Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1808 εγγραφές  [0-20]


  • -δοτώ (επίσ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία του παρέχω, δίνω: γνωμο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/μισθο~/πλειο~/πριμο~/συνταξιo~/χρηματο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δότηση.
  • -είς, -είσα, -έν {-έντος (θηλ. -είσης) | -έντες (ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (επίσ.): κατάληξη της μετοχής παθητικού αορίστου: η συσταθείσα επιτροπή. Το παρακρατηθέν ποσό.|| (ουσιαστικοπ.) Κατέθεσαν οι κληθέντες σχετικά με ...
  • -όμενος, -όμενη & -ομένη, -όμενο (λόγ.): κατάληξη της μετοχής μεσοπαθητικού ενεστώτα: (κυρ. στον επίσ. γραπτό κ. προφ. λόγο) βασιζ~/εξαγ~/επιτρεπ~/παρουσιαζ~/στηριζ~.|| (συνήθ. κ. ως ουσ.) (Ο) ενδιαφερόμενος. (Η) εφαπτόμενη (κ. εφαπτομένη). (Το) περιεχόμενο. Βλ. -άμενος, -ούμενος.
  • αβαθής , ής, ές [ἀβαθής] α-βα-θής επίθ. {αβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αβαθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.) 1. που έχει ή βρίσκεται σε μικρό βάθος: ~ής: κόλπος/λάκκος. ~ής: θάλασσα/κόγχη/κοίτη. ~ές: δοχείο/έλος. ~είς: γεωτρήσεις/ουλές. Πβ. ά-, ξέ-βαθος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: αναπνοή.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ές: βαρομετρικό χαμηλό. ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν εμβαθύνει, επιφανειακός, ανούσιος: ~ής: διάλογος/χαρακτήρας. ~ής: γνώση/κρίση/προσέγγιση. ~ές: κείμενο. ~ή: αισθήματα. Πβ. επιδερμικός. Βλ. ουσιώδης, ουσιαστικός. ΣΥΝ. ρηχός (2) ● Ουσ.: αβαθές (το) (λόγ.): έλλειψη βάθους: το ~ των υδάτων.|| (μτφ.) Το ~ των νοημάτων/της σκέψης., αβαθή (τα): τα ρηχά (ενν. νερά): Τα ~ της λίμνης. Οι ερωδιοί τριγυρνούν στα ~ αναζητώντας τροφή.|| (ΓΕΩΛ.) Τα αμμώδη/βραχώδη ~ (: αμμόλοφος/βράχια στον θαλάσσιο βυθό). ΑΝΤ. άπατα [< μτγν. ἀβαθής]
  • αβλάβεια [ἀβλάβεια] α-βλά-βει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα ενός αντικειμένου, προϊόντος ή γενικότ. μιας κατάστασης να μην προκαλεί βλάβη: Η ~ των παιχνιδιών εξαρτάται από τα υλικά κατασκευής τους. Πβ. ακινδυνότητα. [< αρχ. ἀβλάβεια]
  • αβλαβής , ής, ές [ἀβλαβής] α-βλα-βής επίθ. {αβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή} 1. (επίσ.) που δεν προκαλεί βλάβη, φθορά ή κίνδυνο: ~ής: ακτινοβολία/(διαγνωστική, θεραπευτική) μέθοδος. ~ές: εντομοκτόνο/προϊόν/χημικό στοιχείο. ~είς: πηγές ενέργειας. ~ή: ζώα (ΣΥΝ. άκακα)/υλικά. Ουσία ατοξική και ~ για τον ανθρώπινο οργανισμό/το περιβάλλον. Πβ. αθώος, ακίνδυνος. ΑΝΤ. επικίνδυνος.|| (σπάν. και ως ουσ.) Το ~ές των τροφίμων. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής 2. (σπάν.-λόγ.) που δεν τον έχουν βλάψει, που δεν έχει υποστεί κακοποίηση: Έμεινε/επέζησε/σώθηκε ~. Βρέθηκε ζωντανός και ~. ● επίρρ.: αβλαβώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αβλαβής διέλευση: ΝΟΜ. διέλευση σκάφους με σταθερή πορεία και ταχύτητα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, έτσι ώστε να μη διαταράσσεται η ασφάλεια, η ειρήνη και η τάξη του παράκτιου κράτους: ~ ~ και ελεύθερη ναυσιπλοΐα. [< αγγλ. innocent passage, 1958, γαλλ. passage inoffensif] ● ΦΡ.: σώος και αβλαβής (εμφατ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, που παραμένει ακέραιος, υγιής: Ανασύρθηκε από τα συντρίμμια ~ και ~ (: χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό). [< αρχ. ἀβλαβής]
  • αβλέπτημα [ἀβλέπτημα] α-βλέ-πτη-μα ουσ. (ουδ.) {αβλεπτήμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.): σφάλμα από απροσεξία ή παραδρομή: σοβαρό ~. Τυπογραφικά ~ατα. Κείμενο με ~ατα. Έλεγχος για τυχόν ~ατα. Πβ. παρόραμα. Βλ. αβλεψία. [< μτγν. ἀβλέπτημα]
  • αγαθό [ἀγαθό] α-γα-θό ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι έχει κυρ. πνευματική ή ηθική σημασία, αδιαπραγμάτευτη αξία: κοινωνικό/μορφωτικό/πολιτιστικό ~. Το ~ της δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας/ζωής. Η υγεία είναι το πολυτιμότερο ~. 2. ΦΙΛΟΣ. το καλό, κάθε υπέρτατη αξία: Το απόλυτο ~. Στη σωκρατική φιλοσοφία κυρίαρχη θέση έχει η κατάκτηση του ~ού. Αρετές που στοχεύουν στο ~.|| (ΘΕΟΛ.) Το ύψιστο χριστιανικό ~ είναι η αγάπη. ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά βλ. έννομος ● ΦΡ.: επ' αγαθώ [ἐπ' ἀγαθῷ] (επίσ.): προς όφελος, για το καλό: Η συνεργασία θα αποβεί ~ ~ της εταιρείας. Διακρατικές διαβουλεύσεις ~ ~ της χώρας. Πβ. επ' ωφελεία. [< αρχ. ἀγαθόν]
  • αγαθοεργός , ή/ός, ό [ἀγαθοεργός] α-γα-θο-ερ-γός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την αγαθοεργία, φιλανθρωπικός, ευεργετικός: ~ός: σκοπός. ~ή/~ός: αδελφότητα/δράση. ~ό: ίδρυμα (ΣΥΝ. ευαγές)/κατάστημα (: άσυλο ανιάτων, γηρο-, πτωχο-κομείο, ορφανοτροφείο)/σωματείο. Νοσοκομείο ~ού πρωτοβουλίας. ΣΥΝ. αγαθοποιός [< μτγν. ἀγαθοεργός]
