Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 68 εγγραφές  [0-20]


  • -κέφαλος , η, ο β' συνθετικό επιθέτων που αναφέρεται 1. στο κεφάλι: δι-κέφαλο τέρας. Υδρο~.|| (ευχετ.) Σιδερο~.|| (μτφ.) Αυτο~. 2. (μτφ.) στον νου, τον τρόπο σκέψης, τον χαρακτήρα: θερμο~/ξερο~/στενο~/χοντρο~ (πβ. στενό-μυαλος).|| (χιουμορ.-μειωτ.) Κουφιo~/μπουζουκο~. 3. ΑΝΑΤ. σε εκφύσεις των μυών: τρι-κέφαλοι (μύες).
  • αγαπώ [ἀγαπῶ] α-γα-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αγαπ-άς, -ά κ. -άει ... | αγάπ-ησα, -ιέμαι, (σπάν. μτχ. -ώμενος), -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & αγαπάω 1. νιώθω αγάπη για κάποιον/κάτι: ~ τους γονείς/τα παιδιά μου. ~ά(ει) όλο τον κόσμο. Σ' ~ με όλη μου την καρδιά/πολύ/σαν τα μάτια μου. ~ τη ζωή/τη χώρα μου.|| (προφ.-ευχετ.) Να χαρείς ό,τι ~άς. ΑΝΤ. απεχθάνομαι, εχθρεύομαι, μισώ 2. είμαι ερωτευμένος με κάποιον: Την ~ά και θέλει να την παντρευτεί. Τον ~ησα (πβ. υπερ~) τρελά/με πάθος. 3. δείχνω ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάτι, ασχολούμαι με αυτό: ~ά τα γράμματα/τον αθλητισμό. ~ά(ει) την περιπέτεια (= του αρέσει, τον γοητεύει). ● Παθ.: αγαπιέμαι: αποτελώ αντικείμενο αγάπης, εκτίμησης, θαυμασμού ή ερωτικού πόθου: Αγαπώ και ~. Hθοποιός/τραγουδιστής/εκπομπή που ~ήθηκε από πολύ κόσμο/από μικρούς και μεγάλους. ~ιούνται βαθιά/παράφορα/πραγματικά. ● ΦΡ.: αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του (παροιμ.): να είσαι ανεκτικός στις αδυναμίες του φίλου σου., αγαπά(ει) να: του αρέσει, συνηθίζει να: ~ ~ διαβάζει ποίηση/μαγειρεύει/με πειράζει., αγαπάτε αλλήλους (ΚΔ): προτροπή για αγάπη και ομόνοια., άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε (προφ.): όταν αποφεύγει κανείς να πει τη γνώμη του για ένα επίμαχο θέμα και συνήθ. στρέφεται σε κάτι άσχετο ή παραπλανητικό: Η απάντησή του στην ερώτησή μου ήταν ~ ~., αν αγαπάτε: (ανάμεσα σε κόμματα) αν θέλετε, αν προτιμάτε: Η εξουσία είναι, ~ ~, μια μορφή επιβεβαίωσης., όποιος αγαπά παιδεύει: η αγάπη μπορεί να γίνει βασανιστική, καταπιεστική., όπως αγαπάτε: (συνήθ. ως απάντηση σε ερώτημα) όπως θέλετε, όπως προτιμάτε: Θα πάμε με το αυτοκίνητο ή με το λεωφορείο; ~ ~., σ' αγαπάει η πεθερά σου (παλαιότ.): λέγεται όταν έρθει επισκέπτης στο σπίτι την ώρα του φαγητού, συχνά με περιπαικτική διάθεση, επειδή πριν από τον γάμο η πεθερά συνήθιζε να περιποιείται στο τραπέζι τον γαμπρό καλύτερα από όλους., αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του βλ. άντερο, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! βλ. γουστάρω [< αρχ. ἀγαπῶ, γαλλ. aimer, αγγλ. love]
  • αιώνιος , α, ο [αἰώνιος] αι-ώ-νι-ος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. αιωνία} 1. άχρονος, χωρίς αρχή και τέλος, που μένει ανέπαφος στο πέρασμα των αιώνων και δεν υπόκειται σε αλλαγές, που υπάρχει για πάντα: (ΘΕΟΛ.) ο ~ Θεός. Ο ~ κύκλος της ζωής και του θανάτου (: που διαρκεί εσαεί).|| ~α: αγάπη/ευγνωμοσύνη/νιότη. ~ες: αλήθειες. ~α: ιδανικά. ~α τιμή και δόξα στους νεκρούς του πολέμου. Το ~ο μήνυμα του ανθρωπισμού. Το ηλεκτρονικό κείμενο δεν υπόκειται στη φθορά, γίνεται σχεδόν ~ο (= άφθαρτο). Οι ~ες και σταθερές αρχές του Σύμπαντος. Οι ~ες αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Πβ. αέναος, αθάνατος, ακατάλυτος, διηνεκής, παντοτινός. ΑΝΤ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που δεν σταματά, υπάρχει ή γίνεται διαρκώς, που παραμένει συνεχώς στην ίδια θέση ή κατάσταση ή χαρακτηρίζεται σταθερά από μια ιδιότητα, μόνιμος, ίδιος: ~ος: φαύλος κύκλος (της βίας)/φόβος (του θανάτου). ~α: αγάπη (= παντοτινή)/(ειρων.) βλακεία/γκρίνια. ~ο: επιχείρημα/κλισέ. ~οι: εχθροί (= προαιώνιοι, βλ. ~οι αντίπαλοι). ~α: βάσανα (= ατέλειωτα)/παράπονα. Ο φθόνος, το ~ο (= χαρακτηριστικό, σταθερό) μειονέκτημά του. Η ~α κατάρα του διχασμού. (υβριστ.) Οι ~οι γλείφτες. (οικ.-ειρων.) ~ γυναικάς (= αδιόρθωτος)/πρωταθλητής (= διαδοχικός, επί πολλά συναπτά έτη). 3. που έχει διαχρονική αξία ή πλούσια ιστορία· κλασικός, ανυπέρβλητος: ~α: μελωδία/ντίβα. ~ο: μνημείο/τραγούδι. Οι ~ες αξίες της κλασικής εποχής. Πβ. αθάνατος, απαράμιλλος, ιδεώδης, τέλειος. ● Ουσ.: αιώνιο (το) (λόγ.): η έλλειψη αρχής και τέλους στον χρόνο: Οι έννοιες του Απόλυτου, του ~ου και του Άπειρου ταιριάζουν στον Θεό. ● επίρρ.: αιώνια & (λόγ.) αιωνίως ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια επιστροφή: ΦΙΛΟΣ. επανάληψη γεγονότων κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Πβ. παλιγγενεσία. [< γαλλ. retour éternel] , αιώνιοι (αντίπαλοι): ΑΘΛ. (συνήθ. για αθλητικό σύλλογο, σπάν. για αθλητή) καθένας από τους δύο παραδοσιακούς-ιστορικούς (και κορυφαίους σε μια χώρα ή πόλη) διεκδικητές ενός τίτλου σε άθλημα: (ως ουσ.) Ακάθεκτοι οι ~ συνέχισαν την πορεία τους προς τον τίτλο., η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό: που ασκεί έλξη και γοητεία στους άντρες (ανεξάρτητα από εποχές και πρότυπα). [< γαλλ. l' éternel féminin] , αιώνια ανάπαυση βλ. ανάπαυση, αιώνιο πρόβλημα βλ. πρόβλημα, αιώνιο πυρ βλ. πυρ, αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, αιώνιος έφηβος βλ. έφηβος, έφηβη, αιώνιος ύπνος βλ. ύπνος, αιώνιος φοιτητής βλ. φοιτητής, φοιτήτρια, ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, η αιώνια πόλη βλ. πόλη, η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: αιωνία σου/του/της η μνήμη (ευχετ.): (σε επικήδειο λόγο, άρθρο) μακάρι να είναι παντοτινή η ανάμνηση του εκλιπόντος. Πβ. Θεός σχωρέσ' τον/την!, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή [< αρχ. αἰώνιος, γαλλ. éternel, perpétuel]
  • άμποτε [ἂμποτε] ά-μπο-τε επιφών. & άμποτες (λαϊκό-λογοτ.-ευχετ.): (+ να) είθε, μακάρι: ~ όλα να πάνε καλά! ~ να ζήσεις χρόνια πολλά (= ο Θεός να δώσει να ...). Βλ. αμήν και πότε, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί. [< μεσν. άμποτε]
  • ανάρρωση [ἀνάρρωση] α-νάρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρρώνω: αργή/γρήγορη/δύσκολη ~. ~ (μετά) από γρίπη/επέμβαση. Μετεγχειρητική αποκατάσταση και ~. Ασθενείς σε ~. Βρίσκεται στο στάδιο της ~ης. Ευχές για σύντομη/ταχεία ~. (ευχετ.) Περαστικά και καλή ~! Βλ. ανάνηψη, θεραπεία, υποτροπή.|| (μτφ.) ~ από την κρίση. ΣΥΝ. ανάκαμψη. [< μτγν. ἀνάρρωσις ‘ενίσχυση, ενδυνάμωση’]
  • ανάσταση [ἀνάσταση] α-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) επάνοδος του Χριστού στη ζωή την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση: η ~ του Θεανθρώπου/Ιησού/Κυρίου. Το χαρμόσυνο μήνυμα της ~ης. (ευχετ.) Καλή ~! 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, κατ' επέκτ.) η αντίστοιχη ακολουθία και γιορτή το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου: ~ με βεγγαλικά και φωτοβολίδες. Πάμε στην ~ με λαμπάδες. Βλ. Πάσχα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) επαναφορά νεκρού στη ζωή: Η ~ του Λαζάρου (: ένα από τα θαύματα του Χριστού). Η ~ των νεκρών (: κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Πβ. ζωντάνεμα, νεκρανάσταση. 4. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το αντίστοιχο γεγονός ως έργο τέχνης ή αγιογραφικό θέμα. Βλ. εις Άδου κάθοδος. 5. (μτφ.) αναγέννηση, ανάκαμψη: η πνευματική/πολιτιστική ~ (ενός λαού). Οικονομική ~ της εταιρείας. Πβ. αναζωογόνηση, ξαναζωντάνεμα.|| Η ~ του (υπόδουλου) Γένους/του Έθνους (: η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού). ΣΥΝ. (απ)ελευθέρωση, ξεσηκωμός. 6. (ως επιφών., προφ.-εμφατ.) επιτέλους: ~! Τα κατάφερε. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη: ΕΚΚΛΗΣ. ακολουθία που τελείται το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα., πρώτη Ανάσταση: ΕΚΚΛΗΣ. η Θεία Λειτουργία που τελείται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. ● ΦΡ.: κάνω Ανάσταση (προφ.) 1. παρακολουθώ την τελετή της Ανάστασης: Φέτος θα ~ ~ στην ενορία μου/σε μοναστήρι. 2. (μτφ.) ξεπερνώ τα προβλήματά μου, γίνομαι ξανά ευτυχισμένος (ύστερα από δύσκολη περίοδο). Πβ. άσπρη μέρα/Θεού πρόσωπο. [< αρχ. ἀνάστασις]
  • ανταμώνω [ἀνταμώνω] α-ντα-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντάμω-σα, -θηκα} (λαϊκό): συναντώ ή συναντιέμαι με κάποιον: Είναι υπέροχο να ~εις ανθρώπους με ποιότητα.|| Μου αρέσει να ~ με φίλους. (ευχετ.) Καλώς ~σαμε και καλό χειμώνα! ~σαν στην πλατεία (: συναντήθηκαν). Πβ. σμίγω, (συν)απαντώ. [< μεσν. ανταμώνω]
