Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 587 εγγραφές  [0-20]


  • -αρχία επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. τρόπο διακυβέρνησης, διοίκησης και γενικότ. εξουσία: αν~/απολυτ~/ολιγ~/μητρι~/μον~/φεουδ~.|| Ιερ~/πειθ~/φιλ~. 2. άσκηση εξουσίας σε τμήμα κράτους ή σώμα στρατού· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζονται οι αντίστοιχες υπηρεσίες ή το ίδιο το στρατιωτικό σώμα: δημ~/(ΕΚΚΛΗΣ.) εξ~/επ~/νομ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Μερ~/μοιρ~/σμην~/ταξι~. 3. (αφηρ.) φιλοσοφικό σύστημα, θεωρία: βουλησι~/δυ~ (πβ. δυ-ισμός)/νοησι~.
  • -νομία επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται 1. σε υπηρεσία αρμόδια για την εφαρμογή κανονισμών ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/αγρο~/δασο~.|| Aστυ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/ναυτο~/στρατο~. 2. στο νομικό δίκαιο, στην ύπαρξη κανόνων: ευ~/ισο~/κακο~/πολυ~. 3. σε επιστήμη: αρχειο~/αστρο~/μετρο~ (πβ. -λογία).|| (ειδικότ. με αντικείμενο τη διαχείριση) Oικο~.
  • -νόμος επίθημα ουσιαστικών για τη δήλωση 1. ειδικού σε έναν τομέα: (ο/η) αρχειο~ (πβ. -θέτης)/βιβλιοθηκο~. Αστρο~.|| Γαστρο~. 2. υπαλλήλου υπηρεσίας, αρμόδιας για την εφαρμογή κανόνων ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/δασο~.|| Αστυ~ (πβ. -φύλακας)/τροχο~. (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/στρατο~. 3. μηχανήματος ή εργαλείου: ηλεκτρο~/μετρο~. 4. νόμου: κουκουλο~/τρομο~.
  • -φυλακή (λόγ.) β' συνθετικό που αναφέρεται σε 1. ειδική υπηρεσία προστασίας: ακτο~/δασο~/συνοριο~.|| (παλαιότ.) Αγρο~/χωρο~. 2. ΣΤΡΑΤ. τμήμα δύναμης με συγκεκριμένη θέση σε πορεία: εμπροσθο~/οπισθο~/πλαγιο~.
  • αγγαρεία [ἀγγαρεία] αγ-γα-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ακούσια, δυσάρεστη, βαρετή ή/και υποχρεωτική εργασία ή δραστηριότητα, που γίνεται συνήθ. χωρίς αμοιβή: βαριά/σκέτη ~. Το βλέπω/νιώθω σαν ~. Υποχρεώνω κάποιον να κάνει ~. (Κάτι) καταντάει ~. Καθημερινές/οικιακές ~ες (πβ. δουλειές του σπιτιού). ~ες του γραφείου. Φορτώνω κάποιον με ~ες. Πβ. καταναγκαστικά έργα. Βλ. θέλημα, χαμαλίκι. 2. ΣΤΡΑΤ. πρόσθετη, υποχρεωτική υπηρεσία που εκτελείται από στρατιώτες: ~ στα μαγειρεία. Βλ. καψόνι. ● ΣΥΜΠΛ.: στολή υπηρεσίας βλ. στολή ● ΦΡ.: το κάνω αγγαρεία (με επιρρ. χρ.): εκτελώ κάτι καταναγκαστικά, με δυσαρέσκεια, χωρίς ενδιαφέρον: Το διασκεδάζω, δεν ~ ~. [< μτγν. ἀγγαρ(ε)ία ‘στρατολόγηση για δημόσια υπηρεσία’]
  • άγημα [ἄγημα] ά-γη-μα ουσ. (ουδ.) {αγήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική κυρ. ομάδα επιλέκτων με ειδική υπηρεσία ή αποστολή: αποβατικό/ειρηνευτικό/ναυτικό/πολεμικό ~. ~ της Αστυνομίας/πεζοναυτών/της Πολεμικής Αεροπορίας/του Πολεμικού Ναυτικού/της Προεδρικής Φρουράς/προσκόπων/πυροσβεστών/(έπαρσης-υποστολής) σημαίας. Στρατιωτικό ~ απέδωσε τιμές. Τα ~ατα παρατάχθηκαν/παρουσίασαν όπλα. Βλ. αερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμητικό άγημα/απόσπασμα: που παρίσταται σε διάφορες εκδηλώσεις, συνήθ. για απόδοση τιμών: ~ ~ ευζώνων/στρατιωτικών. ~ ~ συνόδευε τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Το ~ ~ προέβη σε ρίψη πυροβολισμών. Επιθεώρηση/παρέλαση ~ού ~ατος. [< γαλλ. garde d'honneur] [< αρχ. ἄγημα]
  • αγκίστρωση [ἀγκίστρωση] α-γκί-στρω-ση ουσ. (θηλ.) {αγκιστρ-ώσεις} (λόγ.) ΑΝΤ. απαγκίστρωση 1. σύνδεση, στερέωση με άγκιστρο· κατ' επέκτ. προσκόλληση: ~ του μοχλού/των στηριγμάτων. Σημεία ~ης και στήριξης των αντικειμένων. ~ώσεις και σύνδεσμοι θυρών.|| (μτφ.) Δογματικές ~ώσεις. ~ στην εξουσία (= γάντζωμα)/στα κεκτημένα/στο παρελθόν. ΣΥΝ. αγκίστρωμα 2. ΣΤΡΑΤ. σύγκρουση μεταξύ δύο αντίπαλων στρατιωτικών τμημάτων κατά την οποία οι επιτιθέμενοι επιδιώκουν να αποτρέψουν την υποχώρηση ή σύμπτυξη των αμυνομένων, καθηλώνοντάς τους σε συγκεκριμένο σημείο: ~ των δυνάμεων του εχθρού. [< 2: γαλλ. accrochage]
  • αγκυροβόλιο [ἀγκυροβόλιο] α-γκυ-ρο-βό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αγκυροβολίου} & αγκυροβόλι 1. όρμος κατάλληλος για την αγκυροβολία πλεούμενου: τεχνητό/φυσικό/χειμερινό ~. ~ αναμονής πλοίων/σκαφών αναψυχής. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανάγκης. Τουριστικά ~α (βλ. μαρίνα). Πβ. αραξοβόλι, ράδα. 2. (μτφ.) ασφαλές μέρος, καταφύγιο: Αναζητώ/βρίσκω ~. [1: < μτγν. ἀγκυροβόλιον]
  • άγνοια [ἄγνοια] ά-γνοι-α ουσ. (θηλ.) 1. το να μη γνωρίζει κανείς κάτι ή να μην έχει ενημερωθεί για κάτι: αδικαιολόγητη/απόλυτη/γενική/δικαιολογημένη/εγκληματική/καταστροφική/παντελής ~ του ζητήματος. Δηλώνω/προβάλλω/προσποιούμαι/προφασίζομαι ~ για ... ~, αδιαφορία και ημιμάθεια. Έχει πλήρη ~ για το/πάνω στο θέμα. Ομολογώ/παραδέχομαι την ~ά μου. Λάθη από ~. Αφήνω/κρατώ κάποιον σε κατάσταση ~ας. ΑΝΤ. γνώση (1) 2. ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση του στρατιωτικού από τη στιγμή που θα απουσιάσει αδικαιολόγητα, μέχρι να κηρυχθεί λιποτάκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: μερικής/ολικής άγνοιας: ΓΡΑΜΜ. τύποι ερωτηματικών προτάσεων που δέχονται εισαγωγικό μόριο (ποιος, πού, πότε: μερικής άγνοιας) ή δεν δέχονται και η απάντηση σε αυτές είναι "ναι" ή "όχι" (ολικής άγνοιας). ● ΦΡ.: εν αγνοία (κάποιου) [ἐν ἀγνοίᾳ] (λόγ.): χωρίς γνώση ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: Βρίσκομαι/τελώ ~ ~. ~ ~ μου έγιναν όλα. ΣΥΝ. ερήμην (1) ΑΝΤ. εν γνώσει, άγνοια νόμου βλ. νόμος [< 1: αρχ. ἄγνοια]
  • αγυάλιστος , η, ο [ἀγυάλιστος] α-γυά-λι-στος επίθ.: που δεν έχει γυαλιστεί, τριφτεί: ~ο: έπιπλο/μάρμαρο/μέταλλο/ξύλο/πάτωμα (ΣΥΝ. αλουστράριστο, αβερνίκωτο). ~α: ασημικά/παπούτσια/τζάμια. ΑΝΤ. γυαλισμένος.|| (ΣΤΡΑΤ.-προφ.) ~ες: αρβύλες.
  • άδεια [ἄδεια] ά-δει-α ουσ. (θηλ.) {άδειας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δικαίωμα που παραχωρείται σε κάποιον για δράση, συγκατάθεση· ειδικότ. πράξη χορήγησης αυτού του δικαιώματος από αρμόδια Αρχή και συνεκδ. το επίσημο έγγραφο που το πιστοποιεί: Έχω/ζητώ/παίρνω/χρειάζομαι ~ από .../για να ... Αρνήθηκαν να του δώσουν/παραχωρήσουν ~ προκειμένου να ... Παρακολούθηση πολιτών χωρίς ~ (= παράνομα).|| Έγγραφη/ειδική/μόνιμη/προσωρινή/τεχνική/τηλεοπτική/υποχρεωτική ~. ~ αορίστου χρόνου/(εξ)ασκήσεως επαγγέλματος (ΣΥΝ. επαγγελματική)/γάμου/εισόδου/εργασίας/καταλληλότητας/κατοχής (λ.χ. αρχαίων αντικειμένων)/κυνηγιού (= κυνηγετική)/μικροπωλητή/οικοδομής (= οικοδομική)/οπλοφορίας/προσγείωσης (αεροσκάφους)/ταξί/χρήσης (π.χ. πεζοδρομίου). Αίτηση/ακύρωση/ανανέωση/απόκτηση/έγκριση/έκδοση/εκχώρηση/θεώρηση/κάτοχος/μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση (της) ~ας. Ανανεώνω/αποκτώ/αφαιρώ/βγάζω/εκδίδω/εξασφαλίζω/παραχωρώ ~. Ανακαλείται/έληξε/παρατείνεται η ~ παραμονής. Η ~ ισχύει για δύο μήνες. Λειτουργεί χωρίς ~. Άνευ/κατόπιν ~είας. Βλ. απαγόρευση.|| Ελέγχω την ~ κυκλοφορίας και οδήγησης (πβ. δίπλωμα). 2. το νόμιμο δικαίωμα απουσίας από την εργασία, την υπηρεσία και συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ειδική/ετήσια/καλοκαιρινή/κανονική/προβλεπόμενη/προσωπική/προφορική ~. ~ με/χωρίς αποδοχές κ. (λόγ.) ~ άνευ/μετ' αποδοχών. ~ ανατροφής/διαρκείας/εξετάσεων/θηλασμού/κύησης/για μετεκπαίδευση/μητρότητας (: τοκετού και λοχείας)/για οικογενειακούς λόγους/ενός έτους/Χριστουγέννων. Επίδομα ~είας. Απουσιάζει με ~. Βρίσκεται/είναι/λείπει/τελεί σε ~ (= είναι αδειούχος). Ετοιμάζεται να φύγει για ~. Εξαντλώ την ~ά μου. Πήρε ~ μια εβδομάδα (βλ. διακοπές).|| (ΣΤΡΑΤ.) Αγροτική/κανονική/σαρανταοκτάωρη/τιμητική/φοιτητική ~. ~ διανυκτέρευσης/εξόδου.|| Τελείωσε η ~ά μου. ● Υποκ.: αδειούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτική άδεια & άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης: που χορηγείται για εκπαιδευτικούς λόγους: ~ ~ για διδακτορικό/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. ~ές ~ες σε δασκάλους/καθηγητές/πανεπιστημιακούς., ποιητική αδεία & ποιητική άδεια {επιρρ. χρήση}: ελευθερία έκφρασης βασιζόμενη στο δικαίωμα του ποιητή να παραβιάζει γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, κυρ. χάριν του μέτρου ή της ομοιοκαταληξίας· συχνότ. κατ' επέκτ. για οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη γλωσσική νόρμα ή την πραγματικότητα: Τα ζώα στο έργο μιλούν ~ ~. [< γαλλ. licence poétique] , άδεια απουσίας βλ. απουσία, αναρρωτική άδεια βλ. αναρρωτικός, γονική άδεια βλ. γονικός, μηχανογραφική άδεια βλ. μηχανογραφικός ● ΦΡ.: έχω άδεια: μου αναγνωρίζεται δικαίωμα αδείας ή βρίσκομαι σε άδεια: Είμαι καινούργιος στη δουλειά και δεν ~ ~.|| Δεν βρίσκεται στο γραφείο, ~ει ~., με την άδειά σας: (ως ευγενική διατύπωση ή συχνά ειρων.) εφόσον μου το επιτρέπετε: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, ~ ~, να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Πβ. συγκατάθεση, συναίνεση., παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία [< αρχ. ἄδεια, γαλλ. permission, permis, licence]
  • αδειούχος [ἀδειοῦχος] α-δει-ού-χος επίθ./ουσ. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.· που έχει 1. άδεια απουσίας από την εργασία του: ~οι: υπάλληλοι.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~οι: νεοσύλλεκτοι/φαντάροι.|| (ως ουσ.) ~ λόγω ασθένειας. (ειρων.) Εξέδραμαν οι ~οι (: για διακοπές). 2. την απαραίτητη άδεια για λειτουργία, εκτέλεση έργου ή άσκηση επαγγέλματος: ~ος: εγκαταστάτης/τεχνίτης. ~ος/α: εταιρεία. ~α: καταλύματα. Πβ. πιστοποιημένος.|| (ως ουσ.) Επίσημος ~. ~ διπλώματος/χρήσης. Βλ. -ούχος1. [< 1: γαλλ. permissionnaire 2: αγγλ. licensee, certified]
  • αεράγημα [ἀεράγημα] α-ε-ρά-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις που μεταφέρονται αεροπορικώς στον τόπο αποστολής τους: Τα ~ήματα του εχθρού/της επίλεκτης μεραρχίας. [< γαλλ. troupe aéroportée, 1928]
  • αεράμυνα [ἀεράμυνα] α-ε-ρά-μυ-να ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των μέσων ή μέτρων για την αντιμετώπιση εχθρικών αεροπορικών επιθέσεων και η αντίστοιχη υπηρεσία: εθνική ~. Ασκήσεις/(πυραυλικό) σύστημα/συστοιχίες ~ας. Η Πολεμική Αεροπορία διασφαλίζει την ~ (= αεροπορική άμυνα) της χώρας.|| Τα μαχητικά έπληξαν στόχους της εχθρικής ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητική αεράμυνα: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία του άμαχου πληθυσμού από αεροπορικές επιθέσεις σε καιρό πολέμου. Βλ. καταφύγιο. [< αγγλ. air defence, 1916]
  • αεραπόβαση [ἀεραπόβαση] α-ε-ρα-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. επιχείρηση εναέριας μεταφοράς και αποβίβασης μάχιμων δυνάμεων και των αναγκαίων μέσων υποστήριξής τους, συνήθ. στα μετόπισθεν του εχθρού: ~ πεζοναυτών. Ειδικές μονάδες/ζώνη ~ης. ~ με αεροσκάφος τύπου C-130/με ελικόπτερα.
  • αεραποβατικός , ή, ό [ἀεραποβατικός] α-ε-ρα-πο-βα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αεροαποβατικός: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την αεραπόβαση: ~ός: λόχος. ~ή: επιχείρηση (βλ. αεροκίνητη)/μονάδα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: γυμνάσια.