  • άγαμος , η, ο [ἄγαμος] ά-γα-μος επίθ./ουσ. (επίσ.): που δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει συνάψει γάμο: ~ος: βίος/γονέας. ~η: ζωή/μητέρα/συμβίωση. ~α: ζευγάρια/τέκνα. ~ ή χήρος ή διαζευγμένος ή σε διάσταση.|| (σε αίτηση/βιογραφικό σημείωμα) Οικογενειακή κατάσταση: ~. ΣΥΝ. ανύπαντρος ΑΝΤ. έγγαμος (1) [< αρχ. ἄγαμος] ΑΓΑΜΟΣ
  • αγγελία [ἀγγελία] αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) {αγγελι-ών} 1. σύντομο κείμενο που δημοσιεύεται σε έντυπο ή ηλεκτρονικό Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας με στόχο τη γνωστοποίηση γεγονότος, την παροχή πληροφοριών για προσφορά ή ζήτηση υπηρεσιών: διαφημιστική/επίσημη ~. ~ γάμου. Καταχώρηση/κωδικός ~ας. ~ες κηδειών/προς ναυτιλλομένους (: για θέματα ασφαλούς πλοήγησης, πβ. οδηγίες). Βάζω (μια) ~ στο διαδίκτυο/σε εφημερίδα. Ζητώ κάτι μέσω ~ας. Βλ. φωτο~. 2. {χωρ. πληθ.} (επίσ.) αναγγελία, είδηση: Η ~ του θανάτου της μας συντάραξε. Βλ. εξ~, προ~. ΣΥΝ. ανακοίνωση (1), κοινοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές αγγελίες: σύντομες καταχωρήσεις σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, ταξινομημένες ανάλογα με το περιεχόμενό τους, και οι αντίστοιχες στήλες στις οποίες έχουν καταχωρηθεί: ~ ~ για αγοραπωλησίες ακινήτων και αυτοκινήτων/για εύρεση εργασίας. Βρίσκω/ψάχνω κάτι στις ~ ~. Ιστοσελίδα ~ών ~ών. [< γαλλ. petites annonces] , ροζ αγγελίες: σύντομες καταχωρήσεις σεξουαλικού περιεχομένου σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο με στόχο την αναζήτηση πελατείας. [< αρχ. ἀγγελία, γαλλ. annonce, publicité, αγγλ. advertisement]
  • αγγέλλω [ἀγγέλλω] αγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {αγγέλ-θηκε, συνηθέστ. στον ενεστ.} (επίσ.-σπάν.): αναγγέλλω. Βλ. εξ~, προ~. [< αρχ. ἀγγέλλω]
  • άγγελος [ἄγγελος] άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.) {αγγέλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. Α) αόρατο, ασώματο και αθάνατο πνεύμα, φορέας της βούλησης του Θεού και κατ' επέκτ. η συμβολική του απεικόνιση: ~ Kυρίου/πρωτοστάτης. ~ εξ ουρανού. ~ με φτερά (= φτερωτός)/ντυμένος στα λευκά. Εμφανίστηκε μπροστά του με τη μορφή ~ου. Βλ. Αρχ~, Αρχές, Δυνάμεις, Εξουσίες, Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, Χερουβείμ. Βλ. διάβολος. 2. (μτφ.) άτομο με χαρακτηριστικά αγγέλου, κυρ. ομορφιά, αγνότητα ή καλοσύνη: ξανθός ~ (: πανέμορφη ξανθιά κοπέλα). Τι κούκλος είναι αυτός; Σωστός ~! Βλ. αγγελική ομορφιά. 3. (επίσ.) αγγελιοφόρος: ~ ειρήνης. Βλ. προ~. 4. ΝΟΜ. πρόσωπο το οποίο μεταφέρει απλώς τη δήλωση βούλησης ατόμου που επιθυμεί να προχωρήσει σε δικαιοπραξία. 5. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που ανακοίνωνε στους θεατές όσα συνέβαιναν εκτός σκηνής. Βλ. εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγγελος θανάτου: ο Χάρος και γενικότ. καθετί που προκαλεί τον θάνατο πολλών ανθρώπων: Τον βρήκε ο ~ του ~ (= πέθανε)., άγγελος σωτηρίας: από μηχανής θεός: Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε σαν ~ ~., άγγελος του ελέους: πρόσωπο που προσφέρει απροσδόκητη και καλοδεχούμενη βοήθεια: Υπήρξε πραγματικός ~ ~ για εκατοντάδες ασθενείς., έκπτωτος/εκπεσών άγγελος 1. ΘΕΟΛ. δαίμονας που αποστάτησε και εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Πβ. διάβολος, Εωσφόρος, Σατανάς. 2. (μτφ.) για άτομο εκδιωγμένο, ξεπεσμένο: Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ~ ~ εξορισμένος από παντού., ο καλός μου/σου/του άγγελος: φύλακας και προστάτης: Κάποιος ~ μου ~ με φύλαξε. [< γερμ. mein guter Engel] , φύλακας άγγελος: αγαθό πνεύμα που προστατεύει τους ανθρώπους και γενικότ. κάθε άτομο ή οτιδήποτε ενεργεί ανάλογα: Ο Άγιος Νικόλαος είναι ~ ~ των ναυτικών.|| Ο τερματοφύλακας αποδείχτηκε ~ ~ της ομάδας. Βλ. άγγελος σωτηρίας., επιχειρηματικοί άγγελοι βλ. επιχειρηματικός, μαλλιά αγγέλου βλ. μαλλί ● ΦΡ.: άγγελέ μου! (οικ.): προσφώνηση τρυφερότητας, θαυμασμού, στοργής., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων: πρόσωπο που ανακοινώνει ένα δυσάρεστο/ευχάριστο συμβάν: Δεν θέλω να γίνω ~ κακών ειδήσεων (σπάν. μαντάτων/μηνυμάτων/νέων), αλλά ..., δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό (προφ.): για πολύ τσιγκούνη άνθρωπο: Είναι ένας σπάγγος, ούτε ~ ~ δεν δίνει!, είδε τον άγγελό του (σπάν.-λαϊκό): για ετοιμοθάνατο., ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους: δημιουργεί, πλάθει αριστουργήματα: Είναι μεγάλος μάστορας, ~ ~!, η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< 1,2: μτγν. ἄγγελος 3,4,5: αρχ. ἄγγελος, γαλλ. ange, αγγλ. angel, γερμ. Εngel]
