος καταγραφής του ηλεκτρικού δυναμικού του καρδιακού μυός: διπολική/μονοπολική/θωρακική ή προκάρδιος ~. Βλ. ηλεκτροκαρδιογράφημα. ● ΦΡ.: εις άτοπο(ν) απαγωγή βλ. άτοπο [< 1: μτγν. ἀπαγωγή 2: αρχ. ~, αγγλ. apagoge 4: αρχ. ~, γαλλ. abduction]
  • άσκηση [ἄσκηση] ά-σκη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική δραστηριότητα, σύνολο κινήσεων, ενεργειών για την απόκτηση ή ανάπτυξη δεξιοτήτων: (ΑΘΛ.) αερόβια/εναλλακτική/έντονη/επίπονη/κοπιαστική/σωματική/φυσιοθεραπευτική ~. Φυσική ~ (: για ενδυνάμωση των μυών ή διατήρηση του σώματος σε φόρμα) για άτομα με ειδικές ανάγκες/εγκύους. ~ήσεις ρυθμικής γυμναστικής/χαλάρωσης. ~ήσεις στην μπάρα. Όργανα/πρόγραμμα/στρώμα ~ήσεων. Πβ. άθληση, εκγύμναση, εξ~. Βλ. προ~, προπόνηση, σπορ.|| ~ αυτογνωσίας/μνήμης/υπομονής. Πνευματική ~ (βλ. καλλιέργεια, μόρφωση). 2. δοκιμασία, εφαρμογή και έλεγχος στην πράξη γνώσεων και τεχνικών που έχει διδαχθεί κάποιος: άλυτη/γραπτή/διδακτική/δύσκολη/επαναληπτική/εργαστηριακή/(ΙΑΤΡ.) κλινική/λυμένη/μαθηματική/προφορική ~. ~ ορθογραφίας/ορθοφωνίας/συμπλήρωσης κενού/χημείας. Ανάθεση/εκφώνηση/παράδοση ~ης. Βιωματικές/γλωσσικές ~ήσεις. ~ήσεις επί χάρτου. Διορθώνω/λύνω ~ήσεις. Τετράδιο ~ήσεων-εργασιών. Πβ. εξέταση, πρόβλημα, τεστ.|| Δοκιμαστική/επαγγελματική ~. Δικηγορική ~ (: υποχρεωτική πρακτική πτυχιούχου νομικής).|| ~ήσεις στο πιάνο (βλ. παίξιμο).|| Αντιτρομοκρατική ~. ~ διάσωσης/επιβίωσης/πυρκαγιάς/σεισμού.|| (ΣΤΡΑΤ.) Διακλαδική/ναυτική/στρατιωτική ~. ~ήσεις βολής/ετοιμότητας/συναγερμού. Βλ. εκπαίδευση, εν~, προ~. 3. {χωρ. πληθ.} επιβολή, χρήση, εφαρμογή: ~ βίας/ελέγχου/εξουσίας/επιρροής/κριτικής/(οικονομικής) πίεσης.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγής/αναίρεσης/αρμοδιοτήτων/(της) γονικής μέριμνας/εκλογικού δικαιώματος/ένδικων μέσων/έφεσης/καθηκόντων/ποινικής δίωξης. 4. επαγγελματική ενασχόληση: ~ της δικηγορίας/ιατρικής. 5. ΕΚΚΛΗΣ. συνειδητή, εκούσια αποχή από υλικές απολαύσεις, με σκοπό την πνευματική ολοκλήρωση: ~ μοναχού/πιστού. ~ και διαλογισμός/προσευχή. Πβ. ασκητισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ασκήσεις ακριβείας: συγχρονισμένες ασκήσεις., ασκήσεις εδάφους: ΓΥΜΝ. αγώνισμα της ενόργανης γυμναστικής, στο οποίο ο αθλητής εκτελεί το πρόγραμμά του στο δάπεδο: ~ ~ ανδρών/γυναικών. [< αγγλ. floor exercise, 1961] , άσκηση επαγγέλματος (επίσ.): εκτέλεση εργασίας για την οποία απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις και δικαιολογητικά: ελεύθερη/παράνομη ~ ~. Άδεια/απαγόρευση/δικαίωμα ~ης ~., πρακτική άσκηση & πρακτική εξάσκηση: θητεία σε πραγματικές συνθήκες εργασίας για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας ή/και άδειας ασκήσεως επαγγέλματος: προαιρετική/υποχρεωτική ~ ~. ~ ~ πτυχιούχου/σπουδαστή/φοιτητή. ~ ~ στο εξωτερικό. Πβ. πρακτική. [< αγγλ. on-the-job-training] , άσκηση προσομοίωσης βλ. προσομοίωση, πεδίο ασκήσεων βλ. πεδίο ● ΦΡ.: κατά την άσκηση: κατά την εκτέλεση, τη διενέργεια: ~ ~ των καθηκόντων του. [< γαλλ. dans l'exercice de ] [< αρχ. ἄσκησις, γαλλ. exercice, αγγλ. exercise]
  • ατενής , ής, ές [ἀτενής] α-τε-νής επίθ. {ατεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που προσηλώνεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο: ~ές: βλέμμα.|| (ΜΗΧΑΝ.) Άκαµπτοι και ~είς βραχίονες (: που δεν στρέφονται). ● επίρρ.: ατενώς [-ῶς] 1. επίμονα: Κοιταζόντουσαν ~. Πβ. ασκαρδαμυκτί. 2. ΓΥΜΝ. παράγγελμα για επάνοδο σε στάση προσοχής. [< αρχ. ἀτενής]
  • βαράκι1 βα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΓΥΜΝ. {συνήθ. στον πληθ.} όργανο με το οποίο γυμνάζονται οι μύες των χεριών και των ποδιών, μικρό και όχι πολύ βαρύ, που αποτελείται από οριζόντια ράβδο με μία σφαίρα ή/και έναν δίσκο στην κάθε άκρη της: ασκήσεις/πρόγραμμα με ~ια. Κάνω ~ια. Πβ. αλτήρες, βάρη. 2. βαρίδι: νήμα με ~. Βλ. αλφάδι, εκκρεμές.
  • βύθιση βύ-θι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βυθίζω: ~ σωμάτων στο νερό (= βούτηγμα, βύθισμα). Πβ. κατα~, κατάδυση, πόντιση. 2. μετακίνηση προς τα κάτω, κάλυψη επιφάνειας από υγρό στοιχείο, κυρ. νερό: ~ δρόμου/οδοστρώματος/πλοίου (= βούλιαγμα, ναυάγιο).|| (ΓΕΩΛ.) ~ της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την ευρασιατική. Πβ. καθίζηση, καταποντισμός. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά του βάρους του αυτοκινήτου προς τα εμπρός ή προς τα πίσω κατά την απότομη επιβράδυνση ή επιτάχυνση: ταχύτητα ~ης. Βλ. αντι~. 4. (μτφ.) πτώση, κατάρρευση: κοινωνική/οικονομική ~. ~ του Χρηματιστηρίου. Πβ. βουτιά, φουντάρισμα.βυθίσεις (οι): ΓΥΜΝ. ασκήσεις εκγύμνασης των τρικέφαλων: ~ και έλξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: βύθιση τάσης: ΗΛΕΚΤΡ. μικρής διάρκειας μείωση της τάσης ηλεκτρικού ρεύματος: ~ ~ λόγω σφαλμάτων στο δίκτυο της ΔΕΗ. ΑΝΤ. υπέρταση (2) [< μεσν. βύθισις]
  • γέφυρα γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.) {γεφυρ-ών} 1. κατασκευή που συνδέει περιοχές, οι οποίες χωρίζονται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια (ποταμούς, διώρυγες, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές) και δημιουργεί πέρασμα για πεζούς και οχήματα: ανισόπεδη/κινητή/κρεμαστή (βλ. αερο~)/μεταλλική/ξύλινη/περιστρεφόμενη/πέτρινη (πβ. γεφύρι)/πλωτή/σιδηροδρομική/σταθερή/τοξωτή ~. ~ διάβασης/μεταφοράς/σήμανσης (: περνάει πάνω από αυτοκινητόδρομο και φέρει οδικές πινακίδες). ~ από σκυρόδεμα. Η ~ (ζεύξης) Ρίου-Αντιρρίου. ~ες και σήραγγες. Βλ. κοιλαδο~, οδο~, πεζο~, υδατο~.|| ~ φόρτωσης (φορτηγών πλοίων) Πβ. γερανο~.|| (μτφ.) Η ~ της ομορφιάς (= πασαρέλα). 2. (μτφ.) μέσο επαφής, σύνδεσης: ~ ειρήνης/πολιτισμού/συνεργασίας/σωτηρίας/φιλίας. Ενεργειακή ~ μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η κυβέρνηση ρίχνει ~ για συναινετική λύση. Στήνουμε/χτίζουμε ~ες εμπιστοσύνης. 3. ΙΑΤΡ. προσθετική κατασκευή (σταθερή ή κινητή) για αναπλήρωση ενός ή περισσότερων δοντιών, η οποία υποστηρίζεται από τα διπλανά φυσικά ή τεχνητά δόντια ή τις ρίζες: οδοντική ~. Βλ. στεφάνη. 4. ΝΑΥΤ. υπερυψωμένη πλατφόρμα, συνήθ. πάνω από το κατάστρωμα, όπου στεγάζεται ο θάλαμος διακυβέρνησης μηχανοκίνητου σκάφους: ~ ναυσιπλοΐας. Αξιωματικός ~ας. Ο πλοίαρχος βρίσκεται στη ~. 5. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία το σώμα από ύπτια θέση παίρνει τοξοειδές σχήμα, στηριζόμενο στις παλάμες και τα πέλματα: Κάνω ~. 6. ΜΟΥΣ. σταθερό υποστήριγμα που ανασηκώνει ελαφρά τις χορδές μουσικού οργάνου, ώστε να είναι τεντωμένες. ΣΥΝ. καβαλάρης (2) 7. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή για τη μέτρηση ηλεκτρικών μεγεθών (αντιστάσεων, συχνοτήτων): κύκλωμα ~ας. Βλ. γαλβανόμετρο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής που συνδέει μεταξύ τους δύο δίκτυα του ίδιου ή διαφορετικού πρωτοκόλλου: ~ δικτύου. 9. (μτφ.) μεταβατικό κομμάτι (μουσικό, σχολιαστικό, διαλογικό), το οποίο συνδέει τα μέρη ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού συνήθ. προγράμματος: μουσική ~. 10. ΑΝΑΤ. τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους που ενώνει τον προμήκη μυελό με τον μεσεγκέφαλο· γενικότ. τμήμα ιστού που συνδέει δύο μέρη ενός οργάνου. ● Υποκ.: γεφυράκι (το), γεφυρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γέφυρα επικοινωνίας (μτφ.): μέσο που διευκολύνει την επικοινωνία: ~ ~ και γνωριμίας. Η γλώσσα της μουσικής ως ~ ~ μεταξύ των λαών. Το διαδίκτυο είναι η ~ ~ των νέων. ~ ~ με τον απανταχού Ελληνισμό. Έχει κόψει κάθε ~ ~ μαζί τους., καλωδιωτή γέφυρα: που αποτελείται από έναν ή περισσότερους πυλώνες, οι οποίοι στηρίζουν με καλώδια το οδόστρωμα., φυσική γέφυρα: ΓΕΩΜΟΡΦ. τοξοειδής σχηματισμός από βράχο ή κομμάτι γης που ενώνει δύο περιοχές. ● ΦΡ.: κόβει/γκρεμίζει τις γέφυρες (μτφ.): διακόπτει κάθε επαφή, επικοινωνία: ~ ~ με το παρελθόν. ~ουν ~ του διαλόγου/της συνεννόησης. Πβ. κόβω (τους) δεσμούς. [< αρχ. γέφυρα, γαλλ. pont, αγγλ. bridge]
  • γονάτισμα γο-νά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {γονατίσμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γονατίζω: (ΓΥΜΝ.) σκύψιμο, ~, βαθύ κάθισμα.|| ~ατα (= γονυκλισίες) και σταυροκοπήματα.|| ~ στην εξουσία/στους ισχυρούς. Πβ. υποταγή.|| (μτφ.) Οικονομικό ~. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, καταπόνηση. [< μεσν. γονάτισμα]
  • γυμναστική γυ-μνα-στι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. σύνολο ασκήσεων οι οποίες αποσκοπούν στην αρμονική ανάπτυξη, την ενδυνάμωση και τον συντονισμό του σώματος, τη βελτίωση των ικανοτήτων του και τη διατήρηση της φυσικής κατάστασης· (κατ' επέκτ., στο σχολείο) το αντίστοιχο μάθημα: αεροβική/εναλλακτική (βλ. γιόγκα)/εντατική/ήπια/θεραπευτική/παιδαγωγική ~. ~ εδάφους. Πρωινή/συστηματική ~. ~ για τα πόδια/τα χέρια. Ασκήσεις/είδη (: στρώμα, μπάλες, βαράκια, λάστιχα)/όργανα (: διάδρομος, ποδήλατο, πάγκος, ελλειπτικό, εργόμετρο, κωπηλατικό, στεπ)/φόρμα ~ής. Κάνω ~ (= γυμνάζομαι). Μπαίνω σε πρόγραμμα ~ής. Βλ. άθληση, μπόντι-μπίλντινγκ.|| Η ώρα της ~ής. Καθηγητής ~ής. ΣΥΝ. φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή. 2. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Γ) ολυμπιακό άθλημα στο οποίο ο αθλητής με το σώμα του ή και με τη χρήση οργάνων επιδίδεται σε μια σειρά ασκήσεων, στις οποίες συνήθ. συνυπάρχει το τεχνικό και το καλλιτεχνικό μέρος: τα αθλήματα της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροβατική γυμναστική βλ. ακροβατικός, ενόργανη (γυμναστική) βλ. ενόργανος, επαναστατική γυμναστική βλ. επαναστατικός, παθητική γυμναστική βλ. παθητικός, ρυθμική (γυμναστική) βλ. ρυθμικός, σουηδική γυμναστική βλ. σουηδικός [< αρχ. γυμναστική (τέχνη), γαλλ. gymnastique, αγγλ. gymnastic(s)]
  • διάδρομος δι-ά-δρο-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -όμου} 1. μακρόστενος χώρος που ενώνει τα δωμάτια ενός οικοδομήματος ή επιτρέπει τη διέλευση και πρόσβαση σε άλλο σημείο (συνήθ. στο εσωτερικό των μέσων μεταφοράς)· συνεκδ. το στενόμακρο χαλί που τον καλύπτει: μακρύς/σκοτεινός/φαρδύς ~. Δαιδαλώδεις ~οι. Ο κεντρικός ~ του κτιρίου. Ο ~ του θεάτρου. Συζητήσεις στους ~όμους της Βουλής/του υπουργείου (: με ανεπίσημο και εμπιστευτικό χαρακτήρα). Ο ~ οδηγεί στα υπνοδωμάτια. Πβ. οφίς. Βλ. -δρομος, χολ.|| (για θέση στο αεροπλάνο:) ~ο ή παράθυρο;|| Έστρωσαν καινούργιο ~ο. 2. πίστα προσγείωσης και απογείωσης αεροσκαφών. Βλ. αερο~. 3. (κατ' επέκτ.) μακρόστενη κατασκευή που κατευθύνει και περιορίζει την πορεία κινούμενου συνήθ. εξαρτήματος: ~ καλωδίων. Ο ~ του κουρτινόξυλου. Ράφια με ~όμους. Πβ. σιδηρόδρομος. 4. (μτφ.) στενή γεωγραφική έκταση που διευκολύνει την επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ κρατών ή αποτελεί διέξοδο μιας περιοχής σε μια άλλη: εμπορικός/ενεργειακός/θαλάσσιος ~. Οδικός ~ διασύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις βαλκανικές χώρες. 5. ΑΘΛ. (κυρ. στον στίβο) μία από τις παράλληλες ζώνες όπου κινούνται οι αθλητές ή οι κολυμβητές. Πβ. διαδρομή, κουλουάρ. 6. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο αγωγών μέσω των οποίων γίνεται η διακίνηση της πληροφορίας μεταξύ του επεξεργαστή και των περιφερειακών του μονάδων: ~ δεδομένων και μονάδα ελέγχου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστικός διάδρομος: συγκεκριμένη διαδρομή σε εμπόλεμη ζώνη που έχει συμφωνηθεί από τα αντιμαχόμενα μέρη για τη διαφυγή του άμαχου πληθυσμού και για τη μεταφορά από ανθρωπιστικές οργανώσεις τροφίμων και φαρμάκων. [< αγγλ. humanitarian corridor] , κυλιόμενος διάδρομος 1. κινούμενος ιμάντας μεταφοράς: ~ ~ αεροδρομίου. ~οι ~οι και σκάλες. 2. ΓΥΜΝ. & διάδρομος: όργανο γυμναστικής με ρυθμιζόμενη ταχύτητα για βάδισμα ή τρέξιμο. [< γαλλ. trottoir roulant, 1900] [< μτγν. διάδρομος ‘πέρασμα’, γαλλ. corridor 2,5: γαλλ. couloir 6: αγγλ. bus, 1930]

άθληση

άθληση [ἄθληση] ά-θλη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. ενασχόληση με τον αθλητισμό, με ένα ή περισσότερα αθλήματα, γυμναστική: αεροβική/ομαδική/σχολική/σωματική/τακτική ~. ~ για όλους/στην ύπαιθρο/στη φύση. ~ και αναψυχή/υγεία/ψυχαγωγία. Ιατρική (= αθλητιατρική)/κέντρα/χώροι ~ης. Η καθημερινή ~ συμβάλλει στη μακροζωία. Πβ. εκγύμναση, γύμνασμα. 2. (μτφ.-λόγ.) επίπονη διανοητική και ψυχική κυρ. προσπάθεια ή δοκιμασία για την επίτευξη ορισμένου στόχου: ηθική ~. Η επιστημονική έρευνα/καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια συνεχής πνευματική ~. [< μτγν. ἄθλησις]

ακροβατικός

ακροβατικός, ή, ό [ἀκροβατικός] α-κρο-βα-τι-κός επίθ.: (κυριολ. κ. μτφ.) που σχετίζεται με την ακροβασία ή/και τον ακροβάτη: ~ός: θίασος. ~ή: βουτιά/επίδειξη/παράσταση/ποδηλασία/πτήση (: επικίνδυνοι ελιγμοί με αεροπλάνο). ~ό: θέαμα/σμήνος/σόου. ~ές: ασκήσεις/φιγούρες. ~ά: κόλπα/νούμερα.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική. ~οί: συλλογισμοί. ● Ουσ.: ακροβατικά (τα): η ακροβασία και γενικότ. κάθε παράτολμη ή επικίνδυνη ενέργεια που γίνεται για εντυπωσιασμό ή επίδειξη: εναέρια/εντυπωσιακά/περίτεχνα ~. Έκανε/εκτελούσε με επιδεξιότητα ~ ακριβείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροβατική γυμναστική: ΑΘΛ. ομαδικό μη ολυμπιακό άθλημα της γυμναστικής, το οποίο περιλαμβάνει ακροβατικές ασκήσεις (ασκήσεις ισορροπίας ή/και πετάγματα στον αέρα) που εκτελούνται με τη συνοδεία μουσικής. [< γαλλ. gymnastique acrobatique] [< μτγν. ἀκροβατικός 'για ανυψωτικό μηχάνημα', γαλλ. acrobatique, αγγλ. acrobatic]

αλφάδι

αλφάδι [ἀλφάδι] αλ-φά-δι ουσ. (ουδ.) {αλφαδιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τον έλεγχο της οριζοντιότητας ή καθετότητας ενός επιπέδου ή μιας ευθείας: μαγνητικό ~. Ηλεκτρονικό ~ με λέιζερ. ~ με φυσαλίδα. ~ αλουμινίου/μαραγκού. ~ αυτόματης ισοστάθμισης. Βλ. νήμα της στάθμης. ΣΥΝ. αεροστάθμη, στάθμη (4) 2. (μτφ., ως επίθ.) απόλυτα ευθύς, ίσιος: χωρίστρα ~. Ο δρόμος είναι ~.|| (αργκό) ~ ο τύπος (= ειλικρινής, ντόμπρος). (ως επίρρ.) Τα είπε όλα ~ (: στα ίσια). ● ΣΥΜΠΛ.: χέρι/πόδι αλφάδι & χέρι/πόδι-αλφάδι (προφ.-μτφ.): ΑΘΛ. (για μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή αντίστοιχα) που σουτάρει με μεγάλη ευστοχία και ακρίβεια: Έχει ~ ~. Με ~ ~ σκόραρε εναντίον της ... [< μεσν. αλφάδιον]

άρση

άρση [ἄρση] άρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-επίσ.) παύση της ισχύος, ακύρωση, κατάργηση: μερική/ολική ~ (των κυρώσεων). Οριστική/προσωρινή ~ (των μέτρων). ~ της απαγόρευσης/της απόφασης/του ασύλου/του βέτο/του εμπάργκο/των εμποδίων (πβ. υπέρβαση)/του περιορισμού. Συζήτηση για την ~ της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Πβ. ανάκληση, διακοπή. 2. (λόγ.) ανύψωση. 3. ΜΟΥΣ. -ΦΙΛΟΛ. το ασθενές τμήμα κατά τη ρυθμική ανάγνωση μουσικού κομματιού· η άτονη συλλαβή του μετρικού ποδός. ΑΝΤ. θέση (11) ● ΣΥΜΠΛ.: άρση βαρών: ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα κατά το οποίο οι αθλητές καλούνται να σηκώσουν μια σιδερένια μπάρα με μεταλλικούς δίσκους ποικίλου βάρους προσαρμοσμένους στα άκρα της· άσκηση για την εκγύμναση αθλητών ή αθλουμένων. Βλ. αρασέ, ζετέ.|| Δυναμική ~ ~ (: των Ειδικών Ολυμπιακών Αγώνων). ~ ~ σε πάγκο (: των Παραολυμπιακών Αγώνων). [< αγγλ. weight lifting] , άρση (του) απορρήτου βλ. απόρρητο [< 1,2: αρχ. ἄρσις, γαλλ. levée 3: levé]

άτοπο

άτοπο [ἄτοπο] ά-το-πο ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) παράλογος ή ανάρμοστος λόγος ή πράξη, ατόπημα: Παραδέχτηκαν το ~ της ενέργειάς τους. Πβ. ατοπία. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) οτιδήποτε εμπεριέχει λογική αντίφαση ή αντιτίθεται σε κάτι αληθές: το ~ ενός επιχειρήματος/μιας θεωρίας. ● ΦΡ.: εις άτοπο(ν) απαγωγή (λόγ.) & απαγωγή σε άτοπο: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. λογική μέθοδος που αποδεικνύει την αλήθεια μιας πρότασης, δείχνοντας ότι η αντίθετή της οδηγεί σε λογική αντίφαση ή εσφαλμένο συμπέρασμα: απόδειξη με την ~ ~. [< γαλλ. démonstration par l'absurde] [< αρχ. ἄτοπον]

γαλβανόμετρο

γαλβανόμετρο γαλ-βα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ασθενών ηλεκτρικών ρευμάτων και τάσεων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. galvanomètre]

-δρομος

-δρομος {-δρομου (λόγ.) -δρόμου | -δρομων (λόγ.) -δρόμων, -δρομους (λόγ.) -δρόμους}: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά σε δρόμο: αυτοκινητό~/λεωφορειό~/μονό~/πεζό~/ποδηλατό~. Σιδηρό~/τροχιό~.|| Aσφαλτό~/καρό~/χωματό~.|| Ταινιό~.

εκπαίδευση

εκπαίδευση [ἐκπαίδευση] εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΑΙΔΑΓ. συστηματική, οργανωμένη και χρονικά καθορισμένη διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, αξιών, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, η οποία υλοποιείται από την Πολιτεία ή άλλους φορείς: γλωσσική/δημόσια (δωρεάν)/δίγλωσση/ελληνόγλωσση/ιδιωτική/συμπεριληπτική/φροντιστηριακή (πβ. παραπαιδεία) ~. Εγκύκλια ~. Υποχρεωτική (: νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο) και μη υποχρεωτική (: λύκειο) ~. Ανώτατη (: ακαδημαϊκή, πανεπιστημιακή) και ανώτερη (: τεχνολογική) ~. (Προ)σχολική ~. Προ-/μετα-πτυχιακή ~. Κοινωνιολογία της ~ης. Σύμβουλος ~ης (= σχολικός σύμβουλος). Οι νέες τεχνολογίες στην ~. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ~ης. Πβ. παιδεία. Βλ. μετ~, συν~, τηλ~. 2. (κατ' επέκτ.) κατάρτιση: επαγγελματική ~. Συνεχής ~ (προσωπικού/υπαλλήλων). Βλ. Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., αυτο~, (εξ)ειδίκευση, επιμόρφωση. 3. άσκηση: αθλητική ~. Λαμβάνω θεωρητική (πχ. ως υποψήφιος οδηγός)/ταχύρυθμη (βλ. σεμινάριο) ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Βασική ~ (: στα ΚΕΝ). ~ στα όπλα.|| ~ σκύλων (= εκγύμναση). Βλ. προ~. 4. αγωγή, γαλούχηση, διαπαιδαγώγηση: ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/την υγεία. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη εκπαίδευση/μάθηση & (σπάν.) ανεπίσημη εκπαίδευση/μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που πραγματοποιείται μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες και την προσωπική αναζήτηση του ατόμου. [< αγγλ. informal education/learning] , δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση: το Γυμνάσιο και το Λύκειο, η βαθμίδα της εκπαίδευσης μεταξύ της πρωτοβάθμιας και της τριτοβάθμιας: δημόσια/ιδιωτική ~ ~., διά βίου μάθηση/εκπαίδευση: που συντελείται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής και καλύπτει όλα τα είδη και επίπεδα της τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Βλ. Λαϊκό Πανεπιστήμιο, συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση. [< αγγλ. lifelong learning, 1930, lifelong education] , εκπαίδευση ενηλίκων: κάθε οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία με την οποία το ενήλικο άτομο αναπτύσσει τις ικανότητές του, εμπλουτίζει τις γνώσεις του, βελτιώνει τα προσόντα του, με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη: άτυπη ~ ~. Γενική γραμματεία ~ης ~ (ακρ. ΓΓΕΕ). ~ ~ μεταναστών στην ελληνική γλώσσα. Η ~ ~ συμβάλλει στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Πβ. συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αγγλ. adult education, 1814] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση & διδασκαλία/μάθηση/σπουδές εξ αποστάσεως/από απόσταση: που γίνεται χωρίς φυσική παρουσία στον ίδιο χώρο διδασκόντων και διδασκομένων και βασίζεται στην επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, όπως το διαδίκτυο. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τηλεκατάρτιση. ΣΥΝ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθηση [< αγγλ. distance education, distance learning, 1972] , επίσημη/τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που παρέχεται μέσα από ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα σπουδών και εκτείνεται σε τρεις βαθμίδες. Βλ. πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια εκπαίδευση. [< αγγλ. formal education] , ηλεκτρονική εκπαίδευση: σύγχρονη μέθοδος εκμάθησης από απόσταση που βασίζεται σε ηλεκτρονικά μέσα: (α)σύγχρονη ~ ~. ~ ~ των ατόμων με ειδικές ανάγκες/των εργαζομένων στη χρήση των νεώτερων τεχνολογιών (πβ. τηλε-κατάρτιση, -µάθηση). Μοντέλο/περιβάλλον/πλατφόρμα/πρόγραμμα/σύστημα/υπηρεσίες ~ής ~ης. ~ ~ και χρήση πολυμέσων. Πβ. τηλεκπαίδευση. Βλ. κινητή μάθηση. [< αγγλ electronic/e- learning, e-education] , μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη και παρέχει συμπληρωματικές γνώσεις και δεξιότητες. Βλ. περιβαλλοντική εκπαίδευση. [< αγγλ. non-formal education] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση & στοιχειώδης: το Δημοτικό Σχολείο., συνεχιζόμενη εκπαίδευση: επιμορφωτικά προγράμματα, που απευθύνονται κυρ. σε επαγγελματίες, για τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο του ενδιαφέροντός τους: ~ ~ και κατάρτιση (ακρ. ΣΕΚ). ~ ~ και διά βίου μάθηση. Πβ. εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. continuing education, 1927, further education, 1937] , τριτοβάθμια εκπαίδευση: η ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: εισαγωγή στην ~ ~. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ., ανοιχτή εκπαίδευση βλ. ανοιχτός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση, βασική εκπαίδευση βλ. βασικός, διαπολιτισμική εκπαίδευση βλ. διαπολιτισμικός, ειδική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αγωγή, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων βλ. νεοσύλλεκτος, περιβαλλοντική εκπαίδευση βλ. περιβαλλοντικός, τεχνική εκπαίδευση βλ. τεχνικός [< γαλλ. éducation, αγγλ. education]

ενόργανος

ενόργανος, η, ο [ἐνόργανος] ε-νόρ-γα-νος επίθ. 1. που γίνεται με ειδικά όργανα. 2. ΒΙΟΛ.-ΧΗΜ. οργανικός: ~ή: ύλη (ΑΝΤ. ανόργανη). ● ΣΥΜΠΛ.: ενόργανη (γυμναστική): ΑΘΛ. άθλημα που εκτελείται με όργανα γυμναστικής: ~ ~ ανδρών (βλ. ασκήσεις εδάφους, πλάγιος ίππος, κρίκοι, άλμα ίππου, μονόζυγο, δίζυγο)/γυναικών (βλ. ασύμμετροι ζυγοί, δοκός). Χρυσός Ολυμπιονίκης στην ~ ~. Βλ. ρυθμική γυμναστική. ΑΝΤ. ανόργανος (5), ενόργανη ανάλυση: ΧΗΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση δειγμάτων με χρήση χημικών οργάνων., ενόργανη μουσική: ΜΟΥΣ. που συντίθεται μόνο για μουσικά όργανα και όχι για φωνές. ΣΥΝ. οργανική/ορχηστρική μουσική. ΑΝΤ. φωνητική μουσική. [< γαλλ. instrumental]

επαναστατικός

επαναστατικός, ή, ό [ἐπαναστατικός] ε-πα-να-στα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την επανάσταση: ~ός: αγώνας/στρατός. ~ή: βία/δράση/κυβέρνηση/οργάνωση/σκέψη. ~ό: κίνημα/συμβούλιο. ~οί: πυρήνες. ~ές: Αρχές. ~ά: συνθήματα/τραγούδια. Βλ. αντ~, μετ~, προ~.|| ~ά: στοιχεία (= ανυπότακτοι, απείθαρχοι, ατίθασοι). 2. πρωτοποριακός, νεωτεριστικός, ριζοσπαστικός: ~ός: θεσμός/τρόπος (ζωής). ~ή: έρευνα/θεωρία/μέθοδος (θεραπείας). ~ό: μηχάνημα/προϊόν. ~ές: αλλαγές/ιδέες. ~ά: μυαλά/ρεύματα. Πβ. ανατρεπτικός, ρηξικέλευθος. ● επίρρ.: επαναστατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επαναστατική γυμναστική (ειρων.): χαρακτηρισμός της τάσης συνδικαλιστικών οργανώσεων, συνήθ. αριστερών, να οργανώνουν συγκεντρώσεις, πορείες, απεργίες χωρίς σοβαρό -όπως πιστεύεται από μερικούς- λόγο. [< μεσν. επαναστατικός, γαλλ. révolutionnaire]

ηλεκτροκαρδιογράφημα

ηλεκτροκαρδιογράφημα [ἠλεκτροκαρδιογράφημα] η-λε-κτρο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (συντομ. ΗΚΓ): ΙΑΤΡ. καρδιογράφημα. [< γαλλ. électrocardiogramme, 1916, αγγλ. electrocardiogram, 1904]

καλλιέργεια

καλλιέργεια καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {καλλιεργει-ών} 1. σύνολο αγροτικών εργασιών που αποσκοπούν στην προετοιμασία του εδάφους για σπορά και, μετά το φύτρωμα των φυτών, στη σωστή ανάπτυξή τους, με σκοπό την καλύτερη δυνατή συγκομιδή: (μέθοδοι/τεχνικές ~ας:) αρδευόμενη (/ποτιστική)/ξηρή (/ξερική) ~. Εκτατική/ενδιάμεση/εντατική/μηχανική (βλ. εκμηχάνιση)/συμβατική ~. Δευτερεύουσες/κύριες ~ες. Εναλλασσόμενες (= αμειψισπορά· βλ. αγρανάπαυση)/μόνιμες ~ες. Βλ. μονο~, πολυ~, συγ~.|| ~ του αγρού/της γης/του κήπου.|| Υπαίθρια ~ ή ~ σε θερμοκήπιο (βλ. υπό κάλυψη). Η ~ της ελιάς (= ελαιο~). ~ βαμβακιού (= βαμβακο~)/λαχανικών/μανιταριών/μεταλλαγμένων (πβ. παραγωγή). Βλ. -καλλιέργεια. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξη ορισμένης πνευματικής ή συναισθηματικής ιδιότητας ή κατάστασης: αισθητική/γλωσσική/ψυχική ~ (βλ. αυτο~). ~ του γούστου/της κρίσης/της μνήμης/του νου/της φαντασίας. ~ των γραμμάτων/της μουσικής/των τεχνών (πβ. ενασχόληση, εντρύφηση, επίδοση).|| ~ προτύπων.|| ~ (κλίματος) μίσους/φόβου (βλ. συντήρηση, υπόθαλψη). 3. {χωρ. πληθ.} (κατ' επέκτ.) παιδεία, μόρφωση: άνθρωπος με/χωρίς ~ (= καλλιεργημένος/ακαλλιέργητος). 4. εκτροφή: ~ μυδιών/πέστροφας/στρειδιών (= οστρεο~). Βλ. ιχθυο~, υδατο~.|| ~ μαργαριταριών. 5. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εργαστηριακή ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός βιολογικού υλικού (μικροοργανισμών, κυττάρων, ιστών) πάνω σε ειδικό θρεπτικό υλικό, για επιστημονικούς ή διαγνωστικούς σκοπούς: (ως έρευνα:) ~ βακτηριδίων/ιών/μυκήτων.|| (ως εξέταση:) Αρνητική/θετική ~. ~ αίματος/κολπικού υγρού/κοπράνων/ούρων (= ουρο~)/πτυέλων. Βλ. ανα~, ιστο~, κυτταρο~.καλλιέργειες (οι): εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται φυτά και συνεκδ. τα ίδια τα φυτά: αγροτικές (= αγρο~)/γενετικά τροποποιημένες/γεωργικές/δασικές/εμπορικές/θερμοκηπιακές ~. ~ οπωροφόρων (= οπωρο~, οπωρώνες). Άρδευση ~ών. Η παγωνιά έκαψε τις ~. Πβ. περιβόλι, φυτεία, χωράφι. Βλ. λίπασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσική καλλιέργεια: ΓΕΩΠ. γεωργική μέθοδος στην οποία δεν χρησιμοποιούνται λιπάσματα και φυτοφάρμακα και δεν γίνεται κατεργασία της γης. [< αγγλ. natural farming] , βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες βλ. φυτό [< 1: μεσν. καλλιέργεια 2-5: γαλλ. culture]

κωλοτούμπα

κωλοτούμπα κω-λο-τού-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. τούμπα που γίνεται με τα χέρια στο έδαφος και με σκύψιμο του σώματος και του κεφαλιού. ΣΥΝ. κυβίστηση 2. (μτφ.) ενέργεια ή δήλωση αναίρεσης προηγούμενης θέσης, άποψης ή στάσης (ως ένδειξη ασυνέπειας): πολιτικές ~ες. Βλ. αναποδογύρισμα.

παθητικός

παθητικός, ή, ό πα-θη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν συμμετέχει ενεργά, δεν αντιδρά, δεν αντιστέκεται· (για συμπεριφορά) που φανερώνει υποχωρητικότητα ή/και αδράνεια: ~ός: ακροατής/αναγνώστης/δέκτης (της πραγματικότητας)/θεατής/παρατηρητής. ~οί: καταναλωτές/πολίτες. Πβ. αδρανής. ΑΝΤ. δραστήριος.|| ~ή: αντιμετώπιση/αποδοχή (της κατάστασης)/πολιτική (μη παρέμβασης)/στάση/συμμετοχή. (ΑΘΛ.) ~ό: παιχνίδι (: αμυντικό). ΑΝΤ. αντιδραστικός (1), ενεργητικός (1), ενεργός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την παθητική φωνή ή την παθητική διάθεση: ~ός: αόριστος/μέλλοντας/παρακείμενος. ~ή: μετοχή/σύνταξη. ~οί: ρηματικοί τύποι. Βλ. μεσο~. ΑΝΤ. ενεργητικός (4) 3. (επιστ.) που επηρεάζεται ή προκαλείται από εξωτερικό παράγοντα, που αποτελεί τον αποδέκτη μιας ενέργειας ή/και δεν διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο σε διαδικασία: (ΙΑΤΡ.) ~ή: ανοσία ή ανοσοποίηση (: με τη χορήγηση έτοιμων αντισωμάτων)/συμφόρηση ή υπεραιμία. Βλ. νευρο~, συμ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: δορυφόρος (: δεν φέρει ενεργούς πομπούς). ~ή: κεραία (= δέκτης). ~ό: σύστημα (θέρμανσης/ψύξης)/κύκλωμα/φίλτρο (: για προστασία από απότομες αλλαγές τάσης).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: λεξιλόγιο (: το σύνολο των λέξεων που γνωρίζει και κατανοεί κάποιος, αλλά δεν χρησιμοποιεί στην καθημερινή του ομιλία). ~οί: αρθρωτές (δόντια, ουρανίσκος).|| ~ά: μέτρα (π.χ. κοινωνικής προστασίας, όπως επίδομα ανεργίας). Βλ. τηλε~. ΑΝΤ. ενεργητικός (1) 4. ΟΙΚΟΝ. ελλειμματικός: ~ό: εμπορικό ισοζύγιο. Πβ. χρεωστικός. ΑΝΤ. ενεργητικός (2), πιστωτικός, πλεονασματικός (1) 5. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (για μέταλλο) ανθεκτικό στη διάβρωση, ως αποτέλεσμα παθητικοποίησης. 6. που χαρακτηρίζεται από πάθος: ~ό: τάνγκο/φιλί. Πβ. παθιάρικος, παθιασμένος. ● επίρρ.: παθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητικά ηλιακά συστήματα: ΤΕΧΝΟΛ. κατάλληλα σχεδιασμένα και συνδυασμένα δομικά στοιχεία κτιρίου, που αξιοποιούν την ηλιακή ενέργεια για θέρμανση, δροσισμό και φωτισμό με φυσικό τρόπο: βιοκλιματική αρχιτεκτονική και ~ ~. Βλ. ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα, θερμομόνωση., παθητικά στοιχεία: ΗΛΕΚΤΡ. στοιχεία ηλεκτρικού κυκλώματος που καταναλώνουν, αλλά δεν παράγουν ενέργεια. Βλ. αντιστάτης, δίοδος, πηνίο, πυκνωτής, συσσωρευτής. ΑΝΤ. ενεργητικά στοιχεία [< αγγλ. passive elements, 1965] , παθητική γυμναστική: ΓΥΜΝ. που γίνεται χωρίς συμβατική άσκηση, με τη μέθοδο της ηλεκτροθεραπείας ή θερμοθεραπείας: μηχανήματα/όργανα ~ής ~ής (βλ. ηλεκτροδιεγέρτης, πλατφόρμα δόνησης). [< αγγλ. passive exercise] , παθητική διάθεση: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία ρημάτων που δηλώνουν ότι το υποκείμενο παθαίνει κάτι (π.χ. "διανέμεται", "πουλιέται"). Βλ. ενεργητική, μέση, ουδέτερη διάθεση., παθητική δωροδοκία: ΝΟΜ. δωροληψία., παθητική φωνή: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία στην οποία ανήκουν όλα τα ρήματα με κατάληξη -μαι στο α' ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα (π.χ. ντύνομαι, χτυπιέμαι). Βλ. ενεργητική φωνή., παθητικός (ομοφυλόφιλος): που έχει τον ρόλο της γυναίκας στο ομοφυλοφιλικό σεξ μεταξύ ανδρών. ΑΝΤ. ενεργητικός (ομοφυλόφιλος) [< γαλλ. homosexuel passif, αγγλ. passive homosexual, 1916] , παθητική αεράμυνα βλ. αεράμυνα, παθητική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, παθητική ευθανασία βλ. ευθανασία, παθητική κίνηση βλ. κίνηση, παθητική μάθηση βλ. μάθηση, παθητική μεταφορά βλ. μεταφορά, παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια βλ. πυροπροστασία, παθητική/ενεργητική αντίσταση βλ. αντίσταση, παθητικό κάπνισμα βλ. κάπνισμα, παθητικός καπνιστής βλ. καπνιστής, καπνίστρια [< αρχ. παθητικός ‘που υφίσταται κάτι, υποφέρει’, γαλλ. passif, αγγλ. passive 2: μτγν. ~ 6: γαλλ. pathétique]

πεδίο

πεδίο πε-δί-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος, περιοχή όπου αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα ή που παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: αναρριχητικό/στρατιωτικό ~. Το ~ της μάχης (πβ. μέτωπο).|| (ΦΥΣ.) Βαρυτικό/δυναμικό/ηλεκτρικό/ηλεκτροστατικό/(ηλεκτρο)μαγνητικό ~. Κβαντική Θεωρία ~ου.|| (ΓΕΩΦ.) Γεωθερμικό ~.|| (ΜΑΘ.) Διακριτό/διανυσματικό/τανυστικό ~. Το ~ ορισμού μιας συνάρτησης.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξιλογικό/σημασιολογικό ~ (: ομάδα σημασιολογικά συγγενών λέξεων). 2. τομέας ανθρώπινης δραστηριότητας: γεωπολιτικό/ιατρικό ~. Κατάταξη Σχολών σε επιστημονικά ~α (: 1ο: ανθρωπιστικές, νομικές και κοινωνικές επιστήμες. 2ο: θετικές και τεχνολογικές επιστήμες. 3ο: επιστήμες υγείας και ζωής. 4ο: επιστήμες της εκπαίδευσης. 5ο: επιστήμες Οικονομίας και πληροφορική). Εξελίξεις στο διπλωματικό ~. Γνωστικά (= κλάδοι· π.χ. φυσική, ιστορία, μαθηματικά)/θεματικά ~α (= κατηγορίες). Έχει (ένα) ευρύ/περιορισμένο ~ (= σφαίρα) ενδιαφερόντων. Θέματα που καλύπτουν (ένα) τεράστιο ~ (= φάσμα) έρευνας/εφαρμογής. 3. ΠΛΗΡΟΦ. οριοθετημένο τμήμα πίνακα ή σελίδας όπου γίνεται εγγραφή στοιχείων: εισαγωγή/προσθήκη νέου ~ου. Προαιρετικά/υποχρεωτικά (συνήθ. με αστερίσκο) ~α (: ως προς τη συμπλήρωσή τους). Αυτόματη ενημέρωση ~ων. Στο ~ "Όνομα" γράφετε το επώνυμό σας. Βλ. κελί, στήλη. 4. (σπάν.-λόγ.) πεδιάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: έρευνα/μελέτη πεδίου: ΣΤΑΤΙΣΤ. που διεξάγεται σε φυσικό περιβάλλον, υπό πραγματικές συνθήκες και με προσωπικές συνεντεύξεις (σε αντιδιαστολή με την έρευνα που γίνεται στα εργαστήρια): ~ ~ με ερωτηματολόγιο., οπτικό πεδίο: ΟΠΤ. το εύρος του χώρου το οποίο μπορεί να δει κάποιος με γυμνό μάτι ή με οπτικό όργανο και το οποίο υπολογίζεται σε μοίρες: περιορισμένο ~ ~. Το ~ ~ κάμερας/τηλεσκοπίου/φακού.|| (προφ.) Μην μπαίνεις μπροστά, γιατί μου κλείνεις/περιορίζεις το ~ ~ (= δεν μπορώ να δω). [< γαλλ. champ visuel] , πεδίο ασκήσεων: ΣΤΡΑΤ. περιοχή όπου ασκούνται ή εκπαιδεύονται στρατιωτικές μονάδες., πεδίο βολής: ΣΤΡΑΤ. αυστηρά οριοθετημένη περιοχή στην οποία εκτελούνται βολές. [< γαλλ. champ de tir] , πεδίο δοκιμών: περιοχή κατάλληλη για τη διεξαγωγή δοκιμών, πειραμάτων, για παρατήρηση ή άσκηση: ~ ~ νέων όπλων/τεχνολογιών., πεδίο δράσης: τομέας, χώρος δραστηριοποίησης: Επεκτείνεται συνέχεια το ~ ~ του. [< γαλλ. champ d'action] , πεδίο μάχης: χώρος όπου εκτυλίσσονται συγκρούσεις ή έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ (ομάδων) ατόμων: Το κέντρο της πόλης θύμιζε ~ ~. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ~ ~ κατά τη διάρκεια της πορείας. Πβ. ρινγκ. [< γαλλ. champ de bataille] , βάθος πεδίου βλ. βάθος, δυναμικό πεδίο βλ. δυναμικός, ηλεκτρικό πεδίο βλ. ηλεκτρικός, Ηλύσια Πεδία βλ. ηλύσιος, πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος ● ΦΡ.: (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού [< 1,2: γαλλ. champ 3: αγγλ. field, 1946, 4: αρχ. πεδίον]