  • αέρας [ἀέρας] α-έ-ρας ουσ. (αρσ.) {αέρ-α (λόγ.) -ος | -ηδες} 1. το μείγμα των μη ορατών, άοσμων αερίων, κυρ. αζώτου (78,08%) και οξυγόνου (20,95%), που περιβάλλει τη Γη και είναι απαραίτητο για την επιβίωση όλων των οργανισμών, το κενό που θεωρούμε ότι μας περιβάλλει, η ατμόσφαιρα, το κλίμα: αναπνεύσιμος/ατμοσφαιρικός/βρόμικος/θερμαινόμενος/καθαρός/φιλτραρισμένος ~. Ο ~ ενός χώρου. Κυκλοφορία/μάζα/μόλυνση/μόρια/ρύπανση/υγρασία/φίλτρο ~α. Χαμηλότερα/ψηλότερα στρώματα ~α. Η μυρωδιά πλανάται στον ~α. Το αεροσκάφος υψώθηκε στον ~α. Θέαμα στον/σπορ του ~α (βλ. αεράθλημα). Διάσωση/επέμβαση/ρίψη από ~ος.|| (για συσκευές, μηχανήματα) Ανοίγω/κλείνω τα έμβολα/τις βαλβίδες ~α/ος. Αντλία ~α/ος (πβ. αεραντλία). Συμπιεστής ~ος/α αυτοκινήτου (πβ. αεροσυμπιεστής). Tο λάστιχο χάνει ~α.|| (ΣΤΡΑΤ.) Πύραυλος εδάφους ~ος/~ος ~ος/~ος εδάφους. Βόμβες/στρατιωτικές δυνάμεις ~ος.|| Ο ~ του βουνού/του δάσους/της θάλασσας. 2. άνεμος: βουνίσιος/δαιμονισμένος/δυνατός/ελαφρός/ζεστός/θαλασσινός/θερμός/κρύος/ξαφνικός/ξηρός/παγωμένος/υγρός/ψυχρός ~. Ρεύμα/ταχύτητα ~α. Ο ~ βουίζει/δυναμώνει/έκοψε/κόπασε/έπεσε/φυσάει. Σηκώθηκε ~. Έχει πολύ ~α έξω. Ο ~ άλλαξε κατεύθυνση/γύρισε σε βοριά. Ο ~ φούσκωνε τα πανιά. Παραλία ήσυχη, χωρίς ~α (: υπήνεμη). Πβ. αγέρας.|| Ο ~ του ανεμιστήρα/της βεντάλιας/του κλιματιστικού. 3. (μτφ.) η αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι· (για χώρο) η ατμόσφαιρα, (για πρόσ.) η εμφάνιση, η συμπεριφορά, το ύφος και ιδ. η άνεση: Το σπίτι έχει τον ~α μιας άλλης εποχής. Η διακόσμηση προσδίδει στην αίθουσα έναν ~α πολυτέλειας (πβ. περιβάλλον). Πνέει/φυσάει ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης.|| Διαθέτει/έχει τον ~α του επαγγελματία/του νικητή/της σταρ. Αποπνέει ευρωπαϊκό ~α. Τον περιέβαλλε πάντα ένας ~ μυστηρίου. Ντύσιμο που προσδίδει έναν ~α σοβαρότητας. Περπατάει με ~α (= με αυτοπεποίθηση· βλ. στιλ). Τον αντιμετώπισε με ~ (= δυναμικά, θαρραλέα). Πβ. τουπέ, πόζα.|| Έχει πάρει τον ~α του αυτοκινήτου/της δουλειάς (: άνεση που οφείλεται στην εμπειρία· πβ. κολάι).|| Μην κολλάς τις λέξεις, το κείμενο πρέπει να έχει ~.|| (ΑΘΛ.) Έδωσε ~α δύο γκολ/έντεκα πόντων στην ομάδα (βλ. προβάδισμα). 4. πρόσθετη αξία ενός μαγαζιού ή μιας επιχείρησης λόγω πλεονεκτικής θέσης, σταθερής πελατείας και η σχετική αποζημίωση: (σε αγγελίες) Πωλείται ο ~ και οι εγκαταστάσεις. Πβ. εμπορική εύνοια. 5. ο χώρος που επιτρέπεται να κτιστεί πάνω από μια οικοδομή και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του· δικαίωμα υψούν: Αγοράζω/πουλώ τον ~α (μιας μονοκατοικίας). 6. αποζημίωση που καταβάλλεται σε μισθωτή, ώστε να μην παραταθεί η μίσθωση ή το ποσό που προκαταβάλλεται ως εγγύηση για την ενοικίαση: Καταβάλλω ~α. Φορολόγηση του εισπραττόμενου ~α.|| Έδωσε ~α τρία νοίκια. 7. ΕΚΚΛΗΣ. {πληθ. αέρες} αήρ. ● Υποκ.: αεράκι (το): ελαφρύς και ευχάριστος αέρας: ανάλαφρο/απαλό/γλυκό/δροσερό/θαλασσινό (πβ. μπάτης)/καλοκαιρινό/πρωινό/τσουχτερό (βλ. αγιάζι) ~. Έβ(γ)αλε/έπιασε ~. Μας δρόσισε τ' ~. Πβ. αγεράκι, αγέρι, αύρα. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπιεσμένος αέρας & συμπιεσμένος αέρας: ΜΗΧΑΝ. αέρας με πίεση και πυκνότητα μεγαλύτερη από την ατμοσφαιρική: Ο ~ ~ χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας. [< αγγλ. compressed air] , κενό (αέρος) βλ. κενό, σαλάμι αέρος βλ. σαλάμι, φρέσκος αέρας βλ. φρέσκος ● ΦΡ.: (είμαι) στον αέρα 1. για αεροσκάφος σε πτήση: αγορές στον ~ (αφορολόγητων ειδών). Περιπέτεια στον ~ για διακόσιους επιβάτες λόγω της κακοκαιρίας. Τα δύο αεροσκάφη συγκρούστηκαν ~ ~ (: ενώ πετούσαν).|| (κατ' επέκτ., για κάτι που αιωρείται:) Διεκδίκηση της μπάλας στον ~. Βλ. μετέωρος. 2. (μτφ.) για απευθείας ραδιοφωνική ή τηλεοπτική μετάδοση: Καθημερινά είμαστε ~ ~ για δύο ώρες. Ο ακροατής είναι ~ ~.|| Η ανανεωμένη μας ιστοσελίδα είναι πάλι ~ ~ (= διαθέσιμη στο κοινό). 3. (μτφ.) για κάτι αβέβαιο: Το συμβόλαιό του είναι ~ ~. Μέχρι την τελευταία στιγμή όλα ήταν ~ ~. Το έργο κινδυνεύει να μείνει ~ ~.|| Η θεωρία/τα επιχειρήματά του στέκονται ~ ~. Πβ. μετέωρος., αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω (μτφ.): σπαταλώ τον χρόνο μου άσκοπα, τεμπελιάζω., αέρα πατέρα (προφ.): όπως να' ναι, όπως τύχει: Πέρασε ~ ~ τη διασταύρωση. Βλ. στα κουτουρού., αέρα! (ιαχή των Ελλήνων στρατιωτών, κυρ. στον πόλεμο του 1940): πάνω τους! επίθεση!, ανοίγω/κλείνω τον αέρα: ξεκινώ ή σταματώ αντίστοιχα την παροχή αέρα μέσω βαλβίδας ή συσκευής., βγάζω στον αέρα: (μτφ.) μεταδίδω από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση: ~ ~ τα άπλυτα κάποιου/απόρρητα στοιχεία/μια είδηση/μια εκπομπή., βγαίνω στον αέρα (μτφ.): παρουσιάζομαι στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο (συνήθ. σε απευθείας μετάδοση): Το κεντρικό δελτίο ειδήσεων βγήκε ~ με καθυστέρηση. (για πρόσ.) Βγαίνει για πρώτη φορά ~.|| Ο δικτυακός τόπος βγήκε ~ (= αναρτήθηκε) τον προηγούμενο χρόνο., δίνω αέρα σε κάποιο ρούχο: το κάνω πιο φαρδύ, πιο άνετο., δίνω σε κάποιον αέρα (μτφ.): του συμπεριφέρομαι με επιείκεια και ελαστικότητα, του δίνω θάρρος: Μην του ~εις ~, θα το πάρει πάνω του. ΑΝΤ. κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον), έγινε αέρας (μτφ.): εξανεμίστηκε: Έγιναν ~ τα κέρδη (= χάθηκαν)., έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που ξεπερνά τα όρια, αποθρασύνεται: Σαν πολύ ~ δεν έχεις πάρει;, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα (μτφ.): πιστεύει πως είναι πολύ σπουδαίος, επαίρεται, καυχιέται: Πρόσεχε μην πάρουν τα μυαλά σου ~! Έχασαν, γιατί είχαν πάρει τα μυαλά τους ~. ΣΥΝ. καβάλησε το καλάμι, την έχει ψωνίσει/την ψώνισε (1), ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό (μτφ.-ειρων.): δεν έχω τα στοιχειώδη οικονομικά μέσα, είμαι πολύ φτωχός., κάνω σε κάποιον αέρα: δημιουργώ με τεχνητό τρόπο ελαφρά πνοή ανέμου: Πήρε τη βεντάλια και άρχισε να της κάνει ~., λόγια του αέρα & (σπάν.) του ανέμου (μτφ.): ανοησίες: Όσα λέω τα εννοώ, δεν πρόκειται για ~ ~. Πβ. λόγια της καραβάνας. Βλ. έπεα πτερόεντα. ΣΥΝ. αερόλογα, αερολογίες [< γαλλ. paroles en l' air] , με άλλο(ν) αέρα (μτφ.): με διαφορετική διάθεση, ψυχολογία ή συμπεριφορά, συνήθ. καλύτερη από πριν: Γύρισε από το εξωτερικό ~ ~., μιλώ στον αέρα: λέω αερολογίες ή σπανιότ. δεν προσέχουν οι άλλοι τα λόγια μου: Δεν ~ ~, έχω συγκεκριμένα παραδείγματα.|| Μιλάμε μαζί ή ~ ~; Πβ. (σαν να) μιλάω στον/με τον τοίχο., παίρνω αέρα/τον αέρα μου (μτφ.): αναζωογονούμαι, ξανανιώνω: Βγήκαμε, για να πάρουμε λίγο καθαρό ~. Πήρε τον ~ της στην εξοχή και μας ήρθε ανανεωμένη! Πβ. κάνω βόλτα, ξεσκάω, πήρε αέρα ο κώλος (κάποιου). [< γαλλ. prendre l' air] , παίρνω τον αέρα κάποιου (μτφ.): έχω κάποιον (ή σπανιότ. κάτι) υπό τον έλεγχό μου, επιβάλλομαι: Μην την αφήσεις να σου πάρει τον ~. Οι φιλοξενούμενοι πήραν τον ~ του ματς και προηγήθηκαν στο σκορ., πιάνει πουλιά στον αέρα (μτφ.): είναι πανέξυπνος, σαΐνι: Δεν θα την πιάσουν κορόϊδο, ~ ~., ρίχνω στον αέρα: πυροβολώ για εκφοβισμό, προειδοποιητικά: Η αστυνομία έριξε ~, για να διαλύσει τη συγκέντρωση., στέκεται/στηρίζεται στον αέρα: για κάτι που ισορροπεί χωρίς να ακουμπά κάπου και κατ' επέκτ. δεν έχει σταθερές βάσεις και είναι εύκολο να καταρρεύσει: Η κατασκευή μοιάζει να ~ ~ (= αιωρείται).|| Η απόφασή του ~ ~., τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα 1. (μτφ.) καταστρέφω εντελώς, δυναμιτίζω: ~ ~ τις διαπραγματεύσεις/τις προσπάθειες/τον προϋπολογισμό/μια συμφωνία/ένα σχέδιο. Άλλο ένα λάθος και τα τίναξες όλα ~!|| Τίναξε τη μπάνκα ~ (: πήρε όλα τα κέρδη)! 2. ανατινάζω: Η έκρηξη στο βενζινάδικο λίγο έλειψε να ~ξει ολόκληρη την περιοχή ~. Πρόσεξε μην βραχυκυκλώσει το μηχάνημα και ~χτούμε όλοι ~!, φυσάει άλλος αέρας: (μτφ.) για αλλαγή μιας κατάστασης προς το καλύτερο: Η πόλη έχει αλλάξει, ~ ~., χτίζει στον αέρα (σπάν.-λογοτ.): ματαιοπονεί, τρέφει ψευδαισθήσεις. Πβ. κτίζω/φτιάχνω παλάτια/πύργους στην άμμο., αέρας κοπανιστός βλ. κοπανιστός, αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου) βλ. αλλάζω, κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) βλ. φόρα1, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει βλ. μύλος, πετώ τα λεφτά/τα χρήματά μου απ' το παράθυρο/στον αέρα βλ. παράθυρο, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα βλ. πλανώ, ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; βλ. άνεμος, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα βλ. τινάζω, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου βλ. ώρα [< μεσν. αέρας 3: γαλλ.-αγγλ. air, γερμ. Luft]
  • αέριο [ἀέριο] α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αερί-ου | -ων}: κατάσταση ή φάση της ύλης κατά την οποία τα άτομα συνδέονται ασθενώς· σώμα που διαχέεται ακαθόριστα, καταλαμβάνοντας όλο τον χώρο στον οποίο εισάγεται ή περιέχεται: άοσμο/αποπνικτικό/άχρωμο/δακρυγόνο/δηλητηριώδες/δύσοσμο/εκρηκτικό/εύφλεκτο/καύσιμο/καυστικό/προωθητικό/πτητικό (: που εξαερώνεται γρήγορα)/ραδιενεργό/τοξικό ~. Θειούχα/φθοριούχα/φυσικά/χημικά ~α. ~α καύσης (πβ. απ-, καπν-αέρια). Εκπομπή ~ων. Κινητική θεωρία/νόμοι των ~ων. Βλ. βιο~, υγρ~, υδρ~, φωτ~, στερεό, υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου & θερμοκηπιακά αέρια: τα αέρια συστατικά της ατμόσφαιρας (κυρ. το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο και οι υδρατμοί) που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου: αύξηση/εκπομπές/μείωση των ~ων ~. [< αγγλ. greenhouse gases] , εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου): ΙΑΤΡ. αυτά που σχηματίζονται στο έντερο με τη ζύμωση των τροφών και μέρος τους αποβάλλεται από τον πρωκτό· (ευφημ.) πορδές: Τα περισσότερα ~ ~ παράγονται από την πέψη των υδατανθράκων.|| Έχει βαρυστομαχιά και ~., ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια: ΧΗΜ. στοιχεία που σχηματίζουν πολύ λίγες χημικές ενώσεις: Τα ~ ~ (: αργό, ήλιο, κρυπτό, νέον, ξένο, ραδόνιο) αποτελούν τη μηδενική ομάδα του περιοδικού πίνακα. [< γαλλ. inerte, noble, rare gaz] , ιδανικό αέριο & (σπάν.) τέλειο αέριο: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. υποθετικό αέριο στο οποίο δεν ασκούνται δυνάμεις έλξης μεταξύ των μορίων. [< αγγλ. ideal gas] , υγροποιημένο αέριο πετρελαίου: υγραέριο. [< αγγλ. Liquefied Petroleum Gas - LPG, 1943, γαλλ. gaz de pétrole liquéfié] , υγροποιημένο φυσικό αέριο (συντομ. ΥΦΑ): ΧΗΜ. που ψύχεται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, προκειμένου να μετατραπεί σε υγρό, ώστε να διευκολύνεται η αποθήκευση και μεταφορά του. [< αγγλ. Liquefied Natural Gas - LNG, 1940, γαλλ. gaz naturel liquéfié] , φυσικό αέριο: ΧΗΜ. μείγμα αέριων κορεσμένων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ως (οικολογικό) καύσιμο και ως πρώτη ύλη της χημικής βιομηχανίας: αγωγός ~ού ~ου (πβ. αεριαγωγός). Βλ. μεθάνιο. [< γαλλ. gaz naturel, αγγλ. natural gas] , χημικά/πολεμικά αέρια: ΣΤΡΑΤ. αέριες ή υγρές χημικές ουσίες που βλάπτουν τον ανθρώπινο οργανισμό και χρησιμοποιούνται ως όπλο στον πόλεμο: Μάσκες που προστατεύουν από ~ ~. [< αγγλ. war gas, 1934, γαλλ. gaz de combat] , αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, αέριο της μουστάρδας βλ. μουστάρδα, αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, ασφυξιογόνα (αέρια) βλ. ασφυξιογόνος, θάλαμος αερίων βλ. θάλαμος, κροτούν αέριο βλ. κροτεί [< γαλλ. gaz]
  • αεροκίνητος , η, ο [ἀεροκίνητος] α-ε-ρο-κί-νη-τος επίθ. (επίσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. που γίνεται ή μεταφέρεται με εναέρια μέσα: ~η: επιχείρηση. Βλ. αεραποβατικός.|| ~η: μονάδα. Εκπαίδευση ~ης δύναμης (: αεράγημα). Βλ. μηχανοκίνητος. 2. που κινείται με αέρα: ~η: αντλία/μηχανή. ~α: εργαλεία. Υδραυλικά και ~α συστήματα φρένων.|| ~ο: αυτοκίνητο (: που καταναλώνει π.χ. βιοντίζελ, υδρογόνο). Βλ. -κίνητος. [< αγγλ. airmobile, 1965]
  • αερομαχητικός , ή, ό [ἀερομαχητικός] α-ε-ρο-μα-χη-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που αναφέρεται σε αερομαχίες ή πληροί τις προϋποθέσεις, για να λάβει μέρος σε αυτές: ~ά: (αερο)σκάφη.|| (ως ουσ.) Πιλότος ~ού.