  • αγγλικός , ή, ό [ἀγγλικός] αγ-γλι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αγγλία ή/και τους Άγγλους: ~ή: λίρα. Πβ. βρετανικός, εγγλέζικος. ● Ουσ.: Αγγλικά (τα) & (επίσ.) Αγγλική (η): η αγγλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό κόρνο βλ. κόρνο, αγγλικό πρωινό βλ. πρωινός, αγγλικό σκορ βλ. σκορ
  • αγένειος , ο [ἀγένειος] α-γέ-νει-ος επίθ. {χωρ. θηλ.} & (σπάν.) άγενος (επίσ.): που δεν έχει καθόλου ή δεν έβγαλε ακόμα γένια: ~ και αμούστακος. Βλ. σπανός. ΑΝΤ. γενειοφόρος [< αρχ. ἀγένειος]
  • αγιάζω [ἁγιάζω] α-γιά-ζω & (επίσ. σ-γι-ά-ζω) ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αγία-σα (λαϊκό) άγιασα, αγιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (μτβ.) (για κληρικό) ραντίζω με αγιασμένο νερό, ευλογώ με κατάλληλες ευχές: Τα Θεοφάνεια οι ιερείς ~ουν τα νερά. Ο παπάς ~σε το αυτοκίνητο/τα κόλλυβα/το σπίτι. ~στηκε το πρόσφορο. Βλ. εξ~. ΣΥΝ. καθαγιάζω 2. (αμτβ.) γίνομαι, αναγνωρίζομαι ως άγιος: ~σε με τον βίο και τον μαρτυρικό του θάνατο. Ασκήτεψε και ~σε (= αγιοποιήθηκε).|| (μτφ.) Κανένας δεν ~σε στον τόπο του (: δεν αναγνωρίστηκε η αξία του). Με τα λόγια κανείς ποτέ δεν ~σε! (: οι πράξεις έχουν βαρύνουσα σημασία). ● ΦΡ.: γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου!: ως έκφραση επιδοκιμασίας για κάτι που είπε κάποιος., και να θες ν' αγιάσεις (δεν σ' αφήνει/δεν μπορείς) (εμφατ.): σε περιπτώσεις που ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση ενοχλεί και σκανδαλίζει τους άλλους, κάνοντάς τους να παρεκτρέπονται: Με τόσους πειρασμούς και να θες ν' αγιάσεις, δεν μπορείς., ν' αγιάσεις (σπάν.-λαϊκό): ως παράκληση ή έντονη προτροπή, για να πει ή να κάνει κάποιος κάτι: Πες μου, ~ ~, έχω δίκιο ή όχι; Άντε μπράβο ~ ~, κάνε αυτό που σου λέω. Πβ. να σε χαρώ/να χαρείς., ν' αγιάσουν τα κόκαλά του/τα πεθαμένα σου/τα χέρια τους/τα χώματα που κείτεται: ως έκφραση επιδοκιμασίας για κάτι που συνέβη ή ως προτροπή, για να γίνει κάτι. Πβ. να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου., σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος μένει προκλητικά αδιάφορος σε εχθρικές ενέργειες, σκύβει υποτακτικά το κεφάλι ή υποβάλλεται σε κάποια άσκοπη θυσία., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα βλ. σκοπός ● βλ. αγιασμένος [< μτγν. ἁγιάζω]
  • αγιασμός [ἁγιασμός] α-για-σμός & (επίσ.) α-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη τελετή κατά την οποία ο ιερέας αγιάζει το νερό, με το οποίο ραντίζει και ευλογεί πιστούς, κτίρια, οχήματα, πλοία· το ίδιο το ράντισμα με την αγιαστούρα: Έγινε/τελέστηκε ~ για τη νέα σχολική χρονιά. Mε τον καθιερωμένο ~ό ξεκίνησε και επισήμως η λειτουργία του νέου οργανισμού. Βλ. εξ~. ΣΥΝ. καθαγιασμός 2. (συνεκδ.) το αγιασμένο νερό: Κάθε πρώτη του μηνός οι πιστοί εφοδιάζονται με ~ό. Ράντισαν το σπίτι/τα σπαρτά με τον ~ό των Φώτων. ΣΥΝ. αγίασμα (1) 3. ΘΕΟΛ. (λόγ.) απόκτηση αγιότητας: ο ~ της ζωής του χριστιανού. Σκοπός του μοναχισμού είναι ο ~ της ψυχής. 4. (μτφ.-προφ.) για ποτό εξαιρετικής ποιότητας: Σκέτος ~ είναι αυτό το κρασί! ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων βλ. ύδωρ [< μτγν. ἁγιασμός]
  • αγλάισμα [ἀγλάισμα] α-γλά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) {αγλαΐσμ-ατος | -ατα} (επίσ.): ό,τι προσδίδει λαμπρότητα, κύρος και τιμή: Η πολιτιστική μας κληρονομιά αποτελεί το ~ (: στολίδι) του έθνους. Καύχημα και ~ του τόπου. (ειρων.) ~ατα επιστημοσύνης. ΣΥΝ. εγκαλλώπισμα [< αρχ. ἀγλάισμα]
  • αγοραστής, αγοράστρια [ἀγοραστής] α-γο-ρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αγοράζει κάτι και γενικότ. καταναλωτής: μελλοντικός/υποψήφιος ~. Φερεγγυότητα ~ή. ~ές ακινήτων. Βρίσκω/προσελκύω ~ές. Οι ~ές πρέπει να ελέγχουν τις τιμές των προϊόντων.|| (επίσ.-ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση/εταιρεία/κοινοπραξία/τράπεζα/χώρα. ΑΝΤ. πωλητής, πωλήτρια (1) [< αρχ. ἀγοραστής (‘δούλος προορισμένος να αγοράζει τρόφιμα, προμηθευτής’), ἀγοράστρια]
  • αγόρευση [ἀγόρευση] α-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εύσεως | -εύσεις, -εύσεων} (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγορεύω: δημόσια/εισηγητική/εκτενής/πανηγυρική/στομφώδης/σύντομη ~. ~ του εισαγγελέα/συνηγόρου. ~ για τον προϋπολογισμό. Κλήση προς ~. Εκφωνώ/παρακολουθώ μια ~. Η συζήτηση αρχίζει με την ~ του προέδρου. Χρόνος ~ης. Μετά το πέρας της ~ης. Στην ~ή του κατήγγειλε τον .../πρότεινε .../τάχθηκε εναντίον του ... Δικανικές/κοινοβουλευτικές/πολιτικές ~εύσεις. ~εύσεις υπεράσπισης. Ολοκληρώθηκε ο κύκλος των ~εύσεων. Βλ. αν~, προσ~, υπ~. ΣΥΝ. λόγος (3), ομιλία (2) [< μτγν. ἀγόρευσις]