  • ανύπαντρος , η, ο [ἀνύπαντρος] α-νύ-πα-ντρος επίθ.: που δεν έχει παντρευτεί: ~η: κοπέλα/μητέρα. ~α: ζευγάρια. Έμεινε ~/~η (βλ. εργένης, γεροντοκόρη).|| (ως ουσ.-ευχετ.) Και στα δικά σας οι ~οι/~ες! Πβ. άγαμος, απάντρευτος, ελεύθερος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< μεσν. ανύπαντρος]
  • ανώτερος , η, ο [ἀνώτερος] α-νώ-τε-ρος επίθ. {(λόγ.) αρσ.-ουδ. -έρου, (λόγ.) θηλ. -έρα, -έρας | (λόγ.) -έρων, (λόγ.) αρσ. -έρους} ΑΝΤ. κατώτερος 1. που βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από κάποιον ή κάτι άλλο, κατέχει ιεραρχικά υψηλότερη θέση: ~η: εκπαίδευση (βλ. ανώτατη, μέση, πρωτοβάθμια)/μόρφωση/σχολή. ~α Μαθηματικά. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε μια ~η δύναμη (πβ. θεϊκή)/(+ β΄όρο σύγκρισης) σε κάτι ~ο από αυτόν. (ως ουσ.) Η ~έρα (: τάξη στο ωδείο).|| ~ος: δικαστικός/διπλωμάτης/κλήρος/λειτουργός/υπάλληλος. ~ο: αξίωμα (= μεγαλύτερο)/στέλεχος. (+ άρθ.) Κατέχει τον ~ο (= ύψιστο) βαθμό στο στράτευμα. Ανήκει στα ~α κοινωνικά στρώματα (βλ. αριστοκρατία, ελίτ). (ως ουσ.) Υπακοή στους ~έρους. 2. που βρίσκεται σε υψηλότερο σημείο τοπικά, ποσοτικά ή ποιοτικά: στα ~α στρώματα της ατμόσφαιρας.|| (+ άρθ.) Το ~ο ποσό σύνταξης που χορηγείται ... (πβ. μέγιστο).|| ~α ιδανικά (πβ. ευγενή, υψηλά). Παλεύει για έναν ~ο σκοπό. Ελαιόλαδο ~ης ποιότητας (= εκλεκτό, εξαιρετικό). 3. ΒΙΟΛ. για ζωικό ή φυτικό οργανισμό που βρίσκεται σε προηγμένο εξελικτικό στάδιο: ~α: θηλαστικά. ● επίρρ.: ανώτερα ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτερος άνθρωπος: που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση με ηθική υπεροχή, αξιοπρέπεια: Επειδή είμαι ~ ~, δεν θα το σχολιάσω. Πβ. αξιοπρεπής. ΑΝΤ. αναξιοπρεπής, μικροπρεπής, ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός, ανωτέρα βία βλ. βία ● ΦΡ.: και/κι εις ανώτερα (λόγ.-ευχετ.) & (προφ.) και σ' ανώτερα: για ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία ή πρόοδο: Συγχαρητήρια για το πτυχίο σου, ~ ~! , κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2 [< αρχ. ἀνώτερος, γαλλ. supérieur]
  • άξιος , α, ο [ἄξιος] ά-ξι-ος επίθ.: που είναι σε θέση να κάνει κάτι καλά, σωστά, λόγω ικανοτήτων ή προσόντων· ικανός, κατάλληλος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/αντικαταστάτης (ποδοσφαιριστή)/αντίπαλος/απόγονος/διάδοχος/εκπρόσωπος/ηγέτης/πρωταθλητής/συνεχιστής (της παράδοσης). ~α: σύζυγος. ~ο: κορίτσι (= προκομμένο). ~οι: επιστήμονες/συνάδελφοι. Δεν είναι ~ (= είναι ανίκανος) να φέρει σε πέρας μια τόσο σημαντική αποστολή. Κανένας δεν βρέθηκε/κρίθηκε/στάθηκε ~ να ... Είναι ~ για/προς μίμηση (= αξιομίμητος). Είναι ~ της εμπιστοσύνης μου/επαίνου/θαυμασμού/προαγωγής/σεβασμού/συγχαρητηρίων (= του αξίζουν, αρμόζουν, ταιριάζουν)/(μεγάλης) τιμής. Έχει κοντά της καλούς και ~ους συνεργάτες. Βλ. αντ~, επ~, ισ~, παν~, υπερ~.|| Γεγονός/έργο ~ο αναφοράς/μνείας/προσοχής/σχολιασμού. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: άξια & (λόγ.) αξίως ● ΦΡ.: Άξιον Εστί: ΕΚΚΛΗΣ. θεοτοκίο που ψάλλεται κατά τη Θεία Λειτουργία· συνήθ. κατ' επέκτ. ονομασία συγκεκριμένης εικόνας της Θεοτόκου., άξιος λόγου: αξιόλογος: ~ο ~ γεγονός. Δεν θεωρώ το ζήτημα ~ο ~. ΑΝΤ. ανάξιος λόγου, άξιος! άξιος! (επιφών.): για δήλωση επιδοκιμασίας από το εκκλησίασμα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. ανάξιος! ανάξιος!, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου: είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβεί, για τη δυσάρεστη συνήθ. θέση στην οποία βρίσκομαι: Αν χάσεις μια τόσο σημαντική ευκαιρία, είσαι ~α ~ σου., πάντα άξιος! (ευχετ.): σε άτομο που γίνεται νονός, κουμπάρος ή αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα., άξιος ο μισθός (κάποιου) βλ. μισθός [< αρχ. ἄξιος]
  • Αποκριά [Ἀποκριά] Α-πο-κριά ουσ. (θηλ.) {Αποκριών (λόγ.) Απόκρεων, συνήθ. στον πληθ.} & Απόκρια & (λόγ.) Απόκρεω {άκλ.} (σπανιότ. με μικρό α): το διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου και ειδικότ. η τελευταία Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα και την έναρξη της νηστείας της Σαρακοστής· κατ' επέκτ. οι εορτασμοί με μεταμφιέσεις και καρναβαλικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου: παραδοσιακή ~. Το (τελευταίο) σαββατοκύριακο/τριήμερο της ~άς/των ~ών. Τι θα ντυθείς τις Απόκριες (πβ. καρναβάλι);|| (ευχετ.) Καλή ~! ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή της Αποκριάς & (λόγ.) της/των Απόκρεω: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Πβ. Κρεατινή., Μικρή Αποκριά 1. ανήμερα του Αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), την επομένη της οποίας ξεκινά η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα. 2. η Κυριακή της Αποκριάς. [< μεσν. Aποκριά, Απόκρεως]
  • αποφοίτηση [ἀποφοίτηση] α-πο-φοί-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ολοκλήρωση ενός κύκλου σπουδών και απόκτηση του αντίστοιχου τίτλου· συνεκδ. η τελετή απονομής του: επιτυχής ~. ~ μαθητών/σπουδαστών/φοιτητών. ~ από το Λύκειο/τη Σχολή. Βαθμός/έτος ~ης. (ευχετ.) Καλή ~!|| ~ και ορκωμοσία. [< μτγν. ἀποφοίτησις]
  • βοήθεια βο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. πράξη, διαδικασία, μέσο ή πρόσωπο που χρησιμεύει σε κάποιον, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει μια ανάγκη, μια δύσκολη κατάσταση ή έναν κίνδυνο: αμέριστη/άμεση/ανεκτίμητη/γενναιόδωρη/διεθνής/δωρεάν/ειδική/έκτακτη/έμμεση/επείγουσα/επιστημονική/ηθική/ηλεκτρονική/ιατρική/κοινωνική/κρατική/κυβερνητική/μικρή/νομική/οικονομική (βλ. ελεημοσύνη, επίδομα, επιδότηση, επιχορήγηση, έρανος, φιλανθρωπία, χορηγία)/οργανωτική/ουσιαστική/πολιτική/πολύτιμη/πρόσθετη/σημαντική/συμβουλευτική/τηλεφωνική/υλική/ψυχιατρική/ψυχολογική ~. Παροχή ~ας. Έκκληση για ~. Δίνω/παρέχω/προσφέρω ~ (= βοηθώ). Δέχομαι/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω/χρειάζομαι ~. Ελπίζω/έρχομαι/καλώ/(προσ)τρέχω/σπεύδω/φωνάζω σε ~. (ευχετ.) Με τη ~ του Θεού ... Ο ασθενής αναπνέει χωρίς τη ~ αναπνευστήρα. Δεν περιμένω ~ από κανέναν. Πβ. αρωγή, ενίσχυση, συνδρομή, (υπο)στήριξη. Βλ. αλληλο~, αυτο~, διάσωση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., δυνατότητα παροχής πληροφοριών στον χρήστη σχετικά με κάποια λειτουργία ή διαδικασία ενός προγράμματος) Μενού ~. 2. (επιφών.) κάλεσμα που απευθύνει κάποιος σε περίπτωση κινδύνου: ~, φωτιά! Βλ. ΣΟΣ.βοήθειες (οι): ΑΘΛ. (σε ομαδικό άθλημα, κυρ. στο μπάσκετ και σπανιότ. στο ποδόσφαιρο) διάφορες ενέργειες παικτών κατά τη διάρκεια του αγώνα, με σκοπό να ενισχυθεί η αμυντική λειτουργία της ομάδας τους· η συνδρομή των παικτών σε συμπαίκτη τους που μαρκάρει επικίνδυνο επιθετικά αντίπαλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστική βοήθεια: απαραίτητα είδη (τρόφιμα, νερό, φάρμακα, ρούχα, αντίσκηνα) που αποστέλλονται οργανωμένα σε πληθυσμούς που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/της Εκκλησίας/του ΟΗΕ. Διανομή ~ής ~ας στην εμπόλεμη περιοχή/στους πυρόπληκτους. Βλ. Ερυθρός Σταυρός. [< γαλλ. aide humanitaire] , πρώτες βοήθειες & Α' βοήθειες: ενέργειες (π.χ. τεχνητή αναπνοή, καρδιακές μαλάξεις) που γίνονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα για την αρχική φροντίδα αρρώστου ή τραυματία, μέχρι να φτάσει σε νοσοκομείο: ~ ~ σε περίπτωση διαστρέμματος/εμφράγματος/ηλεκτροπληξίας. Κιτ/κουτί/σεμινάριο/σταθμός/τμήμα/φαρμακείο ~ων ~ών. Του δόθηκαν/παρασχέθηκαν/προσφέρθηκαν οι ~ ~.|| Καλώ το/τον πήρε το ~ων ~ών (= το ΕΚΑΒ, το 166). ΣΥΝ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη [< γαλλ. premiers secours] , χείρα βοηθείας (λόγ.) & (προφ.) χέρι/χεράκι βοηθείας/βοήθειας: βοήθεια: οικονομική/σημαντική ~ ~. Άπλωσαν/έδωσαν/έτειναν/παρείχαν ~ ~., οδική βοήθεια βλ. οδικός, τεχνική υποστήριξη/βοήθεια βλ. τεχνικός ● ΦΡ.: βοήθειά σου/μας! (ευχετ.) 1. (μόνο στο βοήθειά μας!) ως επίκληση σε Άγιο, για να παράσχει την προστασία του. Πβ. μεγάλη η χάρη του/της. 2. σε πιστό που μόλις κοινώνησε. [< αρχ. βοήθεια, γαλλ. aide, secours, αγγλ. help, aid]