αεραποβατικός

αεραποβατικός, ή, ό [ἀεραποβατικός] α-ε-ρα-πο-βα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αεροαποβατικός: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την αεραπόβαση: ~ός: λόχος. ~ή: επιχείρηση (βλ. αεροκίνητη)/μονάδα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: γυμνάσια.

αλλάζω

αλλάζω [ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]

αναρρωτικός

αναρρωτικός, ή, ό [ἀναρρωτικός] α-ναρ-ρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάρρωση: ~ό: στάδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αναρρωτική άδεια & (προφ.) αναρρωτική: που παρέχεται σε υπάλληλο ή στρατευμένο για λόγους ασθενείας: ~ ~ με αποδοχές. Λείπει με ~. Πήρε ~ ~. Βλ. ρεπό. [< γαλλ. congé de maladie]

άνεμος

άνεμος [ἄνεμος] ά-νε-μος ουσ. (αρσ.) {ανέμ-ου | άνεμοι (λαϊκότ.-λογοτ.) ανέμοι, -ων, -ους} 1. μάζα ατμοσφαιρικού αέρα η οποία κινείται συνήθ. παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης με συγκεκριμένη κατεύθυνση: ανατολικός/βόρειος (= βοριάς)/δυτικός/νότιος (= νοτιάς) ~. Αιγαιοπελαγίτικος/απαλός/δροσερός/ευνοϊκός (= ούριος)/ζεστός/μανιασμένος/ξηρός/υγρός/ψυχρός ~. (ΜΕΤΕΩΡ.) Γεωστροφικός ~. Η βοή/δύναμη/πνοή του ~ου. Αντίθετοι/ασθενείς/δυνατοί/ήπιοι/θυελλώδεις/μέτριοι/σφοδροί ~οι. Ξέσπασε/σηκώθηκε/φύσηξε ισχυρός ~. ~ και βροχή (= ανεμοβρόχι). Ο ~ δυνάμωσε/κόπασε/λυσσομανάει/μαίνεται/μουγκρίζει/ουρλιάζει. Ο ~ παρέσυρε/πήρε/σάρωσε/σήκωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πνέει ~ έντασης 8 μποφόρ. Ο ~ άλλαξε διεύθυνση/πορεία. Εξασθενούν σταδιακά οι ~οι. Ενίσχυση/ισχύς/μανία/σφοδρότητα των ~ων. Βλ. αέρας, αντιανέμιος, βαρδάρης, γαρμπής, γρέγος, μαΐστρος, μελτέμι, μουσώνας, λεβάντες, λίβας, όστρια, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. 2. (+ γεν.) (μτφ.) τάση, κλίμα, δυναμική: επαναστατικός/νέος ~. Πνέει/φύσηξε ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης/εκσυγχρονισμού/ελευθερίας. Πβ. αύρα, ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου (μτφ.): για πολύ γρήγορο δρομέα ή ιστιοπλόο., ηλιακός άνεμος: ΓΕΩΦ. ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπονται συνεχώς από το ηλιακό στέμμα λόγω υπερθέρμανσης του ήλιου. [< αγγλ. solar wind, 1958] , αληγείς (άνεμοι) βλ. αληγής, αναβατικός άνεμος βλ. αναβατικός, θερμικός άνεμος βλ. θερμικός, καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης, ούριος άνεμος βλ. ούριος, πλάγιος άνεμος βλ. πλάγιος, ριπή (του) ανέμου βλ. ριπή ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες & έσπειρες ανέμους, θα θερίσεις θύελλες (παροιμ.): η υποδαύλιση της έχθρας και της διχόνοιας οδηγεί τελικά σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα., όπου φυσά(ει) ο άνεμος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άτομο που αλλάζει τις πεποιθήσεις του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν: Είναι πάντα με την εξουσία. ~ ~, δηλαδή., περί ανέμων και υδάτων: γενικά και αόριστα: Κουβεντιάσαμε/μιλούσαμε/συζητούσαμε ~ ~., ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; (προφ.): (για κάποιον που δεν τον περιμέναμε) για ποιο λόγο ήρθες εδώ;, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο: πολύ γρήγορα: Έφυγε/όρμηξε/πέρασε ~ ~. Είναι γρήγορος/τρέχει ~ ~. Πβ. σίφουνας., σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: σε διάφορες κατευθύνσεις: Η οικογένεια χώρισε και σκορπίστηκε ~ ~., φτερό στον άνεμο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που παρασύρεται από τους άλλους, δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του, άγεται και φέρεται: Είμαι/νιώθω ~ ~ (= ευάλωτος). Είναι/κατάντησε ~ ~ των αυθαιρεσιών (πβ. έρμαιο).|| Οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες έκαναν το αεροπλάνο να μοιάζει ~ ~., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα [< αρχ. ἄνεμος, γαλλ. vent, αγγλ. wind]

αντιασφυξιογόνος

αντιασφυξιογόνος, ος/α, ο [ἀντιασφυξιογόνος] α-ντι-α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων & προσωπίδα αερίων: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει κυρ. από τα ασφυξιογόνα αέρια. [< αγγλ. gas mask, 1915]

απαγόρευση

απαγόρευση [ἀπαγόρευση] α-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): αφαίρεση, στέρηση από κάποιον του δικαιώματος, της άδειας ή της δυνατότητας να κάνει κάτι, συνήθ. εκ μέρους επίσημης Αρχής, με τη μορφή νόμου ή κανονισμού: γενική/μερική/μόνιμη/πλήρης/προληπτική/ρητή/υποχρεωτική ~. ~ απόπλου (πβ. απαγορευτικό)/άσκησης επαγγέλματος/εισόδου/εξόδου/κυκλοφορίας (: οχημάτων ή πολιτών π.χ. σε καιρό πολέμου)/επικίνδυνων ουσιών/πτήσεων/στάσης-στάθμευσης. Άρση/επιβολή/παραβίαση/τήρηση ~ης. Μέτρα ~ης. Η αρχή της ~ης των διακρίσεων. ~εύσεις στο εμπόριο/στα τρόφιμα. Λογοκρισία/περιορισμοί και ~εύσεις. Θέσπιση ~εύσεων. Εφαρμόζεται η ~ του καπνίσματος (= καπνο~) στους δημόσιους χώρους. Αντιστέκομαι/αντιτίθεμαι/εναντιώνομαι/υπακούω στις ~εύσεις. Συμμορφώνομαι με τις ~εύσεις. Πβ. αποκλεισμός, παρακώλυση, παρεμπόδιση. Βλ. άδεια. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική απαγόρευση: ΝΟΜ. στέρηση ικανότητας δικαιοπραξίας από άτομο που αδυνατεί να φροντίζει τον εαυτό του ή την περιουσία του, επειδή πάσχει από μόνιμη πνευματική ή σωματική αναπηρία: Έχει τεθεί/τελεί/υποβάλλεται σε (νόμιμη) ~ ~., απαγόρευση αποδημίας βλ. αποδημία ● ΦΡ.: σε απαγόρευση & (λόγ.) υπό απαγόρευση: σε καθεστώς επίσημης στέρησης δικαιώματος: Αγαθά/ουσίες/προϊόντα που υπόκεινται ~ ~. [< μτγν. ἀπαγόρευσις, γαλλ. prohibition]

απουσία

απουσία [ἀπουσία] α-που-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν βρίσκεται σε ορισμένο μέρος ή χώρο, όπου ήταν πιθανόν, αναμενόταν ή έπρεπε να παρίσταται: αδικαιολόγητη/αναγκαστική/αυθαίρετη/μακροχρόνια/συνειδητή ~. ~ μισθωτού από την εργασία/τα καθήκοντά του. Πολύμηνη ~ υπαλλήλου λόγω ασθένειας. ~ αθλητή λόγω τιμωρίας/τραυματισμού. ~ από τη συνεδρίαση (ΣΥΝ. αποχή, ΑΝΤ. συμμετοχή). ~ αγαπημένου προσώπου. Επιστροφή ύστερα από μακρά/πολύχρονη ~. Ήταν αισθητή η ~ σου, μας έλειψες πολύ. (λόγ.) Εξέταση μαρτύρων εν τη ~ της Πολιτικής Αγωγής.|| (για μαθητές) Καταχώρηση των ~ών. Τήρηση του βιβλίου ~ών. Ωριαία ~ (βλ. αποβολή). Αριθμός/δελτίο ~ών (βλ. απουσιολόγιο). Μου έβαλαν/πήρα ~. Έμεινε στην ίδια τάξη από ~ες. Βλ. κοπάνα.|| Η ομάδα θα αγωνιστεί με πέντε ~ες (: απόντες).|| Εκδήλωση μνήμης για τα δέκα χρόνια ~ας (: από τον θάνατο) του ποιητή. ΑΝΤ. παρουσία (1) 2. έλλειψη, ανυπαρξία ή ανεπάρκεια στοιχείου, πράγματος: ~ άγχους/κανόνων/κριτηρίων/μνήμης (= αμνησία)/νοήματος/πληροφόρησης/πόνου/υποδομών. ~ αποτελεσματικού συντονισμού/εναλλακτικών λύσεων. ~ βαθύτερου προβληματισμού/γόνιμου διαλόγου. ~ κοινής λογικής/κριτικής σκέψης. ~ επαρκών μέτρων υγιεινής. ~ αντιπυρικών ζωνών σε δάσος. ΑΝΤ. ύπαρξη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άδεια απουσίας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. δικαίωμα απουσίας από τη δουλειά: ειδική/κανονική ~ ~. ~ ~ με/χωρίς αποδοχές. ~ ~ για ασθένεια παιδιών/συμμετοχή σε συνέδριο. [< αγγλ. leave of absence] ● ΦΡ.: έλαμψε διά της απουσίας του (λόγ.) & έλαμψε με την απουσία του (ειρων.): αισθητή απουσία επίσημου συνήθ. προσώπου από εκδήλωση, συγκέντρωση: Από το δείπνο ~αν ~ τους οι τοπικοί βουλευτές. [< γαλλ. briller par son absence] , παίρνω απουσίες (οικ.): (στο απουσιολόγιο) σημειώνω τα ονόματα των μαθητών που απουσιάζουν. [< αρχ. ἀπουσία, γαλλ. absence]