αβλεψία

αβλεψία [ἀβλεψία] α-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.) {αβλεψιών}: απροσεξία και (κατ' επέκτ. ιδ. στον πληθ.) λάθος που οφείλεται σε αυτή: ιατρική/κατασκευαστική/νομική/πολιτική ~. Διοικητικές/μεταφραστικές/ορθογραφικές/τεχνικές/τυπογραφικές ~ες. ~ ή αμέλεια. Το σφάλμα οφείλεται σε ~. Υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατέλεια ή ~. Συγγνώμη, ήταν δική μου ~! Η παραμικρή ~ εκ μέρους του πιλότου μπορεί να αποβεί μοιραία. ~ες των διοργανωτών/της έκδοσης/του συγγραφέα. ~ες και παραλείψεις/παρατυπίες/προχειρότητες. ~ες στην έκφραση και γλωσσικά ολισθήματα. Πβ. αβλέπτημα, παραδρομή. ● ΦΡ.: από αβλεψία & (λόγ.) εξ αβλεψίας [ἐξ ἀβλεψίας]: από απροσεξία, χωρίς να υπάρχει πρόθεση: σφάλματα ~ ~ ή λόγω άγνοιας. Δεν διορθώθηκε/καταχωρήθηκε ~ ~. Έγινε συνειδητά ή ~ ~; Παράβαση εξ ~ας. ΣΥΝ. εκ παραδρομής, κατά λάθος [< μτγν. ἀβλεψία]

αγγελική

αγγελική [ἀγγελική] αγ-γε-λι-κή ουσ. (θηλ.) ΒΟΤ. 1. αρωματικός καλλωπιστικός θάμνος (γένος Pittosporum) με λευκοκίτρινα συνήθ. άνθη 2. γένος αρωματικών ποωδών φυτών (οικογ. Umbelliferae). [< 2: αγγλ. angelica, γαλλ. angélique]

άγγελος

άγγελος [ἄγγελος] άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.) {αγγέλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. Α) αόρατο, ασώματο και αθάνατο πνεύμα, φορέας της βούλησης του Θεού και κατ' επέκτ. η συμβολική του απεικόνιση: ~ Kυρίου/πρωτοστάτης. ~ εξ ουρανού. ~ με φτερά (= φτερωτός)/ντυμένος στα λευκά. Εμφανίστηκε μπροστά του με τη μορφή ~ου. Βλ. Αρχ~, Αρχές, Δυνάμεις, Εξουσίες, Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, Χερουβείμ. Βλ. διάβολος. 2. (μτφ.) άτομο με χαρακτηριστικά αγγέλου, κυρ. ομορφιά, αγνότητα ή καλοσύνη: ξανθός ~ (: πανέμορφη ξανθιά κοπέλα). Τι κούκλος είναι αυτός; Σωστός ~! Βλ. αγγελική ομορφιά. 3. (επίσ.) αγγελιοφόρος: ~ ειρήνης. Βλ. προ~. 4. ΝΟΜ. πρόσωπο το οποίο μεταφέρει απλώς τη δήλωση βούλησης ατόμου που επιθυμεί να προχωρήσει σε δικαιοπραξία. 5. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που ανακοίνωνε στους θεατές όσα συνέβαιναν εκτός σκηνής. Βλ. εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγγελος θανάτου: ο Χάρος και γενικότ. καθετί που προκαλεί τον θάνατο πολλών ανθρώπων: Τον βρήκε ο ~ του ~ (= πέθανε)., άγγελος σωτηρίας: από μηχανής θεός: Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε σαν ~ ~., άγγελος του ελέους: πρόσωπο που προσφέρει απροσδόκητη και καλοδεχούμενη βοήθεια: Υπήρξε πραγματικός ~ ~ για εκατοντάδες ασθενείς., έκπτωτος/εκπεσών άγγελος 1. ΘΕΟΛ. δαίμονας που αποστάτησε και εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Πβ. διάβολος, Εωσφόρος, Σατανάς. 2. (μτφ.) για άτομο εκδιωγμένο, ξεπεσμένο: Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ~ ~ εξορισμένος από παντού., ο καλός μου/σου/του άγγελος: φύλακας και προστάτης: Κάποιος ~ μου ~ με φύλαξε. [< γερμ. mein guter Engel] , φύλακας άγγελος: αγαθό πνεύμα που προστατεύει τους ανθρώπους και γενικότ. κάθε άτομο ή οτιδήποτε ενεργεί ανάλογα: Ο Άγιος Νικόλαος είναι ~ ~ των ναυτικών.|| Ο τερματοφύλακας αποδείχτηκε ~ ~ της ομάδας. Βλ. άγγελος σωτηρίας., επιχειρηματικοί άγγελοι βλ. επιχειρηματικός, μαλλιά αγγέλου βλ. μαλλί ● ΦΡ.: άγγελέ μου! (οικ.): προσφώνηση τρυφερότητας, θαυμασμού, στοργής., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων: πρόσωπο που ανακοινώνει ένα δυσάρεστο/ευχάριστο συμβάν: Δεν θέλω να γίνω ~ κακών ειδήσεων (σπάν. μαντάτων/μηνυμάτων/νέων), αλλά ..., δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό (προφ.): για πολύ τσιγκούνη άνθρωπο: Είναι ένας σπάγγος, ούτε ~ ~ δεν δίνει!, είδε τον άγγελό του (σπάν.-λαϊκό): για ετοιμοθάνατο., ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους: δημιουργεί, πλάθει αριστουργήματα: Είναι μεγάλος μάστορας, ~ ~!, η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< 1,2: μτγν. ἄγγελος 3,4,5: αρχ. ἄγγελος, γαλλ. ange, αγγλ. angel, γερμ. Εngel]