  • βοηθώ [βοηθῶ] βο-η-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βοηθ-άς (σπανιότ.) -είς ... | βοήθ-ησα, -ήσω, -ιέμαι (λόγ.) -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, (λόγ.) -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & βοηθάω 1. δίνω, παρέχω βοήθεια σε κάποιον: ~ τη μητέρα μου στα ψώνια/τα παιδιά μου στο διάβασμα. Ευχαριστώ για την πληροφορία, με ~άς πολύ. Μπορώ να ~ήσω σε κάτι (= να εξυπηρετήσω, να φανώ χρήσιμος); Τον ~ησε να βγει από το αυτοκίνητο/τη δύσκολη θέση. Ο γιατρός/η γυμναστική με ~ησε να χάσω βάρος. ~ήθηκε από το περιβάλλον της (πβ. στηρίζω, συμπαραστέκομαι, συντρέχω). Τις εργασίες διευθύνει ο Πρόεδρος, ~ούμενος από τον Γραμματέα. ~ώντας ο ένας τον άλλο (= αλληλοβοηθούμενοι).|| (ευχετ.) Ο Θεός να σε ~ήσει! (λαϊκό-προστ.) Παναγία βόηθα!|| (κατ' επέκτ.) Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά δεν με ~άει η μνήμη μου. Δεν ~ησε ο καιρός να βγούμε έξω (: είχε κακοκαιρία). Βλ. επι~. 2. ενισχύω, υποστηρίζω με οικονομικά ή γενικότ. υλικά μέσα: Εργάζεται από μικρός, για να ~άει τους γονείς του. Βοηθήστε μας! Αναξιοπαθούντες που ~ιούνται με τρόφιμα και ρούχα.|| (ειδικότ.) ~ήστε τον συνάνθρωπό σας (βλ. ελεήστε)! 3. συμβάλλω σε κάτι, το κάνω ευκολότερο: Η σόδα ~ά στην πέψη. ~άμε/~ούμε στη λύση των προβλημάτων. Βόηθα λίγο την κατάσταση. Πβ. συν-τείνω, -τελώ.βοηθά & βοηθάει (συνήθ. με άρνηση): ωφελεί: Δεν ~ να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Ο φανατισμός δεν ~ σε τίποτα. Πβ. εξυπηρετεί, συμφέρει, χρησιμεύει. ● ΦΡ.: βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό (παροιμ.): για να δηλωθεί η αξία της αλληλοβοήθειας. Πβ. κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό). [< αρχ. βοηθῶ, γαλλ. aider]
  • βράδυ βρά-δυ ουσ. (ουδ.) {πληθ. βράδ-ια} 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα· κατ' επέκτ. νύχτα: βροχερό/γλυκό/δροσερό/ζεστό/κυριακάτικο ~. Ανοιξιάτικα/καλοκαιρινά/χειμωνιάτικα ~ια. Το ~ των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς. Αργά/νωρίς το ~. Κατά/προς το ~. Απόψε το/αύριο (το)/χθες (το) ~. Το ~ της 3ης προς 4η Ιουλίου ... Στις εννιά το ~. Έπεσε/έρχεται/ζυγώνει το ~. Κοντεύει ~. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το ~ της Τρίτης. (ως πρόταση για έξοδο:) Είσαι ελεύθερη/κάνεις κάτι (σήμερα) το ~; (επαναλαμβανόμενη συνήθεια:) Κάθε ~/το ~/τα ~ια βλέπει τηλεόραση. (σε διήγηση:) Ήταν Σάββατο ~, όταν ... Περάσαμε ένα ήρεμο/ήσυχο ~ (= βραδιά). Πβ. εσπέρα. Βλ. απόγευμα, πρωί.|| Ατελείωτο ~. Τι όνειρο είδες το ~; (λογοτ.) ~ια αξημέρωτα. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ΄επέκτ.) κοινωνική δραστηριότητα (δείπνο, έξοδος) που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο διάστημα: Σ’ ευχαριστώ πολύ για το αξέχαστο/όμορφο/υπέροχο ~! ● Υποκ.: βραδάκι (το): οι πρώτες βραδινές ώρες: Έλα (κατά) το ~. Βλ. απογευματ-, μεσημερ-άκι. ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ & (λόγ.) από πρωίας μέχρι νυκτός: διαρκώς, συνεχώς: Διαβάζει/τρέχει ~ ~. Είναι μαζί ~ ~ (= είναι αχώριστοι)., βράδυ-βράδυ (προφ.-λογοτ.): το σούρουπο, πριν νυχτώσει πολύ., καλό βράδυ! (ευχετ.): καληνύχτα: ~ ~ και όνειρα γλυκά! ~ ~, τα λέμε αύριο!|| Να έχεις (ένα) ~ ~!, πρωί βράδυ 1. & (λογοτ.) βράδυ πρωί: συνέχεια, όλη μέρα: Δουλεύει ~ ~ (= νυχθημερόν). Το κατάστημα είναι ανοιχτό ~ ~. Βλ. χειμώνα καλοκαίρι. 2. δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ: Βουρτσίζει τα δόντια του ~ ~. Βγάζει τον σκύλο βόλτα ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. παίρνω, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. βράδυ, πιθ. βράδι(ον), συγκρ. βαθμός του επιρρ. βραδέως]
  • γενέθλια γε-νέ-θλι-α ουσ. (τα) {γενεθλί-ων}: η επέτειος της γέννησης κάποιου· συνεκδ. η γιορτή των γενεθλίων: δώρο/κάρτα/τούρτα ~ων. (ευχετ.) Ευτυχισμένα/χαρούμενα ~! Πότε έχεις ~;|| Ήρθε στα ~ά μου (= στο πάρτι ~ων μου). Βλ. ονομαστική εορτή.|| (κατ΄επέκτ.) Το κατάστημα γιόρτασε τα πρώτα του ~. Τα χρυσά ~ της εταιρείας (: το χρυσό ιωβηλαίο, τα πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της). [< αρχ. γενέθλια]
  • γεννητούρια γεν-νη-τού-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): γέννηση μωρού: (ευχετ.) Καλά ~! Έχουμε/περιμένουμε ~ στην οικογένεια. Πβ. γέννα, τοκετός. [< μεσν. γεννητούρια]
  • διπλός , ή, ό δι-πλός επίθ. & (λόγ.) διπλούς 1. που είναι δύο (σχεδόν) φορές μεγαλύτερος από κάτι, σε μέγεθος, ποσότητα: ~ός: κίνδυνος/κόπος. ~ό: όφελος.|| ~ός: μισθός. ~ή: δόση/τιμή/χρέωση. ~ό: κέρδος/σκορ. ~ά: έξοδα. Πβ. διπλάσιος. Βλ. τρί-, τετρά-, πεντά-διπλος.|| (ως ουσ. στον πληθ.) Κερδίζει τα ~ά (ενν. λεφτά).|| (ειδικότ. για ποτά ή φαγητά:) ~ός: ελληνικός (καφές)/εσπρέσο. ~ή: μερίδα (φαγητό). ~ό: ουίσκι. ΑΝΤ. απλός, κανονικός. 2. που αποτελείται από δύο μέρη ή έχει δύο μορφές: ~ός: αερόσακος (: οδηγού-συνοδηγού)/πάτος/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) πέλεκυς. ~ή: πόρτα (: ασφαλείας)/πρόσοψη. ~ό: άλμπουμ (με τραγούδια)/τεύχος (περιοδικού) (: με διπλάσια ύλη)/φύλλο (τετραδίου). ~ό: λεωφορείο (= διώροφο). ~οί: προβολείς (αυτοκινήτου). ~ά: παράθυρα (: με ~ό τζάμι για καλύτερη θερμομόνωση και ηχομόνωση).|| (ΑΘΛ.) ~ό: σκιφ (= με δύο κωπηλάτες).|| ~ός: στόχος/συμβολισμός. ~ή: ευκαιρία/προστασία. Λέξεις με ~ή σημασία (= αμφίσημες). Πβ. διττός. 3. που γίνεται ή επαναλαμβάνεται δύο φορές· που αφορά δύο πρόσωπα ή γεγονότα: ~ός: έλεγχος/κόμπος/υπολογισμός. ~ή: περιστροφή/προσπάθεια.|| (ΑΘΛ.) ~ός: αγώνας/τελικός (εντός και εκτός έδρας).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κάντε ~ό κλικ στο εικονίδιο.|| ~ός: φόνος. ~ή: γιορτή/νίκη. 4. σχεδιασμένος για δύο άτομα: ~ός: καναπές. ~ή: κουβέρτα. ~ό: κρεβάτι/στρώμα. Βλ. ημί-, υπέρ-διπλος. ΑΝΤ. μονός (1) 5. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει σκόπιμα δύο πλευρές, εκ των οποίων η μία συνήθ. είναι κρυφή: ~ός: εαυτός (βλ. διχασμένη προσωπικότητα, σχιζοφρένεια). ~ή: όψη (ζητήματος)/τακτική. ~ό: πρόσωπο (: ανειλικρινές).|| ~ός: πράκτορας (: που εργάζεται συγχρόνως και κρυφά για λογαριασμό δύο αντίπαλων κρατών).|| Κρατούσε ~ά (λογιστικά) βιβλία (βλ. φοροδιαφυγή). Βλ. -πλός. ● Ουσ.: διπλές (οι): ζαριά στην οποία και τα δυο ζάρια δείχνουν το δύο: Έφερε ~. Πβ. δυάρες. Βλ. ντόρτια, πεντάρες., διπλό (το) ΑΘΛ. 1. (προφ.) η εκτός έδρας νίκη ομάδας και το αντίστοιχο σύμβολο 2 σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: Έφερε/πέτυχε το ~. 2. τρόπος διεξαγωγής αγωνίσματος (τένις, πινγκ πονγκ, μπάντμιντον), σύμφωνα με τον οποίο κάθε ομάδα αποτελείται από ένα ζευγάρι αθλητών: ~ ανδρών/γυναικών. 3. ανεπίσημος αγώνας ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, συχνά με αυτοσχέδια τέρματα ή μπασκέτες: Παιδιά θα παίξουμε ένα ~; Βλ. μονό. ● επίρρ.: διπλά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή ζωή: για παράλληλη εξωσυζυγική σχέση ή παράνομη, ύποπτη, μη κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα, η οποία κρατιέται σκόπιμα κρυφή: Έχει/ζει/κάνει ~ ~. [< γαλλ. double vie] , διπλή προσωπικότητα: διχασμένη., διπλή ταρίφα: αυξημένο τιμολόγιο ταξί για νυχτερινά δρομολόγια, από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα έως τις πέντε το πρωί, ή για διαδρομές έξω από την έδρα του, εκτός περιμετρικής ζώνης: Τους χρέωσε ~ ~., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως 1. & με διπλή κατεύθυνση: με ροή οχημάτων σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: δρόμος ~ ~. ΑΝΤ. μονής κατεύθυνσης 2. προς δύο πλευρές: επικοινωνία ~ ~ (= αμφίδρομη)., οικογενειακό διπλό & διπλό: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προπονητικός αγώνας που διεξάγεται μεταξύ παικτών της ίδιας ομάδας, με χρήση και των δύο τερμάτων., άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, διπλή άρθρωση βλ. άρθρωση, διπλή όραση βλ. όραση, διπλό ταυ βλ. ταυ, διπλός αστέρας βλ. αστέρας ● ΦΡ.: έγινε διπλός/διπλάσιος (προφ.): πάχυνε πολύ. ΑΝΤ. έμεινε (ο) μισός, έχει διπλό ρόλο 1. παίζει δύο διαφορετικούς ρόλους στο ίδιο έργο: ~ ~ στην ταινία, καθώς υποδύεται δίδυμα αδέλφια. 2. (μτφ.) διττή συνεισφορά, επίδραση στην εξέλιξη ή διαμόρφωση κατάστασης: Η λειτουργία του εργαστηρίου ~ ~, αφενός ... και αφετέρου ... Θα ~ ~ στην ομάδα, ως προπονητής και παίκτης. 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. διπλάσιες απαιτήσεις από πρότυπα αναμενόμενης κοινωνικής συμπεριφοράς: Ο δάσκαλος στο ψηφιακό σχολείο ~ ~, του καθοδηγητή και υποστηρικτή. (κατ' επέκτ.) Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να επιτελέσει τριπλό ρόλο: της μητέρας, της εργαζόμενης και της συζύγου., και του χρόνου διπλός/διπλή! (ευχετ. σε ανύπαντρο/-η): και του χρόνου να έχεις παντρευτεί: άντε, ~ ~! Πβ. και στα δικά σου., διπλά και τρίδιπλα βλ. τρίδιπλος, διπλής όψης/όψεως βλ. όψη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά, παίζει διπλό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, τα βλέπω διπλά βλ. βλέπω ● βλ. διπλο- & διπλό-, δις2, τριπλός [< μτγν. διπλός, γαλλ.-αγγλ. double]