ασφυξιογόνος

ασφυξιογόνος, ος, ο [ἀσφυξιογόνος] α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: που προκαλεί ασφυξία: ~ος: ουσία. Βλ. αντι~, -γόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφυξιογόνα (αέρια): που προξενούν ερεθισμό και αναπνευστικά προβλήματα: έκθεση σε ~ ~. Βλ. δακρυγόνο, μονοξείδιο του αζώτου, φωσγένιο, χημικό, χλώριο. [< γαλλ. asphyxiant, αγγλ. asphyxiating]

γονικός

γονικός, ή, ό γο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τους γονείς: ~ός: έλεγχος (π.χ. για την πρόσβαση των παιδιών στο διαδίκτυο). ~ή: ευθύνη/φροντίδα. ~ό: επίδομα. ~ές: υποχρεώσεις. Απαραίτητη/επιθυμητή η ~ή συναίνεση (: χαρακτηρισμός καταλληλότητας τηλεοπτικών προγραμμάτων) Βλ. μητρ-, πατρ-ικός, πατρο~, προ~. ΣΥΝ. γονεϊκός 2. ΠΛΗΡΟΦ. που βρίσκεται σε υψηλότερη ιεραρχικά βαθμίδα σε σχέση με κάτι άλλο, το οποίο και περικλείει: ~ός: κατάλογος/φάκελος. ~ή: διεργασία. ΣΥΝ. πατρικός (4) ● ΣΥΜΠΛ.: γονική άδεια: ΝΟΜ. που χορηγείται σε κάθε εργαζόμενο γονιό με ανήλικο τέκνο, για την εκπλήρωση γονεϊκών ευθυνών: ~ ~ ανατροφής., γονική παροχή: ΝΟΜ. μεταβίβαση με συμβολαιογραφική πράξη περιουσιακού στοιχείου από τον γονέα προς το παιδί, χωρίς την απαίτηση ανταλλάγματος: Έκανε το σπίτι του ~ ~ (στον γιο του)., γονική μέριμνα βλ. μέριμνα [< αρχ. γονικός 2: αγγλ. parent]

θάλαμος

θάλαμος θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. κλειστή κατασκευή ή χώρος μικρών σχετικά διαστάσεων με συγκεκριμένη χρήση: ~ καύσης απορριμμάτων (πβ. κλίβανος). ~ δοκιμών. Ψυκτικός ~ συντήρησης. Στεγανός ~ με ρυθμιζόμενη πίεση αέρα. Αεροστεγής ~ μέτρησης. ~οι ψυγείων. (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~ ασφαλείας χημικών αντιδραστηρίων/φυσαλίδων υδρογόνου. ~ (ΒΟΤ.) επώασης σπόρων/(ΦΥΣ.) κενού. Θερμοκρασία ~άμου. Βλ. θερμο~.|| Τηλεφωνικός ~ (παλαιότ.). ~ επιβατών/πληρώματος. ~ ανελκυστήρα (= καμπίνα)/αυτοκινήτου (πβ. κλωβός)/διακυβέρνησης (= πιλοτήριο, κόκπιτ)/οδήγησης/πλοήγησης/της σάουνας (πβ. κουβούκλιο). ~ ελέγχου αεροσκάφους. ~ αποσυμπίεσης (π.χ. για δύτες, πιλότους, αστροναύτες). Βλ. αερο~, ραδιο~. 2. μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου, στρατώνα ή φυλακής, συνήθ. κοιτώνας: (ΙΑΤΡ.) ~ αρνητικής πίεσης (: για αρρώστους με μολυσματικές ασθένειες όπου ο κυκλοφορούμενος αέρας δεν απελευθερώνεται σε άλλους χώρους)/ασθενών/επειγόντων περιστατικών/νεογνών/τοκετού. ~ βραχείας νοσηλείας έξι κλινών. ~ απομόνωσης (στη ΜΕΘ). Βλ. προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλιτών. ~ με πενήντα κρεβάτια. (συνεκδ.) Όλος ο ~ μιλούσε για ...|| Ο ~ Επιχειρήσεων του Λιμενικού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. κτιστός υπόγειος τάφος: νεκρικός/ταφικός ~. Βλ. θησαυρός1, νεκρο~. 4. ΑΝΑΤ. κοιλότητα: ο οπίσθιος/πρόσθιος ~ του οφθαλμικού βολβού. Πβ. θαλάμη. ● ΣΥΜΠΛ.: θάλαμος αερίων 1. ΙΣΤ. ειδικός χώρος σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέσα στον οποίο γίνονταν μαζικές θανατώσεις κρατουμένων με χρήση δηλητηριωδών αερίων: ~οι ~ και κρεματόρια/φούρνοι. Βλ. ολοκαύτωμα. 2. (μτφ.) περιοχή με μολυσμένη και αποπνικτική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης αέριων ρύπων. [< αγγλ. gas chamber, 1945] , οπτικός θάλαμος & θάλαμος: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σχηματισμούς από φαιά ουσία που αναμεταδίδουν αισθητικά ερεθίσματα προς τον εγκεφαλικό φλοιό. [< γαλλ.-αγγλ. thalamus] , σκοτεινός θάλαμος ΦΩΤΟΓΡ. 1. σκοτεινό δωμάτιο με ειδικά εξαρτήματα, λεκάνες με χημικά εμφάνισης, εκτυπωτική μηχανή, και εξαερισμό μέσα στο οποίο γίνεται εμφάνιση και εκτύπωση φιλμ. Πβ. εμφανιστήριο.|| ψηφιακός ~ ~. 2. βασικό τμήμα της παραδοσιακής φωτογραφικής μηχανής με τη μορφή μικρού κουτιού με μαύρα εσωτερικά τοιχώματα, στη μια πλευρά του οποίου υπάρχει άνοιγμα, όπου εφαρμόζεται ο συγκεντρωτικός φακός. Βλ. διάφραγμα, φωτοφράκτης. [< γαλλ. chambre noire] , θάλαμος ιονισμού βλ. ιονισμός [< 1,2,3: αρχ. θάλαμος 1,2,4: γαλλ. chambre, αγγλ. chamber]

θέλημα

θέλημα θέ-λη-μα ουσ. (ουδ.): ό,τι θέλει κάποιος: Δείχνει προθυμία/υπακούει σε κάθε ~ά του. Πβ. απαίτηση, γούστο, επιθυμία, θέληση.θελήματα (τα) (προφ.) 1. μικροδουλειές για την εξυπηρέτηση κάποιου, συνήθ. εκτός οικίας ή χώρου εργασίας: παιδί για τα ~. Τον στέλνουν συνέχεια για ~. Την προσέλαβαν ως γραμματέα, όχι για να κάνει ~. Πβ. αγγαρεία. 2. χαριστικές εξυπηρετήσεις, παράτυπες διευκολύνσεις: ~ πάντα με ανταλλάγματα. Βλ. ρουσφέτι. ● ΦΡ.: γενηθήτω το θέλημά σου βλ. γενηθήτω, θέλημα (του) Θεού βλ. θεός [< αρχ. θέλημα]

καταφύγιο

καταφύγιο κα-τα-φύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. μέρος όπου καταφεύγει κάποιος, για να προστατευτεί από κίνδυνο ή κακοκαιρία: Βρήκε/(ανα)ζήτησε ~ κάτω από ένα δέντρο. Έψαχναν για ~.|| Ορειβατικό/ορεινό ~ (: μικρό οίκημα στο βουνό για διανυκτέρευση ή προσωρινή διαμονή κυρ. των ορειβατών). Πβ. κατάλυμα. || Αλιευτικό ~. 2. ΣΤΡΑΤ. υπόγειος χώρος ειδικά διαμορφωμένος για την ασφάλεια στρατιωτών ή αμάχων από βομβαρδισμούς: αντιαεροπορικό/πυρηνικό ~. Μόλις ήχησαν οι σειρήνες, έτρεξαν/κατέβηκαν στα ~α. 3. (μτφ.) πρόσωπο ή χώρος στο(ν) οποίο βρίσκει κάποιος προστασία ή/και ανακούφιση από τα προβλήματά του: Η οικογένεια είναι το ~ό του (= απάγκιο, αποκούμπι, λιμάνι, στήριγμα).|| (για μέρος:) Έχει βρει ασφαλές/ήσυχο ~ σ' ένα σπιτάκι στην εξοχή (πβ. όαση, φωλιά). Βλ. άσυλο.|| (κατ' επέκτ.) Η δικαιοσύνη ως έσχατο ~. Πβ. καταφυγή. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφύγιο άγριας ζωής/θηραμάτων: ΟΙΚΟΛ. περιοχή όπου απαγορεύεται το κυνήγι και επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες για την ασφαλή διαβίωση και αναπαραγωγή θηραματικών ειδών. Βλ. βιό-, υγρό-τοπος, εθνικός δρυμός, θαλάσσιο πάρκο., φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< 1: αρχ. καταφύγιον, γαλλ. refuge, abri]

καψόνι

καψόνι κα-ψώ-νι ουσ. (ουδ.) 1. (στρατ. αργκό) σκληρή και συνήθ. εξευτελιστική δοκιμασία που επιβάλλεται παράτυπα από αξιωματικό σε στρατιώτη ή στρατιώτες ως τιμωρία ή μέσο πειθαρχίας: Τα ~ια έχουν καταργηθεί. Βλ. αγγαρεία. 2. (κατ' επέκτ.) ταλαιπωρία στην οποία υποβάλλεται κάποιος: Ο καιρός τους έκανε ~. [παλαιότ. ορθογρ. καψώνι]

κενό

κενό κε-νό ουσ. (ουδ.) 1. μεγάλος ή μικρός χώρος, ο οποίος δεν περιέχει κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό: Ο κασκαντέρ βρέθηκε/πήδηξε στο ~. Βλ. άπειρο, βάραθρο, χάος.|| Συμπληρώστε το ~ με το ονοματεπώνυμό σας. Προσοχή στο ~! Βλ. διάκενο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Άφησε μεταξύ των λέξεων ένα μόνο ~.|| (κατ' επέκτ., για χρονικό διάστημα) ~ σιωπής. 2. {συχνότ. στον πληθ.} ασυνέχεια ή έλλειψη: ~ εξουσίας. Γνωστικά/θεσμικά/ιδεολογικά/λογικά/μαθησιακά/νομοθετικά/πολιτισμικά ~ά. ~ά μνήμης (βλ. χάσμα). Παραλείψεις και ~ά. Γεφυρώνει το ~ ανάμεσα/μεταξύ ... Υπάρχουν ~ά στον έλεγχο/στην πληροφόρηση. Έχει ~ά στα Αρχαία. Η ομάδα παρουσίασε αμυντικά ~ά. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ασφαλείας σε λειτουργικό σύστημα. Πβ. αδυναμίες. 3. (μτφ.) αίσθημα που οφείλεται σε απώλεια σημαντικού προσώπου ή απουσία αξιών, ενδιαφερόντων: Νιώθω ένα ~. Πώς θα γεμίσει το ~ που προκάλεσε ο χαμός τους;|| Εσωτερικό/πλήρες/υπαρξιακό ~. Το ~ της ψυχής. 4. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} θέση που δεν έχει καταληφθεί, καλυφθεί από κάποιον: λειτουργικά/οργανικά ~ά (: στις οργανικές θέσεις μιας υπηρεσίας).|| (μτφ.) Ο θάνατός της άφησε ένα δυσαναπλήρωτο ~ στο θέατρο. 5. ΦΥΣ. χώρος στον οποίο η πίεση είναι χαμηλότερη της ατμοσφαιρικής: διαστρικό/μερικό/τεχνητό ~. Χαμηλό/μέσο/υψηλό ~. Ταχύτητα του φωτός στο ~. Πτώση των σωμάτων στον αέρα ή στο ~. 6. ΦΥΣ. ιδανική κατάσταση χώρου στον οποίο δεν υπάρχουν σωματίδια ύλης και δυναμικά πεδία. ● ΣΥΜΠΛ.: κενό (αέρος) 1. περιοχή όπου υπάρχει διαφορά στην πυκνότητα του ατμοσφαιρικού αέρα: μεγάλο/μικρό ~ ~. Το αεροπλάνο έπεσε σε ~ ~. Βλ. αναταράξεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συνθήκες τεχνητής αφαίρεσης του αέρα: συσκευασία ~ού ~ (πβ. αεροστεγής). Επιμετάλλωση/ψύξη σε ~ ~. Δοχείο/σωλήνες με ~ ~. Απόσταξη υπό ~. Το προϊόν διατίθεται τυποποιημένο σε ~ ~., νομικό κενό: ΝΟΜ. έλλειψη των αναγκαίων νομικών διατάξεων για την αποτελεσματική διευθέτηση ενός θέματος: Διαπιστώνονται σοβαρά ~ά ~ά στη σύμβαση., τεχνολογία κενού: ΤΕΧΝΟΛ. που αφορά μετρήσεις και διαδικασίες οι οποίες γίνονται σε συνθήκες πίεσης χαμηλότερης της ατμοσφαιρικής: μέθοδος αποχέτευσης λυμάτων με την ~ ~., αντλία κενού βλ. αντλία, απόλυτο κενό βλ. απόλυτος, ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού βλ. ερώτηση, ο φόβος/τρόμος του κενού βλ. τρόμος ● ΦΡ.: αισθάνομαι/έχω/νιώθω ένα κενό στο στομάχι: πεινώ., άλμα στο κενό 1. (για αυτοκτονία ή απόπειρα αυτοκτονίας) πτώση από σημείο που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος από το έδαφος: ~ ~ από τον έκτο όροφο κτιρίου (= βουτιά θανάτου/στο κενό). 2. (μτφ.) για ενέργειες που εμπεριέχουν κίνδυνο, είναι μάταιες ή έχουν απρόβλεπτες, κυρ. αρνητικές, συνέπειες: τυχοδιωκτικό ~ ~., έχω/κάνω κενό (προφ.): (για φοιτητή, μαθητή ή διδάσκοντα) δεν έχω μάθημα: Είχαμε/κάναμε ~ την ώρα των μαθηματικών.|| Θα διορθώσω τα γραπτά την πέμπτη ώρα που ~ ~., πέφτει στο κενό & (σπάν.) καταλήγει στο κενό {συνηθέστ. στον αόρ.} 1. (για πρόσ.) πηδά από πολύ μεγάλο ύψος: Έπεσε ~ από τον τρίτο όροφο. 2. (μτφ.) (για ενέργεια, προσπάθεια) δεν ευοδώνεται: Οι διαπραγματεύσεις/οι πρωτοβουλίες/τα σχέδιά τους έπεσαν ~ (= απέτυχαν). Η διαμαρτυρία του έπεσε ~ (= δεν εισακούστηκε)., καλύπτω το κενό/τα κενά βλ. καλύπτω [< αρχ. κενόν, γαλλ. vide]