αγιασμένος

αγιασμένος, η, ο [ἁγιασμένος] α-γι-α-σμέ-νος & α-για-σμέ-νος επίθ.: που έχει αγιαστεί, εξαγνιστεί: ~ος: γέροντας/τόπος. ~η: ζωή/μορφή. ~ο: λάδι/λείψανο/νερό/σώμα της Εκκλησίας. ~α: οστά. Ο ~/(λόγ.) ηγιασμένος άρτος/οίνος (: της Θείας Κοινωνίας). ~ο να 'ναι τ’ όνομά του! Βλ. ευλογημένος, προηγιασμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: άγια χώματα βλ. άγιος ● βλ. αγιάζω

-άμενος

-άμενος, η, ο (προφ.-λογοτ.): κατάληξη μετοχής παθητικού ενεστώτα με χρήση επιθέτου ή σπανιότ. ουσιαστικού: τρεμ~.|| (σε εκφρ.) Ζωή χαρισ-άμενη. Επί ξύλου κρεμ-άμενη. Σειν-άμενη (και) κουν-άμενη.|| Ο λεγ~. Βλ. -όμενος, -ούμενος.

γειτονία

γειτονία γει-το-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη: ~ ειρήνης και συνεργασίας. Βλ. ΕΠΓ. ● ΣΥΜΠΛ.: γειτονία του σημείου & γειτονιά του σημείου: ΜΑΘ. σύνολο σημείων που βρίσκονται σε ορισμένη απόσταση από ένα σημείο αναφοράς. [< γαλλ. voisinage d'un point ] ● ΦΡ.: καλής γειτονίας: ΠΟΛΙΤ. για αρμονική συνύπαρξη μεταξύ όμορων κρατών: αρχές/κλίμα/πολιτική/συνθήκες ~ ~. Η χώρα μας δημιουργεί/καλλιεργεί σχέσεις ~ ~ με ... [< αρχ. γειτονία, γαλλ. voisinage]

διάβολος

διάβολος διά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {διαβόλ-ου} & (λαϊκό) διάολος 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. Δ) προσωποποίηση του πνεύματος του κακού, συνήθ. με κέρατα και ουρά, ο αντίπαλος του Θεού που έχει βασίλειό του την κόλαση, σατανάς: η μάχη με τον ~ο. Όργανο/παγίδες του ~ου. Αποφεύγω/φοβάμαι (κάποιον/κάτι) σαν τον ~ο. ΣΥΝ. Βεελζεβούλ, Εωσφόρος (1), Σατανάς. 2. (μτφ.) άνθρωπος μοχθηρός και σκληρός: αληθινός/σκέτος/σωστός ~.|| (για οδηγό αυτοκινήτου) Έτρεχε σαν ~. Βλ. φτωχο~. 3. (λαϊκό-υβριστ.) σε ερωτήσεις και αναφωνήσεις, ως έκφραση εκνευρισμού, δυσαρέσκειας ή απογοήτευσης: Τι ~ο θέλεις;|| (ως επιφών.) (Που/φτου) να πάρει ο ~! ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα βλ. κάλτσα, διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία, δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος ● ΦΡ.: άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! & να πας/πήγαινε στο διά(β)ολο/διάλο! (υβριστ.): ως έκφραση αγανάκτησης, οργής, όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον ή για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη: άι ~ ~ όλοι τους.|| Α ~ ~, δεν το πιστεύω!, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του: για αρνητική εξέλιξη που οφείλεται σε εξωγενή παράγοντα: Έβαλε ~ και τσακωθήκαμε! , βρήκα τον διάολό μου (μτφ.) 1. έμπλεξα, βρήκα τον μπελά μου: Προσπάθησα να τον βοηθήσω και ~ ~. 2. βρήκα τον δάσκαλό μου: Ήθελε να έχει το πάνω χέρι, αλλά μαζί της έχει βρει ~ ~ του., διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι: όταν υπάρχουν πολλοί πειρασμοί και ενοχλητικοί άνθρωποι τριγύρω., έσπασε/σπάει ο διά(β)ολος το ποδάρι του (προφ.): για κάτι αναπάντεχο, αρνητικό ή (ειρων.) θετικό: Έσπασε ~ ~ και τρέχαμε στο νοσοκομείο!, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του & έχει τον δαίμονα μέσα του: για πονηρό, δόλιο ή πολύ ευφυή, δαιμόνιο άνθρωπο., μπήκε ο διάολος μέσα του: δαιμονίστηκε ή συμπεριφέρεται σαν δαιμονισμένος, τον κυρίευσε ο σατανάς: Ούρλιαζε και χτυπιόταν σαν να ~ ~., ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια (λαϊκό): για να εκφραστεί ότι είναι πιθανόν να συμβεί αναπάντεχα κάτι αρνητικό, παρά τις όποιες προφυλάξεις: Καλό είναι να έχεις ένα δεύτερο κλειδί μαζί σου· ποτέ δεν ξέρεις, ~ ~ ... , όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι & σαν τον διάολο το λιβάνι (λαϊκό-εμφατ.): λέγεται σε περιπτώσεις που κάποιος αποστρέφεται ή φοβάται κάτι σε πολύ μεγάλο βαθμό: Αποφεύγει, ~ ~, τις κοσμικές συναθροίσεις., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει (παροιμ.): λέγεται για κάποιον που εγκαταλείπει παλιές κακές συνήθειες., πάει κατά δια(β)όλου (προφ.-εμφατ.): για πολύ αρνητική εξέλιξη: Η επιχείρηση/η κοινωνία/ο κόσμος/η ομάδα ~ ~ (: από το κακό στο χειρότερο)., πάει στον διά(β)ολο/διάλο (λαϊκό): για δήλωση συγκατάβασης, ας είναι: Δεν μου αρέσει το φαγητό, αλλά, ~ ~, θα το δοκιμάσω., στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε (προφ.-υβριστ.): διαολοστέλνω: Αγανάκτησε και τον έστειλε ~., στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο (μτφ.-προφ., για δήλωση δυσαρέσκειας ή αγανάκτησης): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Με έστειλαν ~ ~. Πού να τραβιέμαι τώρα ~ ~; Βλ. στην άκρη/στα πέρατα του κόσμου/της γης., τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου (λαϊκό-εμφατ.): αντιμετωπίζω μεγάλη δυσκολία, ταλαιπωρούμαι: Τραβήξαμε ~ μας, για να τον ξεφορτωθούμε. ΣΥΝ. τραβώ τον αδόξαστο, δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... βλ. δουλειά, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ [< αρχ. διάβολος ‘συκοφάντης’, μτγν. ~ ‘σατανάς’, γαλλ. diable]

-δοσία

-δοσία {-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.