  • δουλειά δου-λειά ουσ. (θηλ.) 1. βιοποριστική εργασία, επαγγελματική απασχόληση· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος: απαιτητική/αποδοτική/βαρετή/δύσκολη/εξαντλητική/εξωτερική/εποχιακή/καλοπληρωμένη/μόνιμη/νυχτερινή/σκληρή/σταθερή/χειρωνακτική ~. Παρτ-τάιμ (= ημιαπασχόληση)/φουλ-τάιμ (= πλήρης απασχόληση) ~. Τα εργαλεία/οι συνθήκες/η φόρμα/οι ώρες της ~άς. ~ γραφείου/ρουτίνας. ~ για φοιτητές (βλ. υποαπασχόληση). Αγγελία για ~. Σε αναζήτηση ~άς. Ευκαιριακές ~ές. Επιμελής/συνεπής στη ~ του. ~ με βάρδιες. Του έδωσε/προσέφερε ~. Δεν έχει ~/έμεινε χωρίς ~/έχασε τη ~ του/δεν μπορεί να βρει ~ (= είναι άνεργος). Τον πήραν/προσέλαβαν στη ~. Παίρνω άδεια από τη ~/προαγωγή στη ~. Τώρα μαθαίνει τη ~/μπήκε στη ~. Ψάχνει και για δεύτερη ~, γιατί δεν τα βγάζει πέρα. Τον έδιωξαν από τη ~ (= τον απέλυσαν). Πότε αρχίζεις ~; Πόσα κερδίζεις απ' τη ~ σου (βλ. μισθός); Λόγω της φύσης της ~άς του (= του επαγγέλματός του) ... Τι ~ κάνεις; Έχω πεθάνει/πήξει/σκοτωθεί στη ~. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, σπίτι-~, ~-σπίτι.|| Το τηλέφωνο της ~άς. Γνωρίστηκαν στη ~. Άργησα/πάω στη ~ μου (π.χ. στο γραφείο μου). Βλ. ανα~, δουλίτσα, μικρο~, υπεραπασχόληση. 2. αμειβόμενη ή μη δραστηριότητα που συνεπάγεται σωματική ή διανοητική προσπάθεια για την παραγωγή έργου ή αγαθού: βαριά/δημιουργική/εθελοντική/κοπιαστική/νόμιμη/ομαδική/παράνομη/πνευματική ~. Απολογισμός/εντατικοποίηση/προγραμματισμός/συντονισμός της ~άς. Δείγματα ~άς (βλ. δείγμα γραφής). Γεωργικές ~ές. Έχει γίνει/κάνει άριστη/επιστημονική/μεθοδική/ουσιαστική/προσεγμένη/υποδειγματική ~. Έχουμε ~ μπροστά μας. Με φασαρία δεν γίνεται ~. Έχω ~ τώρα, δεν μπορώ να σου μιλήσω (= είμαι απασχολημένος). Μας περιμένει ~. Χωρίς ~ (: κόπο, προσπάθεια) δεν καταφέρνεις τίποτα. Έργο που έχει/θέλει ~ για να τελειώσει. Δεν έχει/δείχνει διάθεση/όρεξη για ~. Μηχάνημα που κάνει/είναι κατάλληλο για τη ~ που το θέλω. Του έχουν φορτώσει όλη τη ~. Έχω πολλές ~ές να κάνω (= πολλά πράγματα).|| Έχει μπλέξει σε παράνομες/ύποπτες ~ές (= υποθέσεις· πβ. βρομο~, παλιο~).|| (ευχετ.) Καλή ~!|| Άντε, σου βρήκα ~ ν' ασχολείσαι!|| (έκφρ. δυσαρέσκειας) Αυτή η ~ θα γίνεται συνέχεια (: αυτό το πράγμα); Βλ. γυναικο~, ερωτο~, φτηνο~, χαμαλο~, χοντρο~, ψευτο~, ψιλο~. 3. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης δραστηριότητας· έργο: επαγγελματική/ερασιτεχνική/ποιοτική/πρόχειρη (= προχειρο~)/πρωτοποριακή ~.|| (για τραγουδιστή:) Κυκλοφόρησε η νέα του προσωπική (/δισκογραφική) ~ (= άλμπουμ, σιντί). Ξέρει να προωθεί τη ~ του.|| Θεατρική (= παράσταση)/κινηματογραφική (= ταινία)/σκηνοθετική/συγγραφική (= βιβλίο) ~.|| Να αποθηκεύεις τη ~ σου/να κρατάς αντίγραφα της ~άς σου (= της εργασίας σου). 4. (προφ.) συμφωνία, συνήθ. οικονομική, εμπορική: Έκλεισε/στράβωσε/χάλασε η ~.δουλειές (οι): (προφ.) δραστηριότητες κυρ. στον επιχειρηματικό τομέα: Πώς πάνε οι ~; Πβ. μπίζνες. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος της δουλειάς 1. πολύ εργατικός: ~ ~ και του µόχθου. 2. επαγγελματίας: Τις επισκευές τις αναλαμβάνει ~ ~., βρόμικη δουλειά βλ. βρόμικος, δουλειές του σπιτιού βλ. σπίτι ● ΦΡ.: (άλλη) δουλειά δεν είχα (ειρων.): (λες και) δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω: Ναι, άλλη ~ ~ από το να ασχολούμαι μαζί του! , (κάνει) χρυσές δουλειές: για πρόσωπο που κερδίζει πολλά χρήματα από τις δραστηριότητές του ή για επιχείρηση που αποφέρει πολλά έσοδα: Έμπορος/κατάστημα που κάνει ~ ~. , (κάνω) μισές δουλειές (προφ.): αφήνω ανολοκλήρωτο έργο που έχω αναλάβει: ~ ~ θα κάνουμε τώρα;, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του (λόγ.) 1. (για συσκευή, μηχανή) συνεχίζει να λειτουργεί καλά παρά την παλαιότητά του: Ο υπολογιστής είναι παμπάλαιος, αλλά ~ ~. 2. (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) που πραγματοποιεί τον σκοπό του, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Την έκανε ~ ~., για όλες τις δουλειές (προφ.) 1. για κάποιον που χρησιμοποιείται σε πολλές και διαφορετικές εργασίες: Είναι άνθρωπος/παιδί ~ ~· καθαρίζει, πλένει, πληρώνει τους λογαριασμούς ... Πβ. χαμάλης. 2. ποικίλων χρήσεων ή με πολλές λειτουργίες: εργαλείο/μηχάνημα ~ ~ (ΣΥΝ. πολυεργαλείο, πολυμηχάνημα)., δεν είναι δική σου δουλειά (προφ.): μην ασχολείσαι με κάτι: Μη σε νοιάζει, ~ ~ τι θα κάνω. ~ ~ να ...|| Δε μ' ενδιαφέρει το θέμα, δεν είναι δική μου δουλειά., δουλειά δεν είχαμε, (και) δουλειά βρήκαμε (ειρων. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας): για βαρετή ή κουραστική υποχρέωση που παρουσιάστηκε ξαφνικά και γίνεται δεκτή με δυσθυμία: ~ ~ πρωί πρωί! Πβ. αγγαρεία., δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... (λαϊκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος ασχολείται με κάτι βαρετό, κουραστικό, άσκοπο ή εξεζητημένο, προκαλώντας συνήθ. προβλήματα στους άλλους., δουλειά του ποδαριού (προφ.) 1. περιστασιακή απασχόληση, ευκαιριακή εργασία: Κάνει διάφορες ~ές ~ για να τα φέρει βόλτα. 2. προχειροδουλειά: Δεν θέλω ~ ~! Πβ. πασάλειμμα., δουλειές με φούντες (προφ.): πολλή και συνήθ. απαιτητική δουλειά: Έχουν ανοίξει ~ ~., η δουλειά/καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή: & η δουλειά ντροπή δεν έχει: κάθε επάγγελμα είναι αξιοσέβαστο., κάνε (τη) δουλειά σου (προφ.) 1. & κοίτα/κοίταξε τη δουλειά σου: να ασχολείσαι με τα δικά σου θέματα, τις δικές σου υποθέσεις: ~ ~ και μην ανακατεύεσαι!|| Κάνω/κοιτάζω ~ μου χωρίς να ενοχλώ κανέναν. 2. συνέχισε αυτό με το οποίο ασχολείσαι: Άσε την κουβέντα και ~ ~. ~ ~ ανενόχλητος/ελεύθερα/σαν να μην είμαι εδώ., κάνω τη δουλειά μου (προφ.): διεκπεραιώνω, φέρνω σε πέρας μια εργασία: Χρειάζομαι χρόνο και τα κατάλληλα εργαλεία για να μπορέσω να ~ ~ σωστά.|| (κατ' επέκτ.) Άσε μας να ~ουμε ~ μας (= να δουλέψουμε, μη μας ενοχλείς)., πιάνω δουλειά 1. ξεκινώ να δουλεύω (κάπου): Πότε ~εις ~; Έπιασε ~ σε τουριστικό γραφείο. 2. αρχίζω να ασχολούμαι με κάτι εντατικά και με ζήλο: Μην κάθεστε καθόλου και πιάστε ~ αμέσως!, στρώνω κάποιον/στρώνομαι στη δουλειά (προφ.): κάνω κάποιον να δουλέψει σκληρά ή ξεκινώ να δουλεύω σκληρά: Ο νέος προπονητής έστρωσε τους παίκτες ~.|| Τι περιμένεις; Στρώσου αμέσως ~! ~θηκε ~ με κέφι/όρεξη., τη βλέπω τη δουλειά (αργκό): προβλέπω, διαβλέπω κάτι, συνήθ. αρνητικό: Μαζί θα το φάμε το ξύλο, ~ ~!, την έκανε τη δουλειά (αργκό): προξένησε βλάβη, κακό: Μας ~ ~!, τι δουλειά έχει; (προφ., ως έκφρ. δυσαρέσκειας) 1. για ανάμειξη κάποιου σε ξένες υποθέσεις: ~ ~ με τη δική μου ζωή/να μπαίνει στα δικά μου χωράφια; 2. για παρουσία κάποιου σε ακατάλληλο μέρος: ~ ~ έχουν αυτοί στη μέση του δρόμου; 3. για κάτι άσχετο: ~ ~ (= τι σχέση έχει) αυτό που λες με αυτό που σε ρωτάω;, ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, η δουλειά πάει κορδόνι βλ. κορδόνι, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει βλ. ράβω, σε δουλειά να βρισκόμαστε βλ. βρίσκομαι, την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά) βλ. ψυλλιάζομαι, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού [< μεσν. δουλειά, γαλλ. travail, αγγλ. job]
  • επανιδείν [ἐπανιδεῖν] ε-πα-νι-δείν {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: εις το επανιδείν & στο επανιδείν (λόγ.-ευχετ.): ως αποχαιρετισμός· "θα τα ξαναπούμε", "θα ξαναϊδωθούμε": Καλό καλοκαίρι και ~ ~ (ενν. το φθινόπωρο). Πβ. καλή αντάμωση!, τα λέμε. [< γαλλ. au révoir]