-κίνητος

-κίνητος, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν τον τρόπο ή το μέσο της κίνησης: αει-κίνητος/αργο~/βραδυ~/δυσ~.|| Δι~/μπροστο~/πισω~/τετρα~. Aτμο-κίνητος/βενζινο~/ηλεκτρο~/μηχανο~/πετρελαιο~/χειρο~.|| (μτφ.) Ξενο~.

κοπανιστός

κοπανιστός, ή, ό κο-πα-νι-στός επίθ.: κοπανισμένος με γουδοχέρι: ~ά: καρύδια. Πβ. θρυμματισ-, τριμ-μένος.|| ~ές: ελιές (= τσακιστές· βλ. χαρακτός). ● ΦΡ.: αέρας κοπανιστός (μτφ.-προφ.): λόγια κενά περιεχομένου, απατηλές υποσχέσεις ή πράξεις ανάξιες λόγου: Όλα όσα λέει/υπόσχεται είναι ~ ~ (= φούμαρα). Πουλάει ~α ~ό! Πβ. λόγια του αέρα. [< μτγν. κοπανιστός]

κροτεί

κροτεί [κροτεῖ] κρο-τεί ρ. (αμτβ.) {μτχ. ουδ. κροτ-ούν} (αρχαιοπρ.): παράγει κρότο: ~ούν τα βεγγαλικά και τα βαρελότα. ● ΣΥΜΠΛ.: κροτούν αέριο: ΧΗΜ. εκρηκτικό μείγμα υδρογόνου και οξυγόνου. [< αρχ. κροτῶ]

μεθάνιο

μεθάνιο με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο (CH4), κορεσμένος υδρογονάνθρακας, που απαντά στα ανθρακωρυχεία ως συστατικό του φυσικού αερίου, αλλά και ως προϊόν αποσύνθεσης οργανικής ύλης ή βιομηχανικής παραγωγής και χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο, (τρι)χλωρο~. [< γαλλ. méthane < méth(ylène) + -ane, αγγλ. methane]

μετέωρος

μετέωρος, η, ο με-τέ-ω-ρος επίθ. 1. που αιωρείται ή δίνει αυτή την εντύπωση: Προς στιγμήν βρέθηκε ~ στον αέρα/στο κενό. Απότομοι βράχοι, ~οι πάνω από τη βαθιά θάλασσα. Πβ. αιωρούμενος. 2. (κυρ. μτφ.) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα, αναμονή ή εκκρεμότητα· αβοήθητος, εκτεθειμένος: ~η: πορεία/υπόθεση. ~η παραμένει η κατάσταση στην εμπόλεμη ζώνη. ~ο το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ιδέα έμεινε ~η (= δεν υλοποιήθηκε). Πβ. αβέβαιος, ατακτοποίητος, εκκρεμής.|| (για πρόσ.) Η ξαφνική του φυγή μάς άφησε ~ους. Ο νέος νόμος αφήνει ~ο πλήθος εργαζομένων. Πβ. ξεκρέμαστος. 3. (μτφ., για πρόσ.) που αμφιταλαντεύεται: Είναι/μένει/στέκει ~η (= μετεωρίζεται) ανάμεσα στα θέλω της και στα πρέπει. Πβ. αναποφάσιστος, διστακτικός. ΑΝΤ. αποφασισμένος ● ΦΡ.: το μετέωρο βήμα βλ. βήμα [< αρχ. μετέωρος]

μηχανογραφικός

μηχανογραφικός, ή, ό μη-χα-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μηχανογράφηση: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: διαχείριση/επεξεργασία/εφαρμογή/κάλυψη/οργάνωση/τήρηση βιβλίων/υποδομή/υποστήριξη. ● Ουσ.: μηχανογραφικό (το): το δελτίο που συμπληρώνουν οι υποψήφιοι φοιτητές/σπουδαστές για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δηλώνοντας με σειρά προτίμησης τις σχολές στις οποίες επιθυμούν να εισαχθούν. ● επίρρ.: μηχανογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανογραφική άδεια: που δικαιούται δημόσιος υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας· αντιστοιχεί σε μία ημέρα ανά δίμηνο: ~ ~ με πλήρεις αποδοχές. [< γαλλ. mécanographique]

μηχανοκίνητος

μηχανοκίνητος, η, ο μη-χα-νο-κί-νη-τος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με μηχανή: ~ος: εξοπλισμός. ~η: αντλία/βάρκα/λέμβος. ~ο: δίκυκλο/εργαλείο/μέσο/όχημα/σκάφος. ~α: πλοία. ΑΝΤ. χειροκίνητος 2. ΣΤΡΑΤ. που μεταφέρεται με οχήματα: ~ος: λόχος. ~η: δύναμη/μεραρχία/μονάδα/ταξιαρχία. ~ο: τάγμα πεζικού. ~α: τμήματα της Αστυνομίας. 3. που γίνεται με μηχανικά μέσα: ~η: κυκλοφορία/μεταφορά/πορεία (αλληλεγγύης)/πτήση. Βλ. -κίνητος. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανοκίνητος αθλητισμός βλ. αθλητισμός

μουστάρδα

μουστάρδα μου-στάρ-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτυματική ύλη με πικάντικη γεύση που παρασκευάζεται από σπόρους λευκού σιναπιού: δυνατή ~. Κρέμα/σάλτσα/σκόνη/σος ~ας. Βλ. κέτσαπ, μαγιονέζα. 2. σκόνη από σπόρους μαύρου σιναπιού με τονωτικές, θεραπευτικές ιδιότητες που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και την ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο της μουστάρδας: ΧΗΜ. υπερίτης. [< αγγλ. mustard gas, 1917] [< ιταλ. mostarda]

μύλος

μύλος μύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. κτίσμα με εγκαταστάσεις άλεσης σιτηρών ή καρπών: παραδοσιακός/περιστρεφόμενος ~. Η ρόδα/φτερωτή του ~ου. Βλ. αλευρό-, ανεμό-, νερό-μυλος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα για κονιορτοποίηση, πολτοποίηση ή θρυμματισμό στερεών κυρ. υλικών: ~ δημητριακών/ζάχαρης άχνης/του καφέ (= καφεκόπτης)/πιπεριού. Περνάμε τα λαχανικά/φρούτα από τον ~ο (πβ. μπλέντερ).|| Εργαστηριακός ~. ~ απορριμμάτων. 3. κυλινδρικός περιστρεφόμενος μηχανισμός πιστολιού που λειτουργεί ως φυσιγγιοθήκη: ~ έξι φυσιγγίων. Εσωτερικός ~ οκτώ βολών. Ανταλλακτικός ~ για αεροβόλα. 4. (προφ.) κατασκευή συνήθ. με χάρτινα ή πλαστικά πτερύγια που περιστρέφονται στον αέρα, συχνά ως παιδικό παιχνίδι. Πβ. φουρφούρι.μύλοι (οι): βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραγωγής προϊόντων άλεσης, κυρ. δημητριακών. ● ΦΡ.: γίνεται/γίναμε μύλος (προφ.): για μεγάλη αναταραχή, τσακωμό: Με πρόσβαλε και γίναμε ~ (= μαλλιά κουβάρια)., δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει (παροιμ.): δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι χωρίς τα αναγκαία εφόδια., όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει: οι κοινωνικά και οικονομικά ισχυροί έχουν πάντα όφελος, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά., κουβαλάει νερό στον μύλο κάποιου βλ. κουβαλώ, ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει βλ. αλέθω, σαν την κότα στο μύλο βλ. κότα [< μτγν. μύλος]