έννομος

έννομος, η/ος, ο [ἔννομος] έν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, τον ακολουθεί ή καθορίζεται από αυτόν: ~η: σχέση/υποχρέωση. ~ο: κράτος. ~ες: συνέπειες. ~α: αποτελέσματα/δικαιώματα/μέσα. ΣΥΝ. νόμιμος, σύννομος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: έννομα & (λόγ.) εννόμως ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά: που τα προστατεύει το δίκαιο, ο νόμος: ~ ~ του ατόμου (: ζωή, σωματική ακεραιότητα και υγεία, περιουσία, ιδιοκτησία, ελευθερία). ~ ~ της ολότητας (: ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης, πολίτευμα και εδαφική ακεραιότητα της χώρας, προστασία του περιβάλλοντος)., έννομη τάξη & (λόγ.) έννομος τάξη: οι κανόνες δικαίου: διεθνής/εσωτερική/ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ ~. Αποκατάσταση/διασάλευση/διαφύλαξη/κατάργηση/προστασία της ~ης ~ης. [< γαλλ. ordre juridique] , έννομη προστασία βλ. προστασία, έννομο συμφέρον βλ. συμφέρον [< αρχ. ἔννομος]

επιχειρηματικός

επιχειρηματικός, ή, ό [ἐπιχειρηματικός] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται σε επιχειρηματία ή επιχείρηση: ~ός: κατάλογος/κόσμος/κύκλος/οδηγός/όμιλος/οργανισμός/στίβος/σύνδεσμος/συνεργάτης/σχεδιασμός/τομέας/φορέας/χώρος. ~ή: αμοιβή/ανάπτυξη/αποστολή/δράση/δραστηριότητα/ελίτ/ευφυΐα/ηθική/ιδέα/ικανότητα/καινοτομία/κοινότητα/πρωτοβουλία/στρατηγική/συνάντηση/συνεργασία/τεχνογνωσία. ~ό: δαιμόνιο/ενδιαφέρον/κεφάλαιο/κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα (= επιχειρηματικότητα)/πρόγραμμα/συμβούλιο/φόρουμ. ~οί: εταίροι/στόχοι/σύμβουλοι. ~ές: αποφάσεις/ειδήσεις/εξελίξεις/ευκαιρίες/εφαρμογές/συμφωνίες. ~ά: βραβεία/μοντέλα/νέα/πάρκα/συμφέροντα/ταξίδια. Βλ. εμπορικός. ● επίρρ.: επιχειρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματικό σχέδιο & επιχειρηματικό πλάνο: γραπτή έκθεση που περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις και τους στόχους μιας υπό ίδρυση ή λειτουργία επιχείρησης, καθώς και τα μέσα για την επίτευξή τους. [< αγγλ. business plan] , επιχειρηματικοί άγγελοι: ιδιώτες που επενδύουν χρήματα και χρόνο σε επιχειρήσεις με προοπτικές ανάπτυξης. [< αγγλ. business angels, 1933] , επιχειρηματικός κίνδυνος & επιχειρηματικό ρίσκο: αδυναμία εταιρείας να κάνει ακριβή πρόβλεψη για το αν θα έχει αρκετό ρευστό, ώστε να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα με βάση τη διάθεση των κεφαλαίων της: υψηλός ~ ~. Ανάληψη/διαχείριση ~ού ~ου. [< αγγλ. business risk] , επιχειρηματική αριστεία βλ. αριστεία [< πβ. αρχ. ἐπιχειρηματικός ‘που σχετίζεται με τη διαλεκτική επιχειρηματολογία', αγγλ. business, entrepreneurial, γαλλ. ~, 1984]

κόρνο

κόρνο κόρ-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο με σπειροειδή σωλήνα, που έχει κωνική απόληξη και τρεις βαλβίδες: γαλλικό/φυσικό ~. Κυνηγετικό ~ (= κυνηγετικό κέρας). ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό κόρνο: πνευστό μουσικό όργανο που μοιάζει με όμποε, αλλά έχει μεγαλύτερο σωλήνα και διπλή γλωττίδα. [< ιταλ.-αγγλ. corno, γαλλ. cor]

μαλλί

μαλλί μαλ-λί ουσ. (ουδ.) {μαλλ-ιού} 1. {συνήθ. στον πληθ.} το σύνολο των τριχών που καλύπτουν το πάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού: άσπρα/γκρίζα/καστανά/κόκκινα/μαύρα/ξανθά ~ιά. Αραιά/γερά/δεμένα/ίσια/κατσαρά/κοντά/λαμπερά/λυτά/μακριά/ξηρά/πλούσια/πυκνά/σγουρά/σπαστά/ταλαιπωρημένα/υγιή/φουντωτά ~ιά. Άβαφα/άλουστα/απεριποίητα/βρεγμένα/λουσμένα ~ιά. ~ιά με ανταύγειες/μπούκλες/όγκο. Σαμπουάν για αδύναμα/ευαίσθητα/κανονικά/λεπτά/λιπαρά ~ιά. Κοκαλάκι/λακ/λοσιόν/σεσουάρ για τα ~ιά. Αξεσουάρ/απώλεια/βαφές/βούρτσα/ζελέ/θεραπεία/ισιωτική/κόψιμο/κρέμα/μαλακτικό/μεταμόσχευση/περιποίηση/πιστολάκι/προσθετική/σπρέι/στέγνωμα/τούφα/τύπος/χρώμα ~ιών. Έφτιαξα/χτένισα το ~/τα ~ιά μου. Έπιασε τα ~ιά της με τσιμπιδάκι. 2. {συνήθ. στον εν.} τρίχωμα ζώων, που συχνά αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας: αγνό/ακατέργαστο/απαλό/παρθένο/πρόβειο/συνθετικό/φυσικό ~. Ρούχα/υφάσματα από ~ (= μάλλινα). Γνέσιμο/επεξεργασία/παραγωγή/ποιότητα ~ιού. || Ορυκτό ~ (= πετροβάμβακας). ● Υποκ.: μαλλάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.} ● ΣΥΜΠΛ.: μαλλί της γριάς: ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκίσματος, κυρ. για παιδιά, από νήματα λιωμένης ζάχαρης που τυλίγονται γύρω από ένα ξυλάκι., μαλλιά αγγέλου: είδος φιδέ. [< αγγλ. angel-hair pasta, 1981] , στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας ● ΦΡ.: μαλλιά κουβάρια (προφ.): για έντονη αντιπαράθεση ή σύγχυση: Έγιναν ~ ~ (= μύλος) λόγω οικονομικών διαφορών.|| Τα 'χω κάνει ~ ~ (= μαντάρα) στο μυαλό μου. ΣΥΝ. άνω-κάτω (2), κουλουβάχατα, μαλλιοκούβαρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος (παροιμ.): προσπάθησε να κερδίσει κάτι και τελικά ζημιώθηκε., πιάνομαι μαλλί με μαλλί {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): μαλλιοτραβιέμαι., πόσο πάει το μαλλί; (μτφ.-ειρων.): πόσο κάνει/κοστίζει;, σαν της τρελής τα μαλλιά (σπάν.-προφ.): για χώρο όπου επικρατεί ακαταστασία: Το δωμάτιό του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. άνω-κάτω (1), τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του (προφ.): τα μαλλιοκέφαλά μου., αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) βλ. ευκαιρία, αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω, κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω, ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται βλ. πνίγω, τραβάω τα μαλλιά μου βλ. τραβώ, τραβηγμένος από τα μαλλιά βλ. τραβηγμένος [< μεσν. μαλλίν < μτγν. μαλλίον]

ουσιώδης

ουσιώδης, ης, ες [οὐσιώδης] ου-σι-ώ-δης επίθ. {ουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)· ουσιωδ-έστερος, -έστατος} (λόγ.): σημαντικός, ουσιαστικός: (για πρόσ.) ~ης: μάρτυρας.|| ~ης: στόχος. ~ης: αλλαγή/διαφορά. ~ες: χαρακτηριστικό. ~εις: όροι. ~εις: πληροφορίες. ~η: ζητήματα/προβλήματα. Η άσκηση είναι ~ παράγοντας για τη διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης. Η συλλογή στοιχείων είναι ~ες μέρος της έρευνας. Το έργο του είναι ~ους (πβ. ζωτικής) σημασίας.|| (ως ουσ.) Το ~ες της ζωής (: η ουσία). Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ζουμερός (2), στοιχειώδης (1) ΑΝΤ. επουσιώδης ● επίρρ.: ουσιωδώς (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. οὐσιώδης]

πρωινός

πρωινός, ή, ό πρω-ι-νός επίθ.: που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται το πρωί: ~ός: ήλιος/περίπατος. ~ή: βάρδια/βόλτα/γυμναστική/δροσιά/εκπομπή/ενημέρωση/εργασία/ζώνη (τηλεοπτικού σταθμού)/ομίχλη/προπόνηση/προσευχή/πτήση/συνεδρίαση. ~ό: δρομολόγιο/εγερτήριο/ξύπνημα/ωράριο. ~ές: εφημερίδες. Νεφελώδης καιρός με περιορισμένη ορατότητα τις πρώτες ~ές ώρες. Είναι ~ τύπος (: ξυπνά νωρίς το πρωί). Μαθητές που είναι ~οί (: έχουν μάθημα το πρωί). Βλ. μεσημεριανός, απογευματ-, βραδ-ινός,.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή αναφορά λόχου/μοίρας/τάγματος.|| (προφ.-ειρων.) Άντε σιγά-σιγά να φεύγουν οι ~οί (: συνήθ. σε περιπτώσεις όπου υπάρχει συνωστισμός σε έναν χώρο, έλλειψη κενών θέσεων). ● Ουσ.: πρωινή (η) (λόγ.): ενν. ώρα: πρώτη ~ (= 1 π.μ.)., πρωινό (το): ενν. γεύμα: Τρώω ~. Παίρνω το ~ μου (= προγευματίζω). Το ~ σερβίρεται από τις ... έως ... Βλ. μεσημεριανό, βραδινό, δείπνο.|| (σε ξενοδοχείο) Τιμή δωματίου με/χωρίς ~. Πβ. μπρέκφαστ. ΣΥΝ. πρόγευμα ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό πρωινό: που περιλαμβάνει συνήθ. αβγά τηγανητά, λουκάνικο, μπέικον, τοστ και τσάι ή καφέ. [< αγγλ. English breakfast] , ευρωπαϊκό πρωινό: ελαφρύ πρωινό που περιλαμβάνει συνήθ. καφέ ή τσάι, χυμό και γλυκίσματα με βούτυρο και μαρμελάδα. [< αγγλ. continental breakfast] , πρωινός καφές βλ. καφές ● ΦΡ.: πρωινός-πρωινός: (για πρόσ.) που εμφανίζεται, φτάνει κάπου πολύ πρωί, νωρίς το πρωί: ~ ~, βλέπω, σαββατιάτικα., τον έχει για πρωινό (νεαν. αργκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος μπορεί να νικήσει με ευκολία τον αντίπαλό του ή γενικότ. υπερέχει ξεκάθαρα έναντι κάποιου άλλου: Κάτι τέτοιους τους έχω ~! Βλ. είναι/τον έχω του χεριού μου. [< μτγν. πρωϊνός, γαλλ. matinal]