αλεπού

αλεπού [ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού]

αμήν

αμήν [ἀμήν] α-μήν επιφών.: (στο τέλος προσευχής, θρησκευτικού ύμνου ή ψαλμού, με ευχετική σημασία και γενικότ. ευχή για την πραγματοποίηση επιθυμίας που μόλις εκφράστηκε) μακάρι: (ΕΚΚΛΗΣ.) Εις τον αιώνα των αιώνων. ~.|| ~, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! Πβ. γένοιτο, είθε. ● Ουσ.: αμήν (το) {άκλ.}: το ακρότατο σημείο, όριο, τέλος: Η υπομονή του ξεπέρασε το ~. ● ΦΡ.: αμήν και πότε! (προφ.-εμφατ.): (σε απάντηση) δηλώνει ανυπομονησία για την πραγματοποίηση ευχής που μόλις διατυπώθηκε: -Με το καλό να γυρίσεις! -~ ~!, αμήν Παναγία/Παναγιά μου! (προφ.-εμφατ.): μακάρι: -Θα βρεθεί λύση/όλα καλά θα πάνε, μην ανησυχείς. -~ ~!, στο αμήν (προφ.) 1. & (σπανιότ.) μέχρι το αμήν: σε οριακό σημείο (αντοχής, απελπισίας, δυνατοτήτων, υπομονής), στο απροχώρητο: Φέρνω/φτάνω κάποιον ~ ~. Βρίσκομαι/έρχομαι ~ ~. ΣΥΝ. στο μη παρέκει/περαιτέρω, στο νυν και αεί 2. (+ να) παρά λίγο: Έφτασε ~ ~ να παραιτηθεί/να φύγει. Είμαι ~ ~ να τα παρατήσω. Πβ. στο παρά πέντε., ώσπου να πεις αμήν (προφ.): σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στη στιγμή: Δεν θα καθυστερήσω, θα τελειώσω ~ ~! ΣΥΝ. αμέσως, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στο άψε σβήσε, στο πι και φι ΑΝΤ. αργά (1) [< μτγν. ἀμήν]

ανάνηψη

ανάνηψη [ἀνάνηψη] α-νά-νη-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανανήφω: (ΙΑΤΡ.) βασική/μετεγχειρητική (βλ. τεχνητή αναπνοή) ~. ~ μετά από γενική αναισθησία. Αίθουσα/συσκευές ~ης.|| (μτφ.) Οικονομική/πνευματική ~. ~ (μετά) από κρίση. Πβ. (επ)ανάκαμψη. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη βλ. καρδιοπνευμονικός ● ΦΡ.: ανάνηψη από σφάλμα/λάθος: ΠΛΗΡΟΦ. ελαχιστοποίηση των συνθηκών που μπορούν να εκτρέψουν ένα κύριο πρόγραμμα από την κανονική του ροή σε περίπτωση σφάλματος. [< αγγλ. error recovery] [< μτγν. ἀνάνηψις, αγγλ. recovery]

ανάπαυση

ανάπαυση [ἀνάπαυση] α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ξεκούραση· κατ' επέκτ. ύπνος: εβδομαδιαία/ημερήσια/μεσημεριανή (βλ. σιέστα)/σύντομη/υποχρεωτική ~. Άδεια (βλ. ρεπό)/ώρες ~ης. (σε ταξίδι:) Στάση για ~, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. Ο γιατρός συνέστησε απόλυτη ~ (στο κρεβάτι). Πβ. αναπαμός, ανάπαυλα, ριλάξ. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ηρεμία, γαλήνη, μακαριότητα, συνήθ. μετά θάνατον: μνημόσυνο υπέρ ~αύσεως των ψυχών. Η ψυχή του βρήκε ~. 3. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. στάση χαλάρωσης στρατιώτη, αστυνομικού ή γυμναζόμενου και το αντίστοιχο παράγγελμα: σε στάση ~ης. ~-προσοχή! Στέκομαι ~. Βλ. ημι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια ανάπαυση: ΕΚΚΛΗΣ. (για νεκρό) παντοτινή μακαριότητα· κατ' επέκτ. η μεταθανάτια ζωή: ~ ~ της ψυχής. Βρήκε την/έφυγε για την ~ ~. Πβ. αιώνιος ύπνος., οδός αναπαύσεως (σπάν.-λόγ.): το νεκροταφείο (συχνά ονομάζεται έτσι και ο δρόμος που οδηγεί προς το κοιμητήριο)., τόπος αναπαύσεως: ΕΚΚΛΗΣ. το κοιμητήριο ή ο παράδεισος ή γενικότ. το μέρος όπου βρίσκει κανείς την εσωτερική γαλήνη. [< 1,2: αρχ. ἀνάπαυσις 3: γαλλ. repos]