προσομοίωση

προσομοίωση προ-σο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): αναπαραγωγή των πραγματικών συνθηκών ενός φαινομένου ή μιας διαδικασίας για ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, συνήθ. με ειδικό λογισμικό: ~ ατυχήματος (πβ. κρας τεστ)/πτήσης. Μοντέλο/παιχνίδια ~ης. ~ώσεις πειραμάτων φυσικής. Αριθμητικές ~ώσεις κλιματικών/μετεωρολογικών παραμέτρων. Πβ. εξομοίωση. Βλ. μοντελοποίηση, τηλεπαρουσία. ● ΣΥΜΠΛ.: άσκηση προσομοίωσης: που συντελεί σε προετοιμασία για την αντιμετώπιση μιας πραγματικής κατάστασης με ρεαλιστική αναπαράσταση των στοιχείων της: γραπτές/εργαστηριακές/προφορικές ~ήσεις ~. Στρατιωτικές ~ήσεις ~ επιθέσεων. ~ ~ αστροναυτών. Βλ. εικονική πραγματικότητα. || ΟΙΚΟΝ.: ~ ~ ακραίων καταστάσεων. [< αγγλ. stress test(ing)] [< γαλλ.-αγγλ. simulation]

ρυθμικός

ρυθμικός, ή, ό [ῥυθμικός] ρυθ-μι-κός επίθ.: που γίνεται ή εκτελείται με ρυθμό, που διακρίνεται από αυτόν: ~ός: βηματισμός/χτύπος. ~ή: αναπνοή/άσκηση/κίνηση/κολύμβηση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ός: χορός. ~ή: ανάγνωση/αξία/δομή/κιθάρα/μουσική. ~ό: κομμάτι/τραγούδι. ~ές: συνθέσεις. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. άρρυθμος ● επίρρ.: ρυθμικά ● ΣΥΜΠΛ.: ρυθμική (γυμναστική): ΑΘΛ. γυναικείο άθλημα, ατομικό και ομαδικό, στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν το πρόγραμμά τους με συνοδεία μουσικής, χρησιμοποιώντας σχοινάκι, στεφάνι, μπάλα, κορύνες ή κορδέλα. Βλ. ανσάμπλ, ενόργανη (γυμναστική). [< γαλλ. gymnastique rythmique, αγγλ. rhytmic gymnastics, 1912] , ρυθμική αγωγή: ΜΟΥΣ. τέμπο. [< αρχ. ῥυθμικός, γαλλ. rythmique, αγγλ. rhythmic(al)]

σουηδικός

σουηδικός, ή, ό σου-η-δι-κός επίθ. & (προφ.) σουηδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σουηδία ή/και τους Σουηδούς: ~ή: κορώνα (: το εθνικό νόμισμα). ● Ουσ.: Σουηδικά & (προφ.) Σουηδέζικα (τα) & (επίσ.) Σουηδική (η): η σουηδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: σουηδική γυμναστική: ΓΥΜΝ. είδος γυμναστικής με ελαφριές ασκήσεις εδάφους και ορθής στάσης, με χρήση ελάχιστου εξοπλισμού. [< γαλλ. gymnastique suédoise] , σουηδικό μασάζ: θεραπευτικό μασάζ που βασίζεται κυρ. στις μαλάξεις των μυών από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος στους μυς και στις αρθρώσεις. Βλ. ρεφλεξολογία, σιάτσου.

στεφάνη

στεφάνη στε-φά-νη ουσ. (θηλ.) 1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι: μεταλλική ~. ~ του βαρελιού (πβ. τσέρκι)/του κέρματος/του τροχού. ΣΥΝ. στεφάνι (5) 2. ΙΑΤΡ. ακίνητη προσθετική αποκατάσταση του δοντιού, η οποία το καλύπτει εξ ολοκλήρου και μόνιμα: τεχνητή ~. Πβ. θήκη, κορόνα. Βλ. γέφυρα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) το μεταλλικό, στρογγυλό τμήμα του καλαθιού: Η μπάλα βρήκε στη ~. 4. ΒΟΤ. το σύστημα των πετάλων του άνθους: κάλυκας και ~. Βλ. περιάνθιο. 5. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινός δακτύλιος γύρω από ουράνιο σώμα, κυρ. η ζώνη που παραμένει ορατή γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη κατά την ολική έκλειψη: ηλιακή ~. Πβ. άλως, στέμμα. [< 1,2,3,5: μτγν. στεφάνη, γαλλ. couronne 4: γαλλ. corolle]

χημεία

χημεία χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. (κ. με κεφαλ. Χ) επιστήμη που μελετά τις ιδιότητες, τη σύνθεση και την ατομική και μοριακή δομή της ύλης, καθώς και τις μεταβολές που υφίσταται· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική/βιοναλυτική/βιολογική (= βιο~)/βιομηχανική/γενική/γεωργική/δομική/εγκληματολογική/εφαρμοσμένη/θαλάσσια/θεωρητική/κλινική/πυρηνική/συνθετική/υπολογιστική/φαρμακευτική ~. ~ εδάφους/μετάλλων/περιβάλλοντος (= περιβαλλοντική ~)/πολυμερών/υλικών/φυσικών προϊόντων. ~ του αίματος/της ατμόσφαιρας. Βλ. αγρο~, ανοσοϊστο~, ανοσο~, γεω~, ηλεκτρο~, θερμο~, ιστο~, κβαντο~, κυτταρο~, μικρο~, νευρο~, πετρο~, ραδιο~, στερεο~, φαρμακο~, φυσικο~, φωτο~, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες.|| Χρώματα οικολογικά ή ήπιας ~ας (= χημικής σύστασης). 2. (μτφ.) έλξη ή συμπάθεια μεταξύ δύο προσώπων, ταύτιση, ταίριασμα των χαρακτήρων τους: ερωτική/σεξουαλική ~. Δεν υπάρχει ~ (μεταξύ τους)/δεν έχουν ~ (= δεν κολλούν, δεν ταιριάζουν).χημείες (οι) (αργκό) 1. χημικά σκευάσματα, αναβολικά· ναρκωτικά: Παίρνει ~. 2. μάγια, μαγικά. Βλ. αλχημεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία & (λόγ.) ανόργανος χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των ανόργανων ενώσεων., ιατρική χημεία: κλάδος με αντικείμενό του την εφαρμογή των γνώσεων της χημείας στους επιστημονικούς τομείς που σχετίζονται με την ιατρική (φυσιολογία, φαρμακολογία)., οργανική χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των οργανικών ενώσεων: πειραματική ~ ~., Αναλυτική Χημεία βλ. αναλυτικός, κβαντική χημεία βλ. κβαντικός, πράσινη χημεία βλ. πράσινος, χημεία τροφίμων βλ. τρόφιμα [< μτγν. χυμεία 'τέχνη της ένωσης των μετάλλων' < αρχ. χυμός, μεσν. χημεία, γαλλ. chimie, αγγλ. chemistry]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.