νόμος

νόμος νό-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Ν ή συντομ. ν. ή Ν.) θεσμοθετημένος κανόνας δικαίου, ο οποίος στηρίζεται στο Σύνταγμα μιας χώρας (ή ένωσης κρατών), ρυθμίζει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με το κράτος (ή την ένωση), με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του (της), και ψηφίζεται από το κοινοβούλιο (στο δημοκρατικό πολίτευμα): αντισυνταγματικός/αυστηρός/ελαστικός/σκληρός ~. Ειδικός/ιδρυτικός/κυρωτικός/τροποποιητικός/φορολογικός ~. Ο ~ περί πνευματικής ιδιοκτησίας. (προφ.) Δήλωση του Νόμου 105 (= υπεύθυνη δήλωση). Άρθρο/ασάφειες/ερμηνεία/κενά/παράγραφος του ~ου. Αναθεώρηση/αναστολή/κατάργηση ενός ~ου. Εκτός/εντός των πλαισίων του ~ου. Αντίθετα/σύμφωνα με τον ~ο. Διεθνείς/εθνικοί/κοινοτικοί ~οι. Συλλογή ~ων (= κώδικας). Ο (ισχύων/παρών) ~ απαγορεύει/επιτρέπει ... Κάτι απορρέει από τον ~ο/υπόκειται στις διατάξεις του ~ου. Όπως ορίζεται/προβλέπεται από τον ~ο, ... Γνωρίζω/εφαρμόζω/καταπατώ/καταστρατηγώ/παραβιάζω/τηρώ κατά γράμμα τον ~ο. Η Βουλή ψήφισε/ο υπουργός υπέγραψε/η κυβέρνηση πέρασε τον ~ο. Εγκρίθηκε/ενεργοποιήθηκε/θεσπίστηκε/τέθηκε σε ισχύ ο ~. Γίνεται ~ του κράτους (: δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) νομοθεσία, Δίκαιο· κατ' επέκτ. οι εκπρόσωποί της, οι Αρχές: αστικός/ποινικός ~. Το κύρος του ~ου. Ενάντια στον ~ο. Κανείς δεν είναι υπεράνω του ~ου. Επέβαλαν την τάξη και τον ~ο. Επικαλούμαι τον ~ο. Έχει τον ~ο με το μέρος του. Αψηφώ/περιφρονώ/προσβάλλω τους ~ους. Υπακούω στους ~ους. (Κάτι) υπάγεται στους ~ους του κράτους/της χώρας. (μτφ.) Θα πέσει πάνω τους βαρύς ο πέλεκυς του ~ου (= της Δικαιοσύνης· για επιβολή μεγάλης ποινής).|| Οι άνθρωποι του ~ου (: δικαστικοί, αστυνομικοί). Έπεσε στην παγίδα του ~ου (= τον συνέλαβαν). 3. κανόνας, αρχή: ο ~ της φιλοξενίας. Οι ανθρώπινοι ~οι (βλ. θείος ~). Οι (αδιασάλευτοι/απαράβατοι) ~οι μιας κοινωνίας. Οι ~οι της αγοράς/μόδας.|| (μτφ.) Επιβάλλω/κατανοώ/ξέρω/σέβομαι τους ~ους του παιχνιδιού.|| Ο ~ (της τιμής και) του αίματος (= βεντέτα)/του ανταγωνισμού/της μαφίας (= ομερτά· βλ. ~ της σιωπής)/του Μέρφι (: αν είναι κάτι να πάει στραβά, θα πάει)/(των ανθρώπων) της νύχτας. 4. (επιστ.) γενική διατύπωση για τη σχέση μεταξύ των φαινομένων, όπως προκύπτει από την παρατήρηση και επαληθεύεται από την εμπειρία· κατ' επέκτ. βασική και σταθερή αρχή: ο ~ της αδράνειας/της αιτιότητας/του Μέντελ. Οικονομικοί ~οι. Διερεύνηση/μελέτη/πειραματική επαλήθευση των φυσικών ~ων. Οι ~οι της Φυσικής. Βλ. αξίωμα.|| Κατασκευή που αψηφά τον ~ο της βαρύτητας. Το Σύμπαν υπάγεται στους ~ους του χώρου και του χρόνου. Γενικοί ~οι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.|| Κάτι ακολουθεί/αντιβαίνει/παραβιάζει τον ~ο/τους ~ους της ύπαρξης/φύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικός νόμος: που αναφέρεται στην εφαρμογή συνταγματικών διατάξεων., θείος/ιερός νόμος: οι εντολές του Θεού, στις οποίες καλούνται να υπακούουν οι πιστοί μιας θρησκείας., θεμελιώδης νόμος/θεμελιώδεις νόμοι: το Σύνταγμα., νόμος της προσφοράς και της ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. ο οποίος, στην ελεύθερη οικονομία, καθορίζει τις τιμές και τους μισθούς, σύμφωνα με το επίπεδο της ζήτησης και τη διαθεσιμότητα., νόμος-πλαίσιο: του οποίου οι γενικές διατάξεις λειτουργούν ως πλαίσιο για επιμέρους εφαρμογές: ~ ~ για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ. [< γαλλ. loi-cadre, περ. 1950] , οργανικός/θεσμικός νόμος: που προσδιορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας οργάνων και θεσμών που προβλέπει το Σύνταγμα (π.χ. εκλογικός νόμος)., ουσιαστικός νόμος: ΝΟΜ. πράξη της Πολιτείας που περιέχει κανόνα ή κανόνες δικαίου (π.χ. νομοθετικό διάταγμα), ανεξάρτητα από το όργανο που τους θεσπίζει: ~ ~ ενίσχυσης των αγροτών., πρόταση νόμου: ΠΟΛΙΤ. νομοσχέδιο που κατατίθεται προς ψήφιση από βουλευτές και όχι από την κυβέρνηση., σχέδιο νόμου: νομοσχέδιο., τυπικός νόμος: κάθε πράξη της Πολιτείας που θεσπίζεται από τη Βουλή και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (π.χ. προϋπολογισμός): Αν ο ~ ~ περιέχει κανόνα δικαίου, είναι και ουσιαστικός νόμος., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, αναγκαστικός νόμος βλ. αναγκαστικός, αρχή/νόμος της διατήρησης βλ. διατήρηση, ειδικοί ποινικοί νόμοι βλ. ποινικός, εκλογικός νόμος βλ. εκλογικός, ευεργετικός νόμος/ευεργετική διάταξη βλ. ευεργετικός, ηθικός κώδικας/νόμος βλ. ηθικός, Μωσαϊκός Νόμος βλ. μωσαϊκός2, νόμος των πιθανοτήτων βλ. πιθανότητα, ο νόμος της σιωπής βλ. σιωπή, ο νόμος της τρισυλλαβίας βλ. τρισυλλαβία, στρατιωτικός νόμος βλ. στρατιωτικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, το γράμμα του νόμου βλ. γράμμα, το πνεύμα του νόμου βλ. πνεύμα, τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: άγνοια νόμου: γενική αρχή του δικαίου που αναφέρεται στο Σύνταγμα: ~ ~ δεν δικαιολογείται/δεν επιτρέπεται/δεν συγχωρείται., διά νόμου (λόγ.): με ειδικό νόμο: (Κάτι) απαγορεύεται/επιβάλλεται/καταργείται/κατοχυρώνεται/ρυθμίζεται ~ ~., εκ του νόμου (λόγ.): σύμφωνα με τον νόμο, από τον νόμο: Η διαδικασία είναι αυστηρώς απόρρητη ~ ~., εν ονόματι του νόμου (λόγ.) & στο όνομα του νόμου: επίκληση του νόμου για επικύρωση ενέργειας: άσκηση βίας/κλήση μάρτυρα ~ ~. Δρα/μιλά ~ ~. Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε/συλλαμβάνεστε (: λέγεται από αστυνομικό όργανο)!, κανονικά και με τον νόμο (εμφατ.-συνήθ. ειρων.): για τυπικά αποδεκτή ή νομότυπη ενέργεια, αλλά συχνά, στην ουσία, δυσάρεστη ή ανήθικη: Διορίστηκε/τον εκμεταλλεύονται ~ ~., κατά νόμο/κατά παράβαση του νόμου: ΝΟΜ. σύμφωνα με ή παραβαίνοντας τον νόμο: κατά νόμο ενέργειες/κατάθεση. Κατά νόμο αρμόδιες Αρχές/υπεύθυνος/υπόχρεος. Υποβολή των κατά νόμο αποδεικτικών/δικαιολογητικών/στοιχείων.|| Κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος κατά παράβαση του νόμου., νόμω (λόγ.): σύμφωνα με το γραπτό Δίκαιο: ~ κατοχύρωση. Η παρούσα αίτηση είναι ~ και ουσία αβάσιμη/βάσιμη. Βλ. φύσει., ο νόμος/οι νόμοι και οι προφήτες: οι γραπτοί κανόνες και οι αυθεντίες: Πέρα από τους νόμους και τους ~, υπάρχει και η δύναμη του λαού., παίρνω τον νόμο στα χέρια μου: αυτοδικώ., παρά τον νόμο: αντίθετα με τον νόμο: καταχρηστική και ~ ~ χρήση των υπηρεσιών. Χορηγήθηκαν άδειες ~ ~ (= παράνομα)., (έχει) ισχύ νόμου βλ. ισχύς, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, εκτός νόμου βλ. εκτός, μηδενικός νόμος βλ. μηδενικός, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο, ο νόμος της ζούγκλας βλ. ζούγκλα, ο νόμος των μεγάλων αριθμών βλ. αριθμός, το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< αρχ. νόμος, γερμ. Gesetz, γαλλ. loi, αγγλ. law]

-ούχος1

-ούχος1 (λόγ.): επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει αυτόν που (κατ)έχει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: εκατομμυρι~/κεφαλαι~/οικοπεδ~. Συνταξι~.|| Aδει~/δικαι~.

παράθυρο

παράθυρο πα-ρά-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύρου} 1. άνοιγμα σε τοίχο ή μεταφορικό μέσο, καλυμμένο συνήθ. με τζάμι, το οποίο επιτρέπει τη θέα, αλλά και τον αερισμό-φωτισμό· ιδ. συνεκδ. το πλαίσιό του, τα παραθυρόφυλλα ή/και το τζάμι του: δίφυλλο/εσωτερικό/τυφλό (: που δεν έχει θέα)/ψηλό ~. Το γείσο/η κάσα/η κορνίζα/το κούφωμα/τα παντζούρια/το περβάζι/το τελάρο του ~ύρου. ~α με κάγκελα/κουρτίνες/ρόμαν/σίτες/στόρια. Τα ~α βλέπουν (= έχουν θέα) στη θάλασσα.|| Αλουμινένια/μεταλλικά/ξύλινα/πλαστικά ~α.|| Ανοιχτά/κλειστά ~α. Ανακλινόμενα (βλ. κουμπάσο)/ανοιγόμενα/συρόμενα ~α. Οι γρίλιες/ο μεντεσές/το πόμολο/ο σύρτης του ~ύρου. Ασφάλειες ~ύρων. Βλ. τουρνικέ.|| Τα ~α έχουν θολώσει. Καθαρίζω/πλένω τα ~α.|| Τα (στρογγυλά) ~α των πλοίων (= φινιστρίνια).|| (σε αυτοκίνητο:) Ηλεκτρικά/πλευρικά ~α. Κατεβάζω το ~.|| (σε αεροπλάνο:) Επιλογή θέσης δίπλα σε ~.|| (κατ' επέκτ., σε φριτέζα:) ~ παρακολούθησης τηγανίσματος. Βλ. παραθυράκι, πορτοπαράθυρα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνιο πλαίσιο στην οθόνη του υπολογιστή, στο οποίο εμφανίζεται αρχείο, πρόγραμμα ή ιστοσελίδα: αναδυόμενο/ενεργό ~. Βασικό/κεντρικό/κύριο ~ εφαρμογής. ~ εργασιών/περιήγησης. Ελαχιστοποίηση/κλείσιμο/μεγιστοποίηση/μετακίνηση ~ύρου. Διαχειριστής/εναλλαγή/σύστημα/τακτοποίηση ~ύρων. Εμφανίζεται ~ με τίτλο ... Βλ. φόρμα. 3. (μτφ.) οτιδήποτε παρέχει τη δυνατότητα επαφής με κάτι θετικό: το βιβλίο/το διαδίκτυο/η εκπαιδευτική τηλεόραση ως ~ στον κόσμο της γνώσης. Με τα τεχνολογικά επιτεύγματα ανοίγεται ένα ~ στο μέλλον. ● Μεγεθ.: παραθυράρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονικό παράθυρο: ΓΕΩΛ. πετρώματα που βρίσκονται κάτω από άλλα και έρχονται στην επιφάνεια λόγω ρηγμάτων ή αποσάθρωσης., τηλεοπτικό παράθυρο & παράθυρο της τηλεόρασης & (προφ.) παράθυρο: ΤΗΛΕΟΡ. καθένα από τα ορθογώνια συνήθ. πλαίσια στα οποία χωρίζεται η τηλεοπτική εικόνα, για να εμφανιστούν τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε εκπομπή, παρουσιαστές, συνεργάτες ή/και καλεσμένοι· (συνεκδ., στον πληθ.) δελτία ειδήσεων ή κυρ. ειδησεογραφικές εκπομπές: Βγήκε στα ~ά ~α να καταγγείλει ...|| Γυρνά από ~ ~ σε ~ ~ (βλ. μαϊντανός). ΣΥΝ. τηλεπαράθυρο, πλαίσιο/παράθυρο διαλόγου βλ. πλαίσιο ● ΦΡ.: ανοίγω (ένα) παράθυρο (μτφ.): δίνω ευκαιρίες ή δυνατότητες σε κάποιον, του αφήνω περιθώρια για κάτι: ~ξαν ~ συνεργασίας. Η συναίνεση ~ξε ~ αισιοδοξίας/ευκαιρίας. [< γαλλ. οuvrir une fenêtre sur, αγγλ. window of opportunity] , απ' το παράθυρο (προφ.): με παράνομο, παράτυπο τρόπο: μετεγγραφές/προσλήψεις ~ ~., αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο (μτφ.): αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο: Άφησαν ανοιχτό ~ για πρόωρες εκλογές. ~σε ανοιχτό το ~ του διαλόγου. ΣΥΝ. αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι, μπαίνω απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): επιτυγχάνω τον στόχο μου παράνομα ή αντικανονικά: Μπήκαν ~ ~ (= διορίστηκαν), χωρίς να δώσουν εξετάσεις.|| Η ομάδα μπήκε ~ ~ στα ημιτελικά., πετώ κάτι απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): απορρίπτω κάτι, θεωρώντας το ασήμαντο, ανάξιο λόγου: Πέταξαν την πρόταση ~. Βλ. εκπαραθυρώνω. [< αγγλ. throw out of the window] , πετώ τα λεφτά/τα χρήματά μου απ' το παράθυρο/στον αέρα (μτφ.-προφ.): τα σπαταλώ αλόγιστα, κάνω περιττά έξοδα. [< γαλλ. jeter mon argent par les fenêtres] , όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα, τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο βλ. διώχνω [< 1: μεσν. παράθυρο(ν) 2: αγγλ. window, 1974, 3: γαλλ. fenêtre]

πλανώ

πλανώ [πλανῶ] πλα-νώ ρ. (μτβ.) {πλαν-άς ... | πλάν-εψα (σπάν. λογιότ.) -εσα, πλανιέμαι (λόγ.) -ώμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -εμένος (λόγ.) -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): παραπλανώ. Βλ. πλανεύω. ● Παθ.: πλανιέμαι & (λόγ.) πλανώμαι 1. περιπλανιέμαι: ~ήθηκαν στα πέλαγα/σε ερηµιές και βουνά/σε χώρες μακρινές.|| (μτφ.) Το βλέμμα/η ματιά της ~θηκε στον χώρο. Η σκέψη του ~θηκε στα περασμένα. 2. (συνήθ. στον τ. πλανώμαι) (ξε)γελιέμαι, απατώμαι: ~άσαι αν θεωρείς/νομίζεις ότι ... ~ήθηκε ως προς ... ~ημένοι από την παραπληροφόρηση.|| ~ημένη αντίληψη (= εσφαλμένη).|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι ~εμένοι/~ημένοι (: που δεν ακολουθούν την ορθή πίστη· αλλόθρησκοι, αιρετικοί ή όσοι αλλαξοπίστησαν)., πλανιέται & (λόγ.) πλανάται: (μτφ.-συνήθ. για κάτι αρνητικό) αιωρείται, επικρέμαται: ~ το ενδεχόμενο/ο κίνδυνος/ο φόβος. Το φάσμα της φτώχειας ~ πάνω από την/στην χώρα. Μυστήριο ~ γύρω από τον φόνο. ● ΦΡ.: πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) (λόγ.): βρίσκεται σε μεγάλη πλάνη: Πλανάσαι ~ ~ (= γελιέσαι, είσαι γελασμένος), αν νομίζεις ότι μπορείς να τον κοροϊδέψεις!, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα (μτφ.) 1. για κάτι που διαδίδεται, κυκλοφορεί συνήθ. ανεπίσημα: Πολλά ερωτήματα/ερωτηματικά/φήμες πλανώνται ~ ~. 2. για ιδέα, συναίσθημα που γίνεται αόριστα αισθητό: Μια αίσθηση ευφορίας ~ ~. Κάτι αρνητικό ~ ~., το πλανάσθαι/σφάλλειν ανθρώπινον βλ. ανθρώπινος [< αρχ. πλανῶ]

σαλάμι

σαλάμι σα-λά-μι ουσ. (ουδ.) {σαλαμ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό, κυλινδρικού συνήθ. σχήματος, από αλεσμένο χοιρινό και βοδινό κρέας, κομμάτια λίπους και μπαχαρικά, που κόβεται σε λεπτές φέτες: ~ βραστό/καπνιστό/μπίρας/πικάντικο/σκορδάτο. Ψωμί με ~. Βλ. λουκάνικο. ● Υποκ.: σαλαμάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάμι αέρος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που παραμένει σε ειδικό θάλαμο για ωρίμανση και μερική αφυδάτωση: ~ ~ με πάπρικα/για σάντουιτς., σαλάμι ψυγείου: ΖΑΧΑΡ. κορμός με μπισκότα και σοκολάτα. Πβ. ρολό σοκολάτας. ΣΥΝ. μωσαϊκό (3) ● ΦΡ.: με τη μέθοδο του σαλαμιού (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): με σαλαμοποίηση. Βλ. κομμάτι κομμάτι. [< ιταλ. salami, γαλλ. ~, 1923]

σημαία

σημαία ση-μαί-α ουσ. (θηλ.) {σημαιών} 1. κομμάτι από ύφασμα ή πλαστικό, που ποικίλλει σε μέγεθος, σχήμα (συνήθ. ορθογώνιο ή τετράγωνο) και χρώματα, συχνά είναι διακοσμημένο με έμβλημα, προσαρμόζεται σε κοντάρι και χρησιμοποιείται ως σύμβολο: η ελληνική (= γαλανόλευκη)/ευρωπαϊκή/αμερικανική (= αστερόεσσα) ~. Επίσημη ~ κράτους/χώρας. Πειρατική/πολεμική ~. Εθνικές ~ες. Η ~ του δήμου/του κόμματος/της ομάδας/της πόλης/του συλλόγου/του σωματείου. Η ~ της αεροπορίας/της επανάστασης/του ναυτικού/του στρατού ξηράς. Ο ιστός της ~ας. Αλλαγή/ανάρτηση/βεβήλωση/έπαρση/ύψωση ~ας. Η ~ ανεμίζει. Ανεβάζω/κατεβάζω/κρατώ/κρεμώ/τιμώ τη ~. ~ αναρτημένη σε ... Πλοίο με ~ ... Οι ~ες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. λάβαρο, παντιέρα.|| (συνεκδ.) Αγωνίστηκαν/θυσιάστηκαν για τη ~ (: το έθνος, την πατρίδα). 2. παρόμοιο αντικείμενο που έχει ορισμένο συμβολισμό ή χρησιμοποιείται για συγκεκριμένο σκοπό: ειδική/κίτρινη (: διεθνές σήμα της καραντίνας)/οικολογική/πράσινη ~. Διακοσμητικές/διαφημιστικές ~ες.|| (στο ποδόσφαιρο) Η ~ (συνήθ. το σημαιάκι) του επόπτη/κόρνερ.|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) Η ~ του αφέτη. Κόκκινη ~ (για διακοπή του αγώνα). Πτώση της καρό ~ας (: τερματισμού). Βλ. φόρμουλα. || (ΛΑΟΓΡ.) ~ του γάμου (= φλάμπουρο). 3. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) έμβλημα, σύμβολο: ιδεολογική ~. Παίκτης-~ της ομάδας του (: ηγετική μορφή). Με ~ την ανανέωση/ποιότητα (πβ. σύνθημα). Έγινε η ~ του κινήματος ενάντια στην ... 4. {κυρ. στον εν.} εξάρτημα του ταξίμετρου με την ένδειξη "ελεύθερο", που, όταν είναι ανεβασμένο, δηλώνει ότι το ταξί είναι διαθέσιμο: (στην εκκίνηση της διαδρομής) πτώση της ~ας. ● Υποκ.: σημαιάκι (το), σημαιούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γαλάζια σημαία: διεθνές περιβαλλοντικό σήμα ποιότητας που απονέμεται ως τιμητική διάκριση σε οργανωμένη παραλία ή μαρίνα, με κριτήρια την καθαριότητα θάλασσας και ακτής, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ασφάλεια λουομένων και επισκεπτών και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. [< αγγλ. blue flag, 1987] , λευκή σημαία 1. σημαία και γενικότ. πανί άσπρου χρώματος που δηλώνει παράδοση, ανακωχή, συνθηκολόγηση: ~ ~ για διακοπή των εχθροπραξιών. Σήκωσαν/ύψωσαν ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) για κάθε κίνηση συμφιλιωτικού, διαπραγματευτικού χαρακτήρα., σημαία ευκαιρίας & (σπάν.) ευκολίας (συντομ. ΣΕ) 1. ΕΜΠΟΡ. νηολόγηση εμπορικού πλοίου με ξένη σημαία, που του παρέχει λιγότερο περιοριστικούς κανονισμούς (στη φορολογία, τη νομοθεσία). 2. (μτφ.) για ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ή δικαιολογίες: προεκλογικές ~ες ~. [< αγγλ. flag of convenience] , ολυμπιακή σημαία βλ. ολυμπιακός, υποστολή (της) σημαίας βλ. υποστολή ● ΦΡ.: η σημαία κυματίζει μεσίστια: ως ένδειξη πένθους για τον θάνατο επιφανούς προσωπικότητας ή γενικότ. για εθνικό πένθος., κάνω σημαία μου (κάτι): το υποστηρίζω με πάθος: ~ ~ τον εθελοντισμό/τα δημοκρατικά ιδεώδη., κάτω από τη/υπό (τη) σημαία 1. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που είναι υπό την εξουσία, εποπτεία, καθοδήγηση, προστασία κράτους, φορέα, ιδεολογίας: Δήμαρχος/περιφερειάρχης που εξελέγη ~ ~ ενός κόμματος. ~ ~ του αντιπολεμικού κινήματος. 2. (μόνο με το υπό) για πλεούμενο που φέρει τη σημαία μιας χώρας: πλοία υπό ~ κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. sous les drapeaux] , κρατώ ψηλά τη σημαία (μτφ.) : εξακολουθώ να αγωνίζομαι για κάτι ανυποχώρητα: Μαχητές που κράτησαν ~ ~ της ελευθερίας. Η εταιρεία κρατάει ~ ~ της ποιότητας., παίρνω άδεια από τη σημαία (μτφ.-ειρων.): για εργαζόμενο ή φαντάρο που απουσιάζει χωρίς επίσημη άδεια., υψώνω τη σημαία 1. την ανεβάζω στον ιστό. 2. (μτφ.) διακηρύσσω: ~σε ~ του εκσυγχρονισμού/της ενότητας., με σημαίες και (με) ταμπούρλα βλ. ταμπούρλο, σηκώνω τη σημαία βλ. σηκώνω, υποστέλλω τη σημαία βλ. υποστέλλω [< μτγν. σημαία, γαλλ. drapeau, αγγλ. flag]

στα

στα βλ. σε1

στολή

στολή στο-λή ουσ. (θηλ.): ομοιόμορφη συνήθ. ενδυμασία που φοριέται από όσους υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας ή από το προσωπικό ορισμένων επαγγελμάτων ή από μαθητευόμενους σχολείων, σχολών και από μέλη ομάδων για λόγους αναγνωρισιμότητας ή λειτουργικότητας: θερινή/στρατιωτική/χειμερινή ~. ~ αξιωματικού/αστυνομικού/(αστρο)ναύτη/πιλότου. (παλαιότ.) ~ εξόδου. (ΝΟΜ.) Αντιποίηση ~ής.|| Ιερατική ~.|| ~ εργασίας. Βλ. φόρμα.|| Αθλητική/μαθητική ~. Κατάργηση της ~ής. ~ δύτη/ιππασίας.|| Εθνική/παραδοσιακή/τοπική ~ (: χαρακτηριστική έθνους ή περιοχής). Πβ. αμφίεση, φορεσιά.|| Αποκριάτικη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλη στολή: ΣΤΡΑΤ. επίσημη ενδυμασία αξιωματικού., στολή υπηρεσίας & (παλαιότ.-προφ.) στολή αγγαρείας: ΣΤΡΑΤ. στολή παραλλαγής την οποία φορούν οι στρατιώτες κατά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών. ● ΦΡ.: εν στολή (επίσ.): με στολή: βαθμοφόροι/στρατιωτικός ~ ~. [< αρχ. στολή ‘ενδυμασία, άμφιο’]

τινάζω

τινάζω τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {τίνα-ξα, -ξει, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, τινάζ-οντας, -όμενος} 1. κουνώ απότομα και συνήθ. επαναλαμβανόμενα, τραντάζω: ~ (ελαφρά/νευρικά) το κεφάλι/τα μαλλιά μου. ~ξε το χέρι του. Το πουλάκι ~ξε (πάνω κάτω) τα φτερά του.|| ~ την κουβέρτα/τα ρούχα/το σεντόνι/το τραπεζομάντιλο/τα χαλιά.|| ~ τη σκόνη από τα βιβλία (πβ. ξεσκονίζω).|| ~ το δέντρο να πέσουν οι ελιές. Πβ. ραβδίζω. 2. πετώ μακριά και με δύναμη: Το άλογο ~ξε τον αναβάτη στον αέρα.|| (προφ.) Τον ~ξε το ρεύμα (: έπαθε ηλεκτροπληξία).|| (μτφ.) ~ από πάνω μου τα κατάλοιπα του παρελθόντος (πβ. απο~). ● Παθ.: τινάζομαι: αναπηδώ, πετιέμαι πάνω από ανησυχία, έκπληξη ή/και φόβο: Βλέπει εφιάλτες και ~εται στον ύπνο του. Με το που το άκουσε, ~χτηκε (όρθιος) σαν να είχε φάει γροθιά/σαν να τον τσίμπησε φίδι/ως το ταβάνι. Με το μπαμ, ~χτήκαμε όλοι έξω να δούμε τι γίνεται. Ο θόρυβος την έκανε να ~χτεί από την καρέκλα/έντρομη. Βλ. σκιρτώ.|| (μτφ.) Η δημοτικότητά του/η κυκλοφορία του περιοδικού ~χτηκε (= εκτινάχθηκε) στα ύψη. ● ΦΡ.: τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) πέθανε· (για μηχάνημα, συσκευή) σταμάτησε να λειτουργεί, χάλασε. ΣΥΝ. τα κακάρωσε, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα (προφ.): τον σκοτώνω, πυροβολώντας τον στο κεφάλι: ~ξε τα μυαλά του ~ (= αυτοκτόνησε)., πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο βλ. ελατήριο, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα βλ. αέρας, τινάζω την μπάνκα στον αέρα βλ. μπάνκα [< μεσν. τινάζω]

υποξείδιο

υποξείδιο [ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas]

φόρα1

φόρα1 φό-ρα ουσ. (θηλ.): μεγάλη δύναμη, ταχύτητα, ορμή: Το αυτοκίνητο έπεσε με ~ στον τοίχο. Ερχόταν με ~ καταπάνω μας (πβ. φούρια).|| (ΑΘΛ.) Άλμα με ~. Έριξε με ~ το ακόντιο. Εκτέλεσε χωρίς ~ το πέναλτι.|| (μτφ.) Η τεχνολογία έχει μπει με ~ στη ζωή μας. ● ΦΡ.: κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αποθαρρύνω ή του προβάλλω εμπόδια: Πήγε να της ζητήσει βοήθεια, αλλά του ~ψε αμέσως ~/του ~ψε ~ μια και καλή. ΣΥΝ. κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου, παίρνω φόρα 1. αναπτύσσω ταχύτητα: Πήρε ~ και πέταξε το ακόντιο. Πάρε ~ και πήδα!|| (μτφ.) Τώρα που πήρε ~, ποιος τον πιάνει. Ήταν να μην πάρει ~. 2. (μτφ.) αρχίζω την πολυλογία, με πιάνει λογοδιάρροια: Σταμάτα, γιατί πολλή ~ πήρες. [< αρχ. φορά με μετακίνηση του τόνου]

φρέσκος

φρέσκος, ια, ο φρέ-σκος επίθ. 1. (για τρόφιμα) που προσφέρεται για κατανάλωση σχεδόν αμέσως ή μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη συλλογή, παραγωγή ή παρασκευή του, με αποτέλεσμα να μην έχει υποστεί αλλοίωση (των συστατικών του) ή συντήρηση: ~ια: ρίγανη. ΑΝΤ. αποξηραμένος. ||~α: προϊόντα (βλ. τυποποιημένα). || ~α: κρεμμυδάκια/φασολάκια. ΣΥΝ. χλωρός. ΑΝΤ. ξερός.|| ~ο: κρέας. ~α: ψάρια. ΑΝΤ. κατεψυγμένος.|| ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.|| ~ος: χυμός. ~ο: γάλα/ελαιόλαδο (βλ. αγουρέλαιο)/νερό.|| ~ια: κρέμα/μαγιά/σάλτσα (ντομάτας). ~ο: βούτυρο/ψωμί. ~α: αβγά (ΑΝΤ. κλούβια)/ζυμαρικά. Τούρτα με ~α υλικά. ΣΥΝ. νωπός (1) ΑΝΤ. μπαγιάτικος (1) 2. (μτφ.-προφ.) καινούργιος, πρόσφατος: ~(ι)ες: ειδήσεις/πληροφορίες (πβ. σημερινός). ~α: νέα.|| Είναι πολύ ~(ι)ες (= νωπές) οι αναμνήσεις/μνήμες.|| ~ια: μπογιά (: που δεν έχει ακόμα στεγνώσει).|| ~ο χιόνι (: απάτητο). ~α ίχνη στο χώμα. 3. (μτφ.-προφ.) πρωτότυπος, ανανεωτικός: ~ια: σκέψη. ~ο: μυαλό (: δημιουργικό). ~(ι)ες: ιδέες. Η ταινία είναι μια ~ια ματιά σε ένα πολυσυζητημένο θέμα. Προσεγγίζει το θέμα από μια ~ια οπτική. 4. (μτφ.-προφ.) ξεκούραστος, ανανεωμένος: Ξύπνησε κεφάτος και ~. (εμφατ.) Γύρισε ~ ~ απ' τις διακοπές. 5. (μτφ.-προφ.) νέος σε κάποιον χώρο: ~ο: μέλος (της παρέας). ~ στη δουλειά. Πβ. νεόκοπος. 6. (μτφ.) νεανικός, ζωηρός: ~ια: εμφάνιση/όψη. ~ο: δέρμα/πρόσωπο.|| Ρούχα σε νέα σχέδια και ~α χρώματα. ΣΥΝ. δροσερός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: φρέσκος αέρας 1. δροσερός, καθαρός αέρας: ο ~ ~ της εξοχής/θάλασσας. Άνοιξε το παράθυρο να μπει ~ ~. 2. (μτφ.) διάθεση ανανέωσης: Έχουμε ανάγκη από ~ο ~α στην εκπομπή. [< ιταλ. fresco]

φύσημα

φύσημα φύ-ση-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φυσώ: δυνατό ~. ~ της μύτης/τρομπέτας. Μορφοποίηση γυαλιού με ~ (βλ. φυσητός). Έσβησε το κερί μ' ένα ~.|| Το ~ του βοριά. Πβ. πνοή.|| Ακούγεται ένα ~ από το μηχάνημα. 2. ΙΑΤΡ. ασυνήθιστος ήχος που γίνεται αντιληπτός με το στηθοσκόπιο: αθώο/διαστολικό/καρδιακό/παθολογικό/συστολικό ~. Βλ. ακροαστικά. ● ΦΡ.: με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) (μτφ.): με τις πρώτες δυσκολίες: Ευκαιριακή λύση που καταρρέει ~ ~., δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω [< 1: αρχ. φύσημα 2: γαλλ. souffle]

ώρα

ώρα [ὥρα] ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {ώρας | ώρες, ωρών} 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου που ισούται με εξήντα λεπτά και με το ένα εικοστό τέταρτο της μέρας, καθώς και το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί σε αυτή· κατ' επέκτ. χρονική περίοδος που χρειάζεται ή διατίθεται για κάτι ή κατά την οποία γίνεται κάτι: ηλιακή/μισή (βλ. μισάωρο) ~. Ένα τέταρτο της ώρας. Μια ~ απόσταση/δρόμος. Μιάμιση ~ με το αεροπλάνο/το αυτοκίνητο/τα πόδια. Ταχύτητα που ξεπερνά τα ογδόντα χιλιόμετρα την ~. Πληρώνεται/χρεώνει με την ~. Βγάζει/κερδίζει/παίρνει πολλά χρήματα την ~. Διορία εβδομήντα δύο ωρών. Πολλές ώρες αργότερα/μετά/νωρίτερα. Θα έρθω σε μία ~. Το ταξίδι είχε διάρκεια τρεις ώρες. Έμεινα στο νησί είκοσι τέσσερις ώρες (= μια μέρα). Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο (= συνεχώς). Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα (βλ. οκτάωρο). Επιπλέον ~ εργασίας (βλ. υπερωρία). Οι ώρες περνούσαν αργά. Ώρες ακρόασης (καθηγητών). Εν/σε ~ δράσης.|| ~ διδασκαλίας ή διδακτική ~ (: που διαρκεί περ. σαράντα πέντε λεπτά). Περίμενα αρκετή ~. Μπορείτε να μείνετε όση ~ θέλετε. Παρατηρούσα αρκετή ~ τα παιδιά. Περνάει τις ώρες (: τον χρόνο) της μελετώντας. Δεν έχω πολλή ~ στη διάθεσή μου. Δραματικές/κρίσιμες ώρες για την οικονομία της χώρας. Βλ. ανθρωπο~, εργατο~. 2. ορισμένη χρονική στιγμή ή τμήμα της ημέρας ή της νύχτας· ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία συμβαίνει ένα γεγονός, που είναι αφιερωμένη σε κάτι ή ενδεδειγμένη για αυτό: ακριβής/προγραμματισμένη ~. Οι κενές/νεκρές ώρες του μεσημεριού (βλ. ώρα/ώρες αιχμής). Τι ~ είναι; Η ~ είναι πέντε και δέκα (ακριβώς). Οκτώ η ~ το πρωί (βλ. προ μεσημβρίας). Εννιά η ~ το βράδυ (αλλιώς: είκοσι μία, βλ. μετά μεσημβρία(ν)). Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά από τις εννιά ως τις τρεις η ~. Ρολόι που δείχνει τη σωστή ~. Είπε/κοίταξε/ρύθμισε/ρώτησε την ~. Παρά την προχωρημένη ~, το μαγαζί ήταν ανοικτό. Είναι περασμένη ~ και η υπηρεσία έχει κλείσει. Το δρομολόγιο εκτελείται απογευματινές/βραδινές/μεσημεριανές/νυχτερινές ώρες. Το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. ~ γέννησης/έναρξης/λήξης/προσέλευσης.|| Η ~ του απολογισμού/των αποφάσεων/της κλήρωσης/της συνάντησης. ~ για διάλειμμα/διασκέδαση/μελέτη/παιχνίδι/ύπνο/φαΐ. ~ ευθύνης για την κυβέρνηση. Άλλαξε η ~ του ημιτελικού. Μου τηλεφώνησε σε ακατάλληλη ~. Είναι η ~ του αγώνα/του λαού. || Όλα έγιναν/θα γίνουν στην ώρα τους. 3. (ειδικότ.) σύστημα υπολογισμού του χρόνου με βάση τον τόπο ή την εποχή: παγκόσμια/τοπική ~. Διαφορά ώρας της Ελλάδας με άλλες χώρες. Αλλαγή της ώρας τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο (βλ. θερινή ~, χειμερινή ~). Οι δείκτες των ρολογιών θα μετακινηθούν μια ~ μπροστά/πίσω. 4. ΕΚΚΛΗΣ. {στον πληθ.} τέσσερις σύντομες ημερήσιες ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Διαβάζονται/ψάλλονται οι μεγάλες ή βασιλικές Ώρες (των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων και της Μ. Παρασκευής). ● Υποκ.: ωρίτσα (η): στις σημ. 1,2: Το πολύ σε μισή ~ θα είμαι εκεί. ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημη ώρα 1. που ορίζεται σε κάθε χώρα από τον νόμο ανάλογα με ένα σταθερό σημείο αναφοράς (τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς): ~ ~ Ελλάδας. 2. που καθορίζεται από το πρόγραμμα: ~ ~ άφιξης., η Ώρα της Γης: παγκόσμια εκδήλωση που διεξάγεται ετησίως το τελευταίο Σάββατο του Μαρτίου, κατά το οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καλούνται να σβήσουν τα φώτα και τις ηλεκτρικές συσκευές τους ως ένδειξη ευαισθητοποίησης και διαμαρτυρίας για την κλιματική αλλαγή. [< αγγλ. Earth Hour, 2007] , βάρβαρη ώρα βλ. βάρβαρος, ζώνη ώρας βλ. ζώνη, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, η ώρα του παιδιού βλ. παιδί, η ώρα του πρωθυπουργού βλ. πρωθυπουργός, θερινή ώρα βλ. θερινός, μικρές ώρες βλ. μικρός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, χειμερινή ώρα βλ. χειμερινός, χρυσή ώρα βλ. χρυσός, ώρα Γκρίνουιτς βλ. Γκρίνουιτς, ώρα/ώρες αιχμής βλ. αιχμή, ώρες γραφείου βλ. γραφείο, ώρες/ωράριο λειτουργίας βλ. λειτουργία ● ΦΡ.: (ε)πάνω στην ώρα (προφ.): έγκαιρα, την πιο ενδεδειγμένη στιγμή: ~ ~ έφτασε., από την ώρα που: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ ενημερώθηκε, κινητοποιήθηκε άμεσα., από ώρα σε ώρα (προφ.) 1. σύντομα: Περιμένει, ~ ~, την απάντησή του. Αναμένεται ~ ~ να γεννήσει. Θα φύγω ~ ~. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. με την πάροδο του χρόνου: Οι τιμές αλλάζουν ~ ~. ΣΥΝ. ώρα με την ώρα, βρήκες την ώρα να ... (προφ.-εμφατ.): δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει κάτι: ~ ~ μου κάνεις αστεία! Άσε με ήσυχο, ώρα που τη βρήκες να γκρινιάξεις!, για την ώρα: μέχρι στιγμής, προσωρινά: ~ ~ δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε αλλαγές. ΣΥΝ. επί του παρόντος/προς το παρόν, προς στιγμή(ν), δύσκολες ώρες: για να τονιστεί η κρισιμότητα μιας κατάστασης: Περνάει ~ ~. Ήταν πάντα μαζί στις ~ ~., είναι με τις ώρες του (προφ.): (για πρόσ.) χωρίς σταθερή διάθεση και συμπεριφορά ή (για πράγμα) χωρίς σταθερή λειτουργία: ~ ~, πότε σου μιλάει και πότε όχι., είναι ώρα να/για: είναι κατάλληλη η περίσταση, ευνοϊκή η στιγμή: ~ ~ να αναλάβουμε πρωτοβουλίες. Δεν ~ ~ για κριτική., έχεις/έχετε ώρα; (προφ.): τι ώρα είναι;, η κακιά (η) ώρα (προφ.): ατυχής συγκυρία που οδηγεί σε κάτι δυσάρεστο: Δεν φταις εσύ, ήταν ~ ~., η μεγάλη ώρα: πολύ σημαντική στιγμή: ~ ~ πλησιάζει! Οι ~ες ώρες της ανθρωπότητας/ιστορίας., η ώρα η καλή! (προφ.): ως ευχή σε πρόσωπο που πρόκειται να παντρευτεί., ήρθε/σήμανε η ώρα & (λόγ.) ήγγικεν η ώρα (μτφ.): έφτασε η κατάλληλη, η σημαντική στιγμή (για κάτι): ~ ~ των διαρθρωτικών αλλαγών. ~ ~ για την έναρξη εθνικού διαλόγου.|| Όταν έρθει η ~, θα μιλήσω.|| Οι δείκτες του ρολογιού σήμαναν την ώρα της επιστροφής., θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες (προφ.): χρειάζεται χρόνος, για να γίνει κάτι: Θέλει (πολλή) ώρα, για να συνέλθει από το σοκ. Παίρνει (πολλές) ώρες να προσαρμοστείς. Τρώει ~ να φτιάξεις αυτό το γλυκό., κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του & καθετί/όλα τα πράγματα στην ώρα του(ς) (προφ.): για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), καλή του ώρα & ώρα του καλή: (ως ευχή για κάποιον που απουσιάζει τη στιγμή που γίνεται λόγος γι' αυτόν) να είναι καλά: ~ ~, όπου κι αν βρίσκεται!, καλή ώρα (προφ.): παρενθετικά, για να τονιστεί η ομοιότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Γνώρισα έναν νεαρό, ~ ~ σαν και σένα. Σκέφτονται τα ίδια, ~ ~ όπως κι εμείς., μαύρη η ώρα (προφ.): ως κατάρα ή ως έκφραση απελπισίας: ~ ~ που σε γνώρισα!, με την ώρα του (προφ.): τη στιγμή που πρέπει: το καθένα ~ ~!, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες (εμφατ.): περισσότερο από τον αναμενόμενο χρόνο, παρατεταμένα: Κάθεται με τις ώρες στον ήλιο. Περίμεναν υπομονετικά επί ώρες. Περνούσε ώρες ολόκληρες στη βιβλιοθήκη. Έμενε για ώρες στο γυμναστήριο., μέχρι την ώρα που: ως τη στιγμή που: Από την ώρα που πήγα, ~ ~ έφυγα, δεν τον είδα καθόλου., όλες τις ώρες: κάθε στιγμή της ημέρας, συνεχώς: ρούχα για ~ ~. Ενιαία χρέωση ~ ~. ~ ~ της μέρας και της νύχτας., όλη την ώρα: συνεχώς, διαρκώς: Είμαστε μαζί/μαλώνουμε ~ ~. Δεν γίνεται ν' ασχολούμαστε ~ ~ μαζί του. ΣΥΝ. κάθε ώρα και στιγμή, στην ώρα μου: στην προκαθορισμένη χρονική στιγμή: Έφτασα/ήρθα ~ ~. Ξύπνησα νωρίς, για να 'μαι ~ ~. Να είσαι έτοιμη ~ σου. Είναι πάντα ~ του., την τελευταία/ύστατη ώρα & την ενδεκάτη ώρα: λίγο πριν εξαντληθούν τα περιθώρια, οι προθεσμίες: Σώθηκε ~ ~. Προβλήματα θα υπάρχουν μέχρι την τελευταία ~. Έστω και την ύστατη ~ αποφεύχθηκε ο κίνδυνος. Οι ειδήσεις/τα ψώνια της τελευταίας ώρας. Πβ. την τελευταία στιγμή., της κακιάς ώρας (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν έχει ποιότητα: Το μαγαζί ήταν ~ ~. Πβ. ελεεινός και τρισάθλιος. ΣΥΝ. της συμφοράς, της ώρας: (για τρόφιμα) φρέσκος ή (για φαγητό, κυρ. κρέας) που ψήνεται λίγο πριν φαγωθεί: ψάρια ~ ~.|| Πιάτα ~ ~. Μαγειρευτά και ~ ~., τρώω την ώρα (προφ.) 1. χαραμίζω τον καιρό μου άσκοπα: Τρώει την ~ του, χαζεύοντας. ΣΥΝ. σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου 2. (σε κάποιον) τον καθυστερώ: Μου ~ει ώρα με πράγματα ασήμαντα. Με τη συζήτηση μου ~ει ώρα από το διάβασμα., ώρα καλή σου & ώρα σου καλή (λαϊκό-λογοτ.): ως ευχή ή χαιρετισμός: ~ ~ γέροντα!, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου (προφ.): ευχή για καλό ταξίδι ή γενικότ. καλοτυχία· (κυρ. ειρων.) σε περιπτώσεις χωρισμού., ώρα με την ώρα (προφ.): με το πέρασμα του χρόνου: Η κατάσταση επιδεινώνεται ~ ~. Βλ. από στιγμή σε στιγμή. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (2), ώρα/ώρες είναι να ... (προφ.-εμφατ.): λέγεται όταν δεν θέλουμε να συμβεί κάτι: ~ ~ μας κατηγορήσεις κιόλας, επειδή ενδιαφερθήκαμε!, ώρες ώρες (προφ.): μερικές φορές, κάπου κάπου: ~ ~ είναι πολύ ενοχλητικός. Δεν σε καταλαβαίνω ~ ~. ΣΥΝ. πότε πότε, (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού βλ. λογαριασμός, ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, δεν βλέπω την ώρα να ... βλ. βλέπω, δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή, η δωδεκάτη (ώρα) βλ. δωδέκατος, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κούφια η ώρα (που τ' ακούει) βλ. κούφιος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μέχρι στιγμής βλ. στιγμή, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, μια(ν) ώρα αρχύτερα βλ. αρχύτερα, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, πριν την ώρα/της ώρας του βλ. πριν, σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, ώρα μηδέν βλ. μηδέν, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. ὥρα, γαλλ. heure, αγγλ. time]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.