Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 184 εγγραφές  [0-20]


  • αγγειοδιασταλτικός , ή, ό [ἀγγειοδιασταλτικός] αγ-γει-ο-δι-α-σταλ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που προκαλεί αγγειοδιαστολή: ~ός: αναστολέας/παράγοντας. ~ή: δράση/ουσία. ~ές: ιδιότητες. ~ά: (και ινότροπα) φάρμακα. ΑΝΤ. αγγειοσυσταλτικός ● Ουσ.: αγγειοδιασταλτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο που προκαλεί αγγειοδιαστολή. [< γαλλ. vasodilatateur]
  • αγγειοσυσπαστικός , ή, ό [ἀγγειοσυσπαστικός] αγ-γει-ο-συ-σπα-στι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που αναφέρεται στην αγγειοσύσπαση: ~ή: στηθάγχη. Η ~ή ικανότητα της αδρεναλίνης. ● Ουσ.: αγγειοσυσπαστικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρµακο που αυξάνει τη χαµηλή αρτηριακή πίεση: Τα ~ά χρησιμοποιούνται ως ρινικά αποσυμφορητικά. [< γαλλ. vasoconstricteur]
  • αγωνιστής, αγωνίστρια [ἀγωνιστής] α-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αγωνίζεται, μάχεται σκληρά, που καταβάλλει επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός (υψηλού) σκοπού: γνήσιος/εθνικός (πβ. πατριώτης)/θρυλικός/λαϊκός/φλογερός ~. ~ της αλήθειας (πβ. υπέρμαχος, υποστηρικτής)/της δικαιοσύνης/της ελευθερίας/μιας παράταξης. ~ κατά της δικτατορίας. ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/για τη δημοκρατία. Βλ. πρωτ~, συν~. 2. (ειδικότ.) αυτός που πολεμά ή κυρ. πολέμησε σε μεγάλες μάχες: παλαίμαχος ~. Οι ~ές του 1821/του 1940/του Αλβανικού Έπους/της Εθνικής Αντίστασης. Πβ. μαχητής, πολεμιστής, στρατιώτης. 3. ΦΥΣΙΟΛ. {στο αρσ.} ο μυς που συστέλλεται, σε αντιδιαστολή με τον μυ που χαλαρώνει. Βλ. ανταγωνιστής. 4. ΦΑΡΜΑΚ. {στο αρσ.} φάρμακο που παρουσιάζει συγγένεια με τη δράση κάποιας ουσίας του σώματος: ~ της αδρεναλίνης/οιστρογόνων/ορμονών. [< 1,2: αρχ. ἀγωνιστής, μτγν. ἀγωνίστρια 3,4: αγγλ. agonist, γαλλ. agoniste, γερμ. Agonist]
  • αδρεναλίνη [ἀδρεναλίνη] α-δρε-να-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. ορμόνη του μυελού των επινεφριδίων, ισχυρός διεγέρτης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φάρμακο: έκκριση ~ης. Η ~ προκαλεί ταχυκαρδία και άνοδο της αρτηριακής πίεσης.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Ο γιατρός τού χορήγησε ~, για να αντιμετωπίσει τη βραδυκαρδία. Βλ. αδρενεργικός, κατεχολαμίνη, νορ~, -ίνη. ΣΥΝ. επινεφρίνη 2. (συνεκδ.) έντονη σωματική διέγερση και κατ' επέκτ. η σχετική κατάσταση, ένταση: Η ~ με έκανε να τρέμω.|| Η ατμόσφαιρα είχε κάτι από την ~ των εφηβικών πάρτι. ● ΦΡ.: ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) (μτφ.): για πρόκληση πολύ έντονων συναισθημάτων (συνήθ. αγωνίας, άγχους, θυμού, ενθουσιασμού, ερωτικής διάθεσης): Τα επικίνδυνα αθλήματα ανεβάζουν την ~ στα ύψη., ανεβαίνει/εκτινάσσεται/εκτοξεύεται η αδρεναλίνη (κάποιου) (στα ύψη) (μτφ.): για πολύ έντονα συναισθήματα: Όσο πλησιάζει η κρίσιμη μέρα, ~ ~. Με την κατάκτηση της πρώτης θέσης ανέβηκε ~ στα ύψη. [< γαλλ. adrénaline, 1902]
  • ακετυλοσαλικυλικός , ή, ό [ἀκετυλοσαλικυλικός] α-κε-τυ-λο-σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακετυλοσαλικυλικό οξύ: ΦΑΡΜΑΚ. ασπιρίνη. [< γαλλ. acétylsalicylique]
  • αλληλεπίδραση [ἀλληλεπίδραση] αλ-λη-λε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεπίδραση 1. αμοιβαία επίδραση: αρνητική/επικοινωνιακή/θετική/κοινωνική/παιδαγωγική/πολιτισμική ~.~ ανάμεσα σε/μεταξύ … ~ ωκεανού-ατμόσφαιρας. Η ~ των μαθητών με τον καθηγητή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνολογίες ~ης ανθρώπου-υπολογιστή (βλ. διεπαφή). 2. ΦΑΡΜΑΚ. χημική ή φυσιολογική αντίδραση που προκαλείται, όταν λαμβάνονται μαζί δύο διαφορετικά φάρμακα: ~άσεις φαρμάκων φυτικής προέλευσης. 3. ΦΥΣ. διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχειώδες σωματίδιο διασπάται, εξαϋλώνεται ή αντιδρά σε μια δύναμη εξαιτίας της παρουσίας άλλου (π.χ. σε μια σύγκρουση): θεμελιώδεις ~άσεις της ύλης: βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή (πυρηνική δύναμη) και ασθενής (ραδιενέργεια και διάσπαση). [< γερμ. Interaktion, γαλλ.-αγγλ. interaction]
  • αλληλεπιδρώ [ἀλληλεπιδρῶ] αλ-λη-λε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {αλληλεπιδρ-ά, -ώντας | αλληλεπίδρ-ασε, -άσει} & αλληλοεπιδρώ: ασκώ αμοιβαία επίδραση σε κάποιον ή κάτι: Ο άνθρωπος ~ά με το περιβάλλον στο οποίο ζει. Οι µαθητές ~ούν µεταξύ τους/με τον εκπαιδευτικό.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Το οινόπνευμα ~ά σχεδόν με όλα τα φάρμακα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Η οθόνη αφής επιτρέπει στους χρήστες να ~ούν άμεσα με το λογισμικό. ΣΥΝ. διαδρώ [< γαλλ. interagir]
  • αμφεταμίνη [ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945]
  • αναβράζων , ουσα, ον [ἀναβράζων] α-να-βρά-ζων επίθ.: που αναβράζει· (ειδικότ.-ΦΑΡΜΑΚ.) για ουσίες που διαλύονται στο νερό, δημιουργώντας φυσαλίδες λόγω έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα: ~ον: ποτό/φυσικό μεταλλικό νερό. Βλ. θερμοπηγή.|| ~ουσα: ασπιρίνη. ~οντα: δισκία.|| (μτφ.) ~ον: πολιτικό σκηνικό (= τεταμένο). [< αγγλ. effervescent]
  • αναισθητικός , ή, ό [ἀναισθητικός] α-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί αναισθησία: ~ή: ένεση/κρέμα/ουσία. ~ό: αέριο/διάλυμα/σπρέι. ~ά: όπλα/φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ● Ουσ.: αναισθητικό (το): ουσία που προκαλεί αναισθησία: γενικό/δραστικό/εισπνεόμενο (βλ. αλοθάνιο)/ενδοφλέβιο ~. Τοπικά ~ά. (Eνδαγγειακή) έγχυση/εφαρμογή/χορήγηση ~ού. Πβ. αναλγητικό, κατασταλτικό. ΣΥΝ. αναισθησιογόνο [< γαλλ. anesthésique, αγγλ. anesthetic]
  • αναλγητικός , ή, ό [ἀναλγητικός] α-ναλ-γη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που εξαλείφει ή ελαττώνει τον πόνο: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/κρέμα. ~ό: σκεύασμα. ~ές: ουσίες (: ενδορφίνες, μορφίνη). Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-ικός. ● Ουσ.: αναλγητικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: φάρμακα κατά του πόνου, που δεν προκαλούν απώλεια της συνείδησης: αντιπυρετικά/ισχυρά/οπιοειδή ~. Βλ. ναρκωτικό. ΣΥΝ. παυσίπονα [< αγγλ. analgesics, γαλλ. analgésiques] ● επίρρ.: αναλγητικά [< αγγλ. analgetic, γαλλ. analgésique]
  • αναληπτικός , ή, ό [ἀναληπτικός] α-να-λη-πτι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικός, δυναμωτικός, τονωτικός: ~ή: αγωγή. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με την ανάληψη χρημάτων: ~ή: κάρτα. ● Ουσ.: αναληπτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικά του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού συστήματος (όπως αμφεταμίνη, καφεΐνη). [< μτγν. ἀναληπτικός, αγγλ. analeptic, γαλλ. analeptique]
  • ανορεξιογόνος , ος, ο [ἀνορεξιογόνος] α-νο-ρε-ξι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει την όρεξη: ~ος: δράση. ~ες: ουσίες. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: ανορεξιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αμφεταμίνη. [< αγγλ. anorexigenic, 1948, γαλλ. anorexigène, 1967]
  • ανοσοκατασταλτικός , ή, ό [ἀνοσοκατασταλτικός] α-νο-σο-κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καταστολή ή μείωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού: ~ός: ιός (βλ. HIV). ~ή: αγωγή. ● Ουσ.: ανοσοκατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: θεραπεία με ~. [< αγγλ. immunosuppressives, 1965] [< αγγλ. immunosuppresive, 1963]
  • αντιαιμορραγικός , ή, ό [ἀντιαιμορραγικός] α-ντι-αι-μορ-ρα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή προλαμβάνει την αιμορραγία. Πβ. αιμοστατικός. ● Ουσ.: αντιαιμορραγικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antih(a)emorrhagic]
  • αντιβακτηριακός , ή, ό [ἀντιβακτηριακός] α-ντι-βα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & αντιβακτηριδιακός: ΦΑΡΜΑΚ. που αποτρέπει την ανάπτυξη βακτηρίων: ~ή: προστασία. ~ό: σαπούνι/στοματικό διάλυμα. ~ές: ιδιότητες (βλ. απολυμαντικές). ~ά: φάρμακα. (ως ουσ.) Ήπιο ~ό. Βλ. αντιμικροβιακός, αντιμυκητιασικός. [< γαλλ. antibactérien, αγγλ. antibacterial]
  • αντιβιοτικό [ἀντιβιοτικό] α-ντι-βι-ο-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που παράγεται από προϊόντα μεταβολισμού μικροοργανισμών ή συνθετικά και μπορεί να επιβραδύνει ή να αναστείλει την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων, προσφέροντας προστασία κυρ. εναντίον των λοιμώξεων· το αντίστοιχο φάρμακο: ενδοφλέβια/ισχυρά/τοπικά ~ά. ~ ευρέος φάσματος. Αλλεργία/ανθεκτικότητα στα ~ά. Βλ. αντιπυρετικό, εμβόλιο, ερυθρο-, στρεπτο-μυκίνη, πενικιλίνη. ΣΥΝ. αντιβίωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιιός, αντιβάιρους. [< 1: αγγλ. antibiotic, 1943, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]
  • αντιβιοτικός , ή, ό [ἀντιβιοτικός] α-ντι-βι-ο-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά ή την αντιβίωση: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/θεραπεία. ~ό: φάρμακο (= το ~ό). Βλ. αντι-μικροβιακός, -μυκητιασικός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στο αντιβιοτικό του υπολογιστή: ~ό: λογισμικό/πρόγραμμα. [< 1: αγγλ. antibiotic, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus (software), 1988]
  • αντίγραφο [ἀντίγραφο] α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου | -άφων} 1. προϊόν αντιγραφής: ακριβές/πιστό ~. ~ αγάλματος/αγγείου/βιβλίου. (ΦΑΡΜΑΚ.) Φάρμακα ~α. (πβ. γενόσημα). Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα, ρεπλίκα. ΑΝΤ. πρωτότυπο 2. (ειδικότ.) φωτοαντίγραφο (συνήθ. επίσημου εγγράφου): επικυρωμένο/θεωρημένο ~. ~ απολυτηρίου/βεβαίωσης/πτυχίου/συμβολαίου/ταυτότητας. Έκδοση/χορήγηση ~ου. Έχω/κρατώ ~. Βλ. πρωτόγραφο, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίγραφο ασφαλείας & (σπάν.) εφεδρικό αντίγραφο: ΠΛΗΡΟΦ. αντίγραφο δεδομένων ή προγράμματος το οποίο διατηρείται χωριστά σε περίπτωση αλλοίωσης ή καταστροφής του πρωτοτύπου· μπακ-απ. [< αγγλ. backup copy] [< αρχ. ἀντίγραφον, γαλλ. copie]
  • αντίδοτο [ἀντίδοτο] α-ντί-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ότου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλήματος, δυσάρεστης κατάστασης: ~ στην ανεργία/ανία. Σωματική άσκηση ~ στην παχυσαρκία. Λειτουργεί ως αντίδοτο. Βλ. γιατρειά, λύση, πανάκεια. 2. ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο ή ουσία για την εξουδετέρωση της δράσης άλλων φαρμάκων ή βλαβερών ουσιών: ~ σε δηλητήριο. Παρασκευή ~ότων. [< 2: μτγν. ἀντίδοτον, γαλλ.-αγγλ. antidote]

αδρενεργικός

αδρενεργικός, ή, ό [ἀδρενεργικός] α-δρε-νερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει αδρεναλίνη ή ενεργοποιείται με αυτή ή άλλη παρόμοια ουσία, ιδ. στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα: ~ός: διεγέρτης/υποδοχέας. ~ή: δράση. ~οί: αναστολείς/(αντ)αγωνιστές. ~ά: φάρμακα (: που έχουν επίδραση ανάλογη της αδρεναλίνης). ΑΝΤ. αδρενολυτικός [< γαλλ. adrénergique, 1952, αγγλ. adrenergic, 1934]

αμφεταμίνη

αμφεταμίνη [ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945]

αντιμικροβιακός

αντιμικροβιακός, ή, ό [ἀντιμικροβιακός] α-ντι-μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που εξοντώνει, καταπολεμά τα μικρόβια: ~ή: θεραπεία/προστασία. ~ό: διάλυμα. ~οί: παράγοντες (π.χ. στη συντήρηση τροφίμων). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μυκητιασιακός. ● Ουσ.: αντιμικροβιακά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antimicrobic, 1910, γαλλ. antimicrobien]

βαρβιτουρικά

βαρβιτουρικά βαρ-βι-του-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. βαρβιτουρικό}: ΦΑΡΜΑΚ. ηρεμιστικές και υπνωτικές ουσίες που προκαλούν εθισμό: Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Βλ. αμφεταμίνη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ που χρησιμοποιούνται ως αναισθητικά ή αντιεπιληπτικά φάρμακα. [< γαλλ. barbituriques]

γιατρειά

γιατρειά για-τρει-ά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θεραπεία: ~ της αρρώστιας. Δεν υπάρχει ελπίδα ~άς. Ασθένεια χωρίς ~/που δεν έχει/δεν παίρνει ~ (= ανίατη). Πβ. ίαση. ΣΥΝ. γιάτρεμα 2. (μτφ.) ανακούφιση, παρηγοριά: ~ στον πόνο. Ο χρόνος είναι η μόνη ~ (= βάλσαμο, γιατρικό, γιατρός, φάρμακο). [< μεσν. γιατρειά]

-γονος

-γονος: λεξικό επίθημα ουσιαστικών που αναφέρονται σε συγκεκριμένη σχέση καταγωγής: αρχέ~/επί~/πρό~. Οι από-γονοι (= οι επιγενόμενοι).|| Πρωτό~.

θερμοπηγή

θερμοπηγή θερ-μο-πη-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. φυσική πηγή θερμού ύδατος, η θερμοκρασία του οποίου κυμαίνεται σε επίπεδα υψηλότερα από τη μέση θερμοκρασία του αέρα ή του ανθρώπινου σώματος: ιαματικές/υποθαλάσσιες ~ές. [< γερμ. Wärmequelle]

ναρκωτικό

ναρκωτικό ναρ-κω-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε φυτική ή συνθετική ουσία, τοξική, εξαρτησιογόνος και ψυχοτρόπος, που προκαλεί αίσθημα ευφορίας, διέγερση, λήθαργο, παραισθήσεις ή τάση για ύπνο: βαριά/ήπια/ισχυρά/συνθετικά ~ά. Η κόλαση/μάστιγα των ~ών. Διακίνηση (βλ. βαποράκι)/κατάχρηση/κατοχή/λαθρεμπόριο/χρήση ~ών. Καρτέλ/κύκλωμα/(μεγαλ)έμποροι (βλ. ντίλερ) ~ών. Δίωξη ~ών. Υπό την επήρεια ~ών (= φτιαγμένος). Εθισμένος στα/εξαρτημένος από τα ~ά (= ναρκομανής· βλ. ουσιοεξάρτηση, σύνδρομο στέρησης). Απεξάρτηση από τα ~ά (= αποτοξίνωση· βλ. Ο.ΚΑ.ΝΑ., στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα). Μπλέχτηκε στα δίχτυα των ~ών/έπεσε στα ~ά. Παίρνει ~ά (βλ. μαστουρώνω, σνιφάρω, τριπάρω, τρυπιέμαι). Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Πβ. ντρόγκα, πρέζα. Βλ. ναρκεμπόριο, ναρκέμπορος, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, χασίς. 2. (μτφ.) καθετί που προκαλεί εθισμό, εξάρτηση ή πνευματική αδράνεια: το ~ της εξουσίας/του καταναλωτισμού/του τζόγου. Η δουλειά είναι το ~ του. 3. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που προκαλεί νάρκωση ή οποιοδήποτε φάρμακο έχει ταυτόχρονα ηρεμιστικές και αναλγητικές ιδιότητες και η κατάχρησή του προκαλεί εθισμό. Βλ. αναισθητικό, αναλγητικά, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά, μορφίνη, υπνωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός, σκληρά ναρκωτικά βλ. σκληρός [< 1: αμερικ. narcotic, 1926 3: γαλλ. narcotique, αγγλ. ~]

πρωτόγραφο

πρωτόγραφο πρω-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {πρωτογράφου} (επίσ.): πρώτη μορφή κειμένου, πρωτότυπο έγγραφο: ~ συγγραφέα. Βλ. αυτόγραφο.|| Τα ~α των δικαιολογητικών θα κατατεθούν στο ... Βλ. αντίγραφο, -γραφος. [< πβ. μεσν. πρωτόγραφος, αγγλ. protograph]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.