σκοπός

σκοπός σκο-πός ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιχειρεί να πετύχει κάποιος· ο λόγος για τον οποίον υπάρχει ή γίνεται κάτι: αναπτυξιακός/ανθρωπιστικός/αντικειμενικός/βασικός/διαφημιστικός/διδακτικός/εθνικός/ειδικός/ειρηνικός/ερευνητικός/ευγενής/θεραπευτικός/θετικός/ιδρυτικός/ιερός/καταστατικός/κοινωνικός/κοινωφελής/παιδαγωγικός/πρακτικός/σταθερός/στρατηγικός/υπέρτατος/ψυχαγωγικός ~. ~ της λειτουργίας (ενός γραφείου)/του συνεδρίου/της υπηρεσίας. Επιδίωξη/επίτευξη/ευόδωση/πραγματοποίηση του ~ού. Για/προς αυτό(ν) το(ν) ~ό. Αγωνίζονται για έναν κοινό ~ό. Μέτρα με ~ό να αντιμετωπιστεί η ανεργία. Με συγκεκριμένο ~ό. Περιπλανιέται χωρίς ~ό. Δεν έχω ~ό να προσβάλω κανέναν. ~ είναι να διασφαλιστεί η διαφάνεια (πβ. ζητούμενο, θέμα). Θυσιάζομαι/παλεύω για έναν ~ό. Κάνω κάτι για/με καλό ~ό. Λεπτομέρεια που εξυπηρετεί έναν ~ό. ~οί και κίνητρα/προθέσεις. Γενικοί ~οί και ειδικοί στόχοι του μαθήματος. Μπορεί να εκπληρώσει/πετύχει τους ~ούς της. Έχει ιδιοτελείς ~ούς. Πβ. επιδίωξη, πρόθεση, στόχος.|| O ~ του κόσμου. Προσπαθεί να βρει έναν ~ό στη ζωή του. Δεν έχει ~ό ύπαρξης. Πβ. νόημα, προορισμός.|| Ο ~ της εκπαίδευσης/της τέχνης. Πβ. λειτουργία. 2. ΜΟΥΣ. μελωδία: ανατολίτικος/αργός/ζωηρός/λαϊκός/οργανικός/παραδοσιακός/πένθιμος/χαρούμενος ~. Παίζει/σφυρίζει/τραγουδά έναν παλιό ~ό. Πβ. ρυθμός. 3. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης που φρουρεί ορισμένο χώρο: ~ στην κεντρική πύλη στρατοπέδου/στον όρχο. Φυλάει ~ στο πεδίο βολής. Πβ. φρουρός. Βλ. θαλαμοφύλακας. ● ΦΡ.: από σκοπού (λόγ.): επίτηδες, σκόπιμα, με πρόθεση: ανακρίβειες είτε εκ παραδρομής είτε και ~ ~. Ζητώ συγγνώμη, δεν ήταν ~ ~., επί σκοπόν: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για σκόπευση: "~ ~, πυρ". Mε τα όπλα ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Είναι ~ ~ (: σε εγρήγορση)., με σοβαρό σκοπό: με στόχο τον γάμο: γνωριμία/σχέση ~ ~., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου δικαιολογούνται τα δόλια, ανήθικα ή γενικώς κατακριτέα μέσα., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω, βάλθηκε να .../(το) έβαλε/έχει βάλει σκοπό να ... βλ. βάζω, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< αρχ. σκοπός, γαλλ. but 2: ιταλ. motivo]

σκορ

σκορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα (σε τέρματα, πόντους, σετ): ανοιχτό (: που δίνει ελπίδες νίκης και στις δύο ομάδες)/εντυπωσιακό/ευρύ/ισόπαλο/συνολικό/υψηλό ~. ~ πρόκρισης. Πίνακας ~. Το ~ ανέβηκε στο 3-0/διπλασιάστηκε. Το ακριβές ~ της αναμέτρησης. Ο αγώνας κρίθηκε με ~ 1-0. Ποιος προηγείται στο ~; Το ~ είναι ρευστό (: ευμετάβλητο). Το ~ έκλεισε στο 2-0 (: αυτό είναι το τελικό ~). Δεν υπάρχει ακόμη ~ (: δεν έχει σημειωθεί γκολ).|| (κατ' επέκτ., αποτέλεσμα, επίδοση) Εκλογικό ~. Θέλει να βελτιώσει το ~ του. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό σκορ: περίπτωση κατά την οποία, σε αγώνα ποδοσφαίρου, σημειώνονται και από τις δύο ομάδες πολλά γκολ: ήττα/νίκη με ~ ~., νταμπλ σκορ (κυρ. σε αγώνα μπάσκετ): στην περίπτωση που μια ομάδα κερδίζει, πετυχαίνοντας διπλάσιους πόντους από αυτούς που σημείωσε η αντίπαλή της: Άγγιξαν το ~ ~ (π.χ. 74-37). [< αγγλ. double score] , κλειστό σκορ βλ. κλειστός ● ΦΡ.: ανοίγω το σκορ βλ. ανοίγω [< αγγλ.-γαλλ. score]

σπανός

σπανός, ή, ό σπα-νός επίθ. 1. (για άνδρα) που έχει λίγες ή καθόλου τρίχες, κυρ. στο πρόσωπο: Δεν βγάζει γένια, είναι ~. Βλ. αγένειος. 2. (μτφ., για τόπο) γυμνός απο βλάστηση: ~ό: βουνό. Πβ. άδενδρος, φαλακρός. ΑΝΤ. κατάφυτος. ● ΦΡ.: μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, εκτός από ό,τι αντιβαίνει στη φύση: Τελικά όλα γίνονται, ~ ~., είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια βλ. μπαρμπέρης [< μεσν. σπανός]

ύδωρ

ύδωρ [ὕδωρ] ύ-δωρ ουσ. (ουδ.) {ύδ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): νερό: απεσταγμένο/ενέσιμο/θαλάσσιο/πόσιμο ~. Βαθέα/επιφανειακά (: λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, ταμιευτήρες)/παράκτια/υπόγεια ~ατα. Ρύπανση των ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων: ΕΚΚΛΗΣ. τελετουργική πράξη εξαγνισμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανείων., βαρύ ύδωρ & βαρύ νερό: ΧΗΜ. οξείδιο του δευτερίου (σύμβ. D2O), το οποίο επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης των ζωικών οργανισμών· χρησιμοποιείται ως επιβραδυντής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< γαλλ. l' eau lourde] , βασιλικό ύδωρ: ΧΗΜ. κίτρινο διαβρωτικό μείγμα υδροχλωρικού και νιτρικού οξέος το οποίο έχει την ιδιότητα να διαλύει τα ευγενή μέταλλα, κυρ. τον χρυσό και τον λευκόχρυσο. [< λατ. aqua regia] , διεθνή ύδατα: ΝΟΜ. η θαλάσσια έκταση που βρίσκεται έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατά συνέπεια δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κράτος. ΣΥΝ. ανοιχτή θάλασσα (2), εσωτερικά ύδατα: ΝΟΜ. το σύνολο των στάσιμων (λίμνες, ταμιευτήρες) και ρεόντων (ποτάμια, χείμαρροι) επιφανειακών υδάτων και όλα τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται προς την πλευρά της ξηράς: ινστιτούτο ~ών ~άτων. Αλιεία στα ~ ~. [< αγγλ. inland waters] , ζων ύδωρ: ΘΡΗΣΚ. το νερό ως πηγή δύναμης και μέσο εξαγνισμού, η ζωοποιός θεία χάρη. Βλ. αθάνατο νερό., γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, όμβρια ύδατα βλ. όμβριος, οξυγονούχο ύδωρ βλ. οξυγονούχος, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: γη και ύδωρ βλ. γη, περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< αρχ. ὕδωρ, γαλλ. eau]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.