ανοίγω

ανοίγω [ἀνοίγω] α-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνοι-ξα, ανοί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, ανοιγ-όμενος, ανοίγ-οντας} 1. μετακινώ, αφαιρώ οτιδήποτε κρατάει κλειστό κάτι, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση σε αυτό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ την πόρτα (: ξεκλειδώνω ή γυρίζω το πόμολο). ~ το ψυγείο. ~ξε (διάπλατα) τα παντζούρια/το παράθυρο. (ελλειπτ.) ~ξέ μου να μπω (ενν. την πόρτα)! (προφ.) ~ξαν το σπίτι/το χρηματοκιβώτιο (= το διέρρηξαν).|| Στο αεροδρόμιο τού ζήτησαν να ~ξει την τσάντα του.|| ~ το καπάκι/την κονσέρβα (με το ανοιχτήρι)/το μπουκάλι. ~ξε την κατσαρόλα (= ξεσκέπασε).|| ~ το κιβώτιο/μπαούλο.|| ~ το φερμουάρ (πβ. ξεκουμπώνω).|| ~ τις κουρτίνες (= τραβώ).|| (βγάζω το περιτύλιγμα:) ~ το δέμα/τα δώρα/το πακέτο (πβ. ξεπακετάρω, ξετυλίγω).|| ~χτηκε η διαθήκη. Πβ. αποσφραγίζω.|| ~ την εφημερίδα. Ανοίξτε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα!|| Το ντουλάπι δεν ~ει, έχει κολλήσει/φρακάρει! Το κουτί ~ει από πάνω. Βλ. μισ~, ξαν~. ΑΝΤ. κλείνω (1) 2. απλώνω κάτι διπλωμένο ή πτυσσόμενο: ~ την ομπρέλα/τον χάρτη. ΑΝΤ. κλείνω.|| ~ ζύμη/φύλλο για πίτα.|| Ανοίξτε τα χέρια σας (= τεντώστε)!|| Καναπές που ~ει και γίνεται κρεβάτι.|| ~ξαν τα μπουμπούκια (= άνθισαν, έσκασαν). 3. θέτω σε λειτουργία συσκευή (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ το ραδιόφωνο/την τηλεόραση/τον υπολογιστή. ΣΥΝ. ανάβω.|| Πώς ~ει το κινητό σου; ΑΝΤ. κλείνω (3), σβήνω (2) 4. απελευθερώνω τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, περιστρέφοντας ή πατώντας τον μηχανισμό που εμποδίζει την παροχή του: (μτβ.) ~ τη βαλβίδα/στρόφιγγα. Μπορείς να ~ξεις το φως (= να το ανάψεις. ΑΝΤ. σβήνω);|| (αμτβ.) Ο διακόπτης ~ει με κάρτα.|| ~ την ένταση της τηλεόρασης (= αυξάνω). ΑΝΤ. κλείνω (5) 5. δημιουργώ εσοχή, κενό (συνήθ. στην επιφάνεια της γης): ~ μια λακκούβα (στο έδαφος/στο χώμα). ~χτηκαν λαγούμια/χαντάκια. ΣΥΝ. σκάβω.|| ~ξε πέρασμα ανάμεσα στο πλήθος.|| (κατ' επέκτ., για δημιουργία πληγής:) ~ξε ο ασθενής (= έπαθε κατακλίσεις). 6. ελευθερώνω χώρο από οτιδήποτε εμποδίζει το πέρασμα ή δημιουργεί στενότητα: ~ξε ο δρόμος στα χωριά που είχαν αποκλειστεί. (προφ.) Ανοίξτε να περάσω (= κάν(ε)τε τόπο)!|| ~ξαν τα σύνορα (= είναι ελεύθερη η επικοινωνία μεταξύ των χωρών). ΑΝΤ. κλείνω (9) 7. κάνω έναρξη σε κάτι, ξεκινώ: ~ λογαριασμό καταθέσεων.|| (για επαγγελματική δραστηριότητα:) ~ γραφείο/επιχείρηση/εστιατόριο (πβ. ιδρύω). ~ξε νέο κατάστημα (= εγκαινιάστηκε). Πότε ~εις το ιατρείο (ενν. μετά τις διακοπές); Το μαγαζί δεν θα ~ξει στις γιορτές (= θα μείνει κλειστό). ~ξαν τα σχολεία!|| (μτφ.) Την εκδήλωση θα ~ξει (με ομιλία του) ο ... (= θα προλογίσει). ~ξε τη συζήτηση (= άρχισε πρώτος). ~ξαν διάλογο με ... ~ξε θέμα ηγεσίας. Έχει ~ξει παρτίδες με τον υπόκοσμο. ~ει μια νέα περίοδος/ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο κρατών. Χώρα που ~ει δίαυλο επικοινωνίας/συνεργασίας με τις γειτονικές της. ~ει το Τριώδιο (= μπαίνει). ΑΝΤ. κλείνω (4) 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφανίζω τα περιεχόμενα αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ το έγγραφο/το λινκ/το παράθυρο.|| Δεν ~ει η (ιστο)σελίδα. 9. (αμτβ.) αυξάνεται το πλάτος μου, γίνομαι πιο ευρύς: Με τον καιρό τα παπούτσια θα ~ξουν και δεν θα σε στενεύουν.|| (μτφ.) ~ει το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις (= μεγαλώνει). 10. δίνω σε κάτι πιο φωτεινή απόχρωση: ~ τα μαλλιά μου (ΣΥΝ. ξανοίγω). 11. γράφω το πρώτο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: Ανοίξτε εισαγωγικά.|| ~ει παρένθεση. ΑΝΤ. κλείνω (12) 12. (προφ.) χειρουργώ: Τον ~ξαν.ανοίγεται: εκτείνεται, απλώνεται: Μπροστά μας ~ η θάλασσα.|| (μτφ.) ~ονται νέες δυνατότητες/ευκαιρίες/προοπτικές. Το κόμμα ~ στην κοινωνία (= κάνει άνοιγμα). ● Παθ.: ανοίγομαι 1. εξωτερικεύω τον ψυχικό μου κόσμο, εκδηλώνομαι: Δεν ~ εύκολα σε αγνώστους. Πβ. ανοίγω την καρδιά μου. 2. απομακρύνομαι από κάποιο χώρο: (από τη στεριά) Η βάρκα ~χτηκε στο πέλαγος. Μπήκαμε στο σκάφος και ~χτήκαμε στη θάλασσα. Πβ. βγαίνω στ' ανοιχτά, ξεμακραίνω.|| (για οδηγό:) ~χτηκε αριστερά, για να κάνει προσπέραση.|| (από τον χώρο της άμυνας στο ποδόσφαιρο:) Οι αντίπαλοι ~χτηκαν, αφήνοντας κενά στην αμυντική γραμμή. 3. διευρύνω, επεκτείνω τις δραστηριότητές μου, πνευματικές, οικονομικές· ξοδεύω υπέρμετρα, ξανοίγομαι: Χώρες που ~ονται στις νέες τεχνολογίες.|| (προφ.) Ας μην ~όμαστε (πολύ), έχουμε και έξοδα! ● Μτχ.: ανοιγόμενος , η, ο: που μπορεί να ανοίξει: ~η: οροφή (βλ. αίθριο). ~o: τραπέζι. Μηχανισμός αυτόματα/ηλεκτρικά/υδραυλικά ~. ~ καναπές που γίνεται κρεβάτι (: αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). Παράθυρα συρόμενα, ~α και ανακλινόμενα. ● ΦΡ.: ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου: χαίρομαι: ~ ~ όταν τον βλέπω!, ανοίγει η τύχη μου: βελτιώνεται πολύ η κατάστασή μου (ύστερα από απροσδόκητα θετικό συμβάν): Κέρδισε το λαχείο και ~ξε ~ του., ανοίγει ο κύκλος: αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια σειρά δραστηριοτήτων (που αναμένονται να διαρκέσουν αρκετές ημέρες): ~ ~ των απολογιών/διαπραγματεύσεων/κινητοποιήσεων., ανοίγω (τον) δρόμο 1. (μτφ.) δημιουργώ τις προϋποθέσεις (για κάτι συνήθ. θετικό): Οι νέες τεχνολογίες ~ουν ~ προς τη/στη γνώση.|| ~ξε ο δρόμος για την προαγωγή του. 2. δημιουργώ πέρασμα: ~ξε ~ με τους αγκώνες του/ανάμεσα στο πλήθος., ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) (προφ.): βάζω κάποιον σε μπελάδες, του προκαλώ προβλήματα: Μου έχεις ~ξει ~ με τα καμώματά σου!, ανοίγω ευκαιρίες: δημιουργώ νέες δυνατότητες: Σπουδές που ~ουν ~ στη (/για τη) ζωή.|| ~ουν/~ονται ~ που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε (= παρουσιάζονται)., ανοίγω σπίτι (μτφ.-προφ.): παντρεύομαι: Είναι ώρα ν' ανοίξεις κι εσύ ~ (= να νοικοκυρευτείς)!, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.): τον διαφωτίζω, τον αφυπνίζω: Μας ~ξε ~ και καταλάβαμε την απάτη. ΑΝΤ. κλείνω τα μάτια (κάποιου) (1), ανοίγω τα μάτια μου: ξυπνώ· κατ' επέκτ. ανακαλύπτω την αλήθεια: Με το που ~ξε ~ του ... || ~ξε ~ σου επιτέλους να δεις τι γίνεται (= ξεστραβώσου)!, ανοίγω την αγκαλιά μου 1. απλώνω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον: ~ξε ~ του και την έσφιξε στο στήθος του. 2. (μτφ.) υποδέχομαι κάποιον ζεστά, με στοργή: Ιατροί και νοσηλευτές ~ξαν ~ τους στα παιδιά., ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον): εξωτερικεύω, εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι που σκέφτομαι ή που με απασχολεί: (Μου) ~ξε ~ του και μου μίλησε για τα προβλήματά του (= μου ανοίχτηκε). Πβ. εξομολογούμαι, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη: προκαλώ επιθυμία για φαγητό/έχω έντονη επιθυμία για κάτι: Γεύσεις/πιάτα που ~ουν ~.|| (μτφ.) Η ανοδική πορεία της οικονομίας έχει ανοίξει την ~ των εταιρειών για νέες (επενδυτικές) δραστηριότητες., ανοίγω το σκορ: σημειώνω το πρώτο γκολ ή καλάθι: Οι φιλοξενούμενοι ~ξαν ~.|| Το σκορ ~ει με δυνατό σουτ του ..., ανοίγω τον φάκελο (μτφ.): ξεκινώ τη διερεύνηση μιας υπόθεσης: Δημοσιογράφος που έχει αποφασίσει να ~ξει ~ της δολοφονίας.|| ~ξε ο φάκελος της διαφθοράς., ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) (μτφ.-προφ.): (απειλητ. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας) τον χτυπώ στο κεφάλι: Θα σου ~ξω/σπάσω το ~!, άνοιξαν οι ουρανοί: σε περιπτώσεις πολύ δυνατής βροχής: ~ ~ και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς/ρίχνει καρεκλοπόδαρα., ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί (μτφ.): να εξαφανιστώ, να χαθώ από όλους και από όλα: Αισθάνθηκα τόσο άσχημα/ντράπηκα τόσο πολύ, που μακάρι ν' άνοιγε ~ ~!|| Αν λέω ψέματα, ν' ανοίξει ~ ~., ανοίγει (νέους) ορίζοντες βλ. ορίζοντας, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, ανοίγει ο καιρός βλ. καιρός, ανοίγει ο ουρανός βλ. ουρανός, ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός, ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο βλ. κλείνω, ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι, ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, ανοίγω ιστορίες βλ. ιστορία, ανοίγω λογαριασμούς βλ. λογαριασμός, ανοίγω πανιά βλ. πανί, ανοίγω πυρ βλ. πυρ, ανοίγω σαμπάνιες βλ. σαμπάνια, ανοίγω τα στραβά μου βλ. στραβός, ανοίγω την πόρτα της εξόδου βλ. πόρτα, ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα, ανοίγω το στόμα μου βλ. στόμα, ανοίγω τον χορό βλ. χορός, ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ἀνοίγω, αγγλ. open, γαλλ. ouvrir, γερμ. öffnen]

άντερο

άντερο [ἄντερο] ά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό.-προφ.): έντερο. ● ΦΡ.: βγάζει τ' άντερά του (μτφ.): κερδίζει πολλά χρήματα., δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του (μειωτ.): δεν νοιάζεται για κανένα, είναι σκληρός και ανελέητος: Μην περιμένεις τίποτα από δαύτον! Αυτός ~ ~!, δεν μου έμεινε άντερο (μτφ.): γέλασα υπερβολικά. Πβ. πεθαίνω, ξεκαρδίζομαι στα γέλια., λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) (μτφ.): χόρτασε ή απόκτησε υλικά αγαθά., στριμμένο άντερο (μειωτ.): άνθρωπος ιδιότροπος, στρυφνός. Πβ. ανάποδος, κέρατο., του βγάζω τ' άντερα (μτφ.) 1. ξεκοιλιάζω, μαχαιρώνω, σκοτώνω: (απειλητ.) Να του πεις πως, αν τον δω, θα του βγάλω ~! 2. (σπάν.) ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι: Προσπάθησε να φτιάξει το ραδιόφωνο και του έβγαλε ~!, βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου βλ. ξερνώ, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άντερο(ν)]

αξιωματικός

αξιωματικός [ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας) ή των Σωμάτων Ασφαλείας (Λιμενικού, Αστυνομίας και Πυροσβεστικής): απόστρατος/έφεδρος/ιπτάμενος ~. ~ Πυροβολικού/υπηρεσίας. ~ εν ενεργεία. Βλ. υπ~. 2. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) πιόνι που μπορεί να κινηθεί μόνο διαγωνίως, πάνω από τετράγωνα του ίδιου χρώματος. Πβ. τρελός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός: ΣΤΡΑΤ. που βρίσκεται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη αντίστοιχα βαθμίδα της ιεραρχίας. , δόκιμος αξιωματικός βλ. δόκιμος [< μτγν. ἀξιωματικός ‘αξιωματούχος’, γαλλ. officier]

απόγευμα

απόγευμα [ἀπόγευμα] α-πό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) απόγεμα & απόγιομα: το διάστημα από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου: Κατά το ~. Τον περιμένουμε αργά/αύριο/νωρίς το ~. Βλ. απόβραδο, απομεσήμερο, δειλινό. ● Υποκ.: απογευματάκι (το): οι πρώτες απογευματινές ώρες. [< μεσν. απόγευμα]

άρθρωση

άρθρωση [ἄρθρωση] άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος σύνδεσης των τμημάτων ενός συνόλου (συνήθ. των οστών) και συνεκδ. η ίδια η σύνδεση ή το σημείο στο οποίο ενώνονται: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ποδοκνημική ~. ~ αγκώνα/αστραγάλου/γνάθου/γονάτου/ισχίου/καρπού/ώμου. ~ώσεις δακτύλων/ποδιών/σπονδυλικής στήλης/χεριών. Πόνος/τραυματισμός στις ~ώσεις. Πάθηση/φλεγμονή των ~ώσεων. Πβ. κλείδωση. Βλ. εξ~, ψευδ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Περι)στροφική/πρισματική ~. ~ μπροστινής ανάρτησης. Σπαστή ~ συσκευής. Εσωτερική ~ κατοικίας.|| (μτφ.) Η ~ των σκηνών του θεατρικού έργου. Πβ. αρμός, συναρμογή. Βλ. δι~, συν~. 2. ΓΛΩΣΣ. εκφορά και εκφώνηση φθόγγων, συλλαβών και λέξεων, με συγκεκριμένη διάταξη και κινήσεις των φωνητικών οργάνων και γενικότ. ο τρόπος προφοράς: άριστη/καθαρή/σωστή ~. ~ συμφώνων/φωνηέντων. Μηχανισμός/προβλήματα/τρόπος ~ης. Εξαίρετη ~ ηθοποιού. 3. διατύπωση, έκφραση: ~ αιτήματος/πολιτικού λόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή άρθρωση: ΓΛΩΣΣ. η διπλή συγκρότηση της ανθρώπινης γλώσσας από μονάδες ήχου με νόημα (πρώτη άρθρωση: μονήματα, μορφήματα), που αναλύονται σε μονάδες ήχου χωρίς νόημα (δεύτερη άρθρωση: φωνήματα): Η ~ ~ χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη ομιλία. [< μτγν. ἄρθρωσις, γαλλ. articulation]

αριστοκρατία

αριστοκρατία [ἀριστοκρατία] α-ρι-στο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανώτερη κοινωνική τάξη προσώπων που κατέχουν ιδιαίτερα προνόμια, συνήθ. λόγω καταγωγής ή χρημάτων: αστική/κληρονομική/στρατιωτική/(ΙΣΤ.) φεουδαρχική ~. Η ~ του νησιού/τόπου (πβ. αρχοντολόι, ευγενής). Η ~ των γαιοκτημόνων/του πλούτου (= πλουτοκρατία). Στους κύκλους της ~ας (πβ. στα σαλόνια). Πβ. υψηλή/καλή κοινωνία, τζετ σετ. Βλ. λαουτζίκος, πλέμπα, προλεταριάτο.|| Εργατική ~ (: προνομιακό τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο απαρτίζεται από υψηλόμισθους εργαζομένους ή/και συνδικαλιστές). 2. ελίτ, αφρόκρεμα, ανθός: η ~ της διανόησης/του πνεύματος/της τέχνης.|| (ειρων.) Βαριά ~. Πβ. ανφάν γκατέ. 3. ΙΣΤ. μορφή διακυβέρνησης σύμφωνα με την οποία την υπέρτατη εξουσία κατέχει μικρός αριθμός προσώπων και ιδ. μια τάξη ευγενών με κληρονομικά προνόμια. Βλ. κεφαλαιοκρατία, -κρατία. [< 1,2: γαλλ. aristocratie, αγγλ. aristocracy 3: αρχ. ἀριστοκρατία]

αστέρας

αστέρας [ἀστέρας] α-στέ-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (αρχαιοπρ.) αστήρ 1. ΑΣΤΡΟΝ. αστέρι: γέννηση/θάνατος/θέση/κίνηση/μάζα/τροχιά/φάσμα ενός ~α. ~ γίγαντας (βλ. κόκκινος/ερυθρός γίγαντας)/νάνος (βλ. λευκός νάνος). Σμήνη ~ων. Α(ει)φανείς ~ες. Οι ~ες ενός γαλαξία. Πβ. άστρο. Βλ. αστερισμός, ημι~. 2. (μτφ.) γνωστή προσωπικότητα, συνήθ. καλλιτέχνης, με λάμψη και γοητεία: διάσημος/διεθνής/νέος/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. ~ες της δημοσιογραφίας/του θεάματος/του κινηματογράφου/της μουσικής/του ποδοσφαίρου/του Χόλιγουντ. Η διοργάνωση θα φιλοξενήσει ~ες του παγκόσμιου κλασικού αθλητισμού. Πβ. βεντέτα, διασημότητα, (σούπερ) σταρ, φίρμα.αστέρων: διακριτικό διαβάθμισης της ποιότητας: εστιατόριο/ξενοδοχείο πέντε (: πρώτης κατηγορίας)/έξι (: πολυτελείας) ~. Κονιάκ/μπράντι τριών, πέντε ή επτά ~.|| (μτφ.-επιτατ.) Γιορτή/συμφωνία πολλών ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απλανής (αστέρας) & απλανές αστέρι: που λόγω της απόστασής του από τη Γη, δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε σταθερή θέση σε σχέση με άλλους αστέρες. [< γαλλ. étoile fixe] , άστρο/αστέρας νετρονίων & αστέρι νετρονίων: ουράνιο σώμα που αποτελείται από συμπυκνωμένη ύλη, προκύπτει από την κατάρρευση άστρου στην τελευταία φάση της ζωής του και έχει ισχυρό βαρυτικό πεδίο. Βλ. σουπερνόβα. [< αγγλ. neutron star, 1934] , διπλός αστέρας: σύστημα δύο αστέρων που φαίνονται (οπτικό ζεύγος) ή είναι (φυσικό ζεύγος ή δυαδικός αστέρας) πολύ κοντινοί στο ουράνιο στερέωμα., μεταβλητός αστέρας: του οποίου η φωτεινότητα υπόκειται σε μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Πβ. πάλσαρ., πολικός αστέρας: ο λαμπρότερος αστέρας της Μικρής Άρκτου, που φαίνεται πολύ κοντά στον Β. Πόλο: Ο ~ ~ χρησιμεύει ως δείκτης προσανατολισμού. [< αγγλ. North Star] , ανερχόμενο αστέρι βλ. αστέρι, διάττων αστέρας βλ. διάττων, καινοφανής (αστέρας) βλ. καινοφανής, νεφελοειδής (αστέρας) βλ. νεφελοειδής, υπερκαινοφανής (αστέρας) βλ. υπερκαινοφανής [< μεσν. αστέρας, αγγλ. star, γαλλ. étoile]

βια

βια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη. ΣΥΝ. βιάση [< αρχ. βία με συνίζηση]

βλέπω

βλέπω βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {είδα (δω, προστ. δες, δείτε (λαϊκό) δέστε κ. ιδέστε, δει (λαϊκό) ιδεί, ειδωθήκαμε κ. ιδωθήκαμε, ιδωθεί, βλέποντας, ιδωμένος} 1. αντιλαμβάνομαι οπτικές παραστάσεις μέσω της όρασης, στρέφω το βλέμμα μου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Δεν ~ει καθόλου (= είναι τυφλός)/καλά χωρίς γυαλιά (βλ. μυωπία, πρεσβυωπία). ~ει από το ένα μάτι. Βλ. αγγίζω, ακούω, γεύομαι, μυρίζω.|| (μτφ.) ~ει με τα μάτια της ψυχής.|| (Για) δες (= κοίτα) πάνω/πώς περπατάει/τι κάνει! Την είδε από μακριά/στο βάθος. Με το που τον ~ει, ... Τους είδαν να φεύγουν. Μη σε δει κανείς (= μη σε πάρει είδηση)! Δεν ~εις (= προσέχεις) πού πατάς; Δεν μπορούσαμε να δούμε (= διακρίνουμε) τίποτα από τον καπνό. Χαίρεσαι να τους ~εις μαζί (: ταιριάζουν). Θέλω να σε ~ (: να είσαι) χαρούμενη. (σε ευχή) Να τη δεις νυφούλα (πβ. καμαρώνω)!|| Το είδα στην εφημερίδα (= διάβασα). Βλ. δια~, ξανα~, παρα~, πρωτο~. 2. (μτφ.) διαμορφώνω άποψη, θεωρώ, κρίνω, αντιμετωπίζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πώς ~εις (: αξιολογείς, βρίσκεις) την κατάσταση; Δες το σαν μια καλή ευκαιρία να ... Δεν το ~ σωστό να ... Αν συνεχίσεις έτσι, σε ~ (= προβλέπω) να μένεις στην ίδια τάξη! Δεν (μας) ~ να τα καταφέρνουμε (πβ. πιστεύω)!|| ~ει (= μαντεύει, προλέγει, προφητεύει) το μέλλον.|| Πώς ~εις (= φαντάζεσαι) τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια;|| Σε ~ μόνο σαν φίλο (: όχι ερωτικά). ~ει τους πάντες και τα πάντα με καχυποψία (πβ. υπο~).|| Κοιμήσου τώρα και αύριο ~ουμε (= αποφασίζουμε) τι θα κάνουμε. 3. (μτφ.) διαπιστώνω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ: Τώρα ~ ότι έκανα λάθος. ~εις πόσο κουράζομαι; Όπως θα είδατε κι οι ίδιοι, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είδες που στα 'λεγα; Περιμένω να δω πού θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν ~ τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πβ. κατανοώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα δεις (= θα μάθεις) πολλά εδώ που ήρθες. Δεν είδες τι έγινε (: δεν έμαθες); ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1) 4. (μτφ.) ελέγχω, προσέχω, ερευνώ: Δες (= τσέκαρε) αν υπάρχουν λάθη στο κείμενο.|| Πρέπει να σε δει (= εξετάσει) γιατρός. Ας δούμε το ζήτημα αναλυτικά.|| ~ το μωρό/το φαγητό/τη φωτιά (πβ. επιτηρώ).|| ~ουν (= ενδιαφέρονται, κοιτάζουν) μόνο το κέρδος/το συμφέρον τους. Πβ. απο~, προσ~. 5. επικοινωνώ με κάποιον, τον συναντώ ή τον επισκέπτομαι: Τον είδα χθες. Έλα να με δεις, όποτε θες. Ο διευθυντής θα σας δει (= δεχτεί) σε λίγο. Δεν θέλω να δω κανένα (: θέλω να μείνω μόνος). Είμαι σίγουρη, κάπου σ' έχω δει (πβ. γνωρίζω, ξέρω). 6. (για θεάματα) παρακολουθώ: Τι ~εις στην τηλεόραση; Πήγαν να δουν τον αγώνα (στο γήπεδο).βλέπε (συντομ. βλ.): ως παραπομπή: ~ σελ. ... Πβ. ιδέ., βλέπει (μτφ.): έχει θέα προς ορισμένο σημείο: Βεράντα που ~ προς τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ~ ανατολικά. ΣΥΝ. αντικρίζει, βλεπόμαστε: συναντιόμαστε: Δεν ~ πια (: έχουμε χαθεί, δεν επικοινωνούμε). Ειδωθήκαμε πρόσφατα. Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε; ~ονται στα κρυφά (: για ερωτικές συναντήσεις)., έχω δει: έχω αρνητικά ή θετικά βιώματα: Μόνο λύπες έχει ~ στη ζωή της. Πβ. ζω. ● ΦΡ.: (βλέπω κάποιον/κάτι) με άλλο/διαφορετικό μάτι: αλλάζω στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζω πιο θετικά τους ανθρώπους ή/και τις καταστάσεις: Δείτε τον εαυτό σας ~ ~. Η ζωή ~ ~., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί θαυμασμός, έκπληξη, αγανάκτηση, εκνευρισμός ή αποδοκιμασία: ~ ~ μεγαλεία/σύμπτωση! ~ ~ να με κατηγορεί κι από πάνω. Για δες/κοίτα που τα κατάφερε! Πβ. άκουσον, άκουσον! άκου πράγματα!, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του: (για) να επανακτήσει(ς) τη σωματική και ψυχική σου/του υγεία: Κόψε το πολύ φαΐ, ~ ~ σου., (όπως) βλέπεις/βλέπετε (προφ.-παρενθετικά): συνήθ. για αιτιολόγηση των λεγομένων, έκφρ. απολογητικής ή ειρωνικής διάθεσης: Δεν θέλω, ~ ~, να γίνομαι βάρος. Παραιτήθηκε· δεν μπορεί, ~ ~, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ~ ~, έχω δίκιο., ... να δουν τα μάτια σου! (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Λεφτά/νερά ~ ~!, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) & ακούστε (να δείτε)/κοιτάξτε (να δείτε) (στην αρχή του λόγου, προφ.) 1. άκουσέ με, πρόσεξε, για να καταλάβεις: ~ ~ πώς έχει η κατάσταση/τι θα κάνουμε. ~ ~, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. (απειλητ.) ~ ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά! Βλ. παραγεμίσματα. ΣΥΝ. άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! 2. για να δηλωθεί έκπληξη ή απαξίωση: ~ ~ πρά(γ)ματα! Πβ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί., βλέπει μακριά: (για πρόσωπο) είναι διορατικός, αντιλαμβάνεται τη μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων., βλέπεις/είδες που ...; (προφ.): για να τονίσει ο ομιλητής ότι τελικά είχε δίκιο για κάτι ή/και ότι η άποψη του συνομιλητή του δεν ισχύει: ~ ~ άδικα ανησύχησες/στα 'λεγα;, βλέποντας και κάνοντας (προφ.): ανάλογα με τις συνθήκες, την περίσταση: Η λογική/η πολιτική του ~ ~ (: κυρ. όταν δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός)., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια & τα μάτια μου βλέπουν/κάνουν αστ(ε)ράκια/πουλάκια (προφ.): ζαλίζομαι μετά από δυνατό χτύπημα (συνήθ. στο κεφάλι), πτώση ή κούραση: Του έριξε ένα χαστούκι και ακόμα ~ει ~. Βλέπω ~ από το διάβασμα., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου & βλέπω όνειρο 1. ονειρεύομαι: Χθες το βράδυ σε είδα στο όνειρό μου. Είδα στον ύπνο μου ότι ... Τι όνειρο είδες; 2. (μτφ.) φαντάζομαι ανυπόστατα πράγματα: Στο όνειρό σου/στον ύπνο σου το είδες; ~ει όνειρα και στον ξύπνιο του!, για να δούμε ... (προφ.): ως έκφραση επιφύλαξης ή συγκρατημένης αισιοδοξίας: -Θα έρθει σίγουρα! -~ ~ ... Πβ. θα δείξει, θα δούμε.|| ~ ~ τι θα δούμε/τι θα γίνει!, δεν βλέπεται: είναι πολύ άσχημος ή στερείται αισθητικής, ποιότητας., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί: δεν καταλαβαίνω την αιτία: ~ ~ να μην τα καταφέρουμε. ~ ~ τον κατηγορούν., δεν βλέπω την ώρα να ...: ανυπομονώ, λαχταρώ: ~ ~ γυρίσω/φύγω. Πβ. αδημονώ, πώς και πώς/τι. ΣΥΝ. μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες, δεν βλέπω φως (μτφ.): δεν διαβλέπω θετική εξέλιξη: ~ ~ στην άκρη/στο βάθος του τούνελ., δεν με/σε/τον βλέπω καλά (προφ.): κρίνω ότι τα πράγματα δεν θα έχουν ευνοϊκή εξέλιξη: Πάω να κοιμηθώ, γιατί δεν με ~ ~ (: είμαι πολύ κουρασμένος). (ως προειδοποίηση ή απειλητ.) Πρόσεχε τι λες, γιατί δεν σε ~ ~., εγώ να δεις! (προφ.-εμφατ.): για να ενισχυθούν τα λεγόμενα του συνομιλητή: -Έχω περάσει τα πάνδεινα. -~ ~ τι έχω τραβήξει! (ειρων.) -Είμαι πολύ χαρούμενος που θα τον ξαναδώ. -~ ~!, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου: ήμουν αυτόπτης μάρτυρας (συμβάντος). || (ως έκφρ. επιφύλαξης) Αν δεν το δω ~ ~, δεν το πιστεύω! ΣΥΝ. ιδίοις όμμασι(ν), είδα κι έπαθα να ... (προφ.-εμφατ.): ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ: ~ ~ ξεμπλέξω/συνεννοηθώ. ~ ~ του το εξηγήσω/τον ξεφορτωθώ., εκεί/πού να δεις (προφ.-εμφατ.): για ενίσχυση των λεγομένων: Εκεί να δεις γέλια/τι έγινε! Πού να δείτε το σπίτι τους!, εμένα που με βλέπεις (προφ.-εμφατ.): εγώ: ~ ~, δεν έσκυψα κεφάλι!, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου: έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχω ζήσει πολλά: Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο κι ~ ~., θα δεις (τι θα πάθεις/κι εγώ)!: απειλητ. ή χιουμορ. Πβ. θα σου δείξω (εγώ)., θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε (προφ.): ως έκφρ. αβεβαιότητας, επιφύλαξης ή αμφισβήτησης: -Θα πάμε εκδρομή; -~ ~ (= θα δείξει). Πβ. για να δούμε.|| -Θες δεν θες, θα πάω! -Αυτό θα το δούμε!, και τι να δω! (σε αφήγηση, εμφατ.-προφ.): για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του ακροατή: Κοιτάζω ~ ~! Τα πάντα άνω-κάτω!, κάνει πως δεν βλέπει: προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται κάτι. Πβ. εθελοτυφλώ. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω τα στραβά μάτια, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; (απειλητ.): για να δείξουμε σε κάποιον ότι δεν πρέπει να μας υποτιμά ή να μας περιφρονεί: ~ ~; Δεν θα μας κάνεις εσύ ό,τι θέλεις!, μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή (λαϊκό-προφ.): όταν κάποιος εξαφανίζεται, χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις ή τις υποχρεώσεις του: Μας έταζε λαγούς και πετραχήλια και μετά ~ ~! ΣΥΝ. μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε, να δεις που (στο τέλος) θα ... (προφ.) 1. για να δηλωθεί διαίσθηση, βεβαιότητα ότι θα συμβεί κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο: ~ ~ βρεθούμε μπλεγμένοι! 2. ως έκφρ. ενθάρρυνσης, διαβεβαίωσης: ~ ~ κανείς δεν θα καταλάβει το λάθος σου!, να σε δω (προφ.) 1. να σε καμαρώσω: ~ ~, να σε χαρώ! 2. να σε προσέξω καλύτερα, να δω πώς φαίνεσαι: Γύρνα, ~ ~. 3. ως έκφρ. αμφιβολίας ή πρόκλησης: Τώρα ~ ~ στα δύσκολα!, όποιος έχει μάτια, βλέπει (προφ.): είναι ολοφάνερο, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις: ~ ~ τη διαφορά. Πβ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, ο νοών νοείτω., όπως σε βλέπω και με βλέπεις! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα: -Είσαι σίγουρος; -Ναι, σου λέω, ~ ~! Πβ. αλήθεια, ειλικρινά, πράγματι., ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε (προφ.): για τον φόβο που προκαλείται από το ξέσπασμα έντονου θυμού: Δύσκολα θυμώνει, όταν όμως γίνει αυτό, ~ ~!, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); (προφ.): αγενής αμφισβήτηση της άποψης του συνομιλητή: ~ (τη) ~ την καθυστέρηση; ~ (το) ~ το πρόβλημα;, πού σε είδα, πού σε ξέρω & δεν σε είδα, δεν σε ξέρω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος συμπεριφέρεται με αδιαφορία ή/και αγνωμοσύνη: Κάνει τον καλό, μέχρι να πετύχει αυτό που θέλει και μετά ~ ~!, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! & δεν πας να/μήπως να σε δει (/κοιτάξει) κανένας γιατρός (καλύτερα); (προφ.-ειρων.): λέγεται για κάποιον που μιλά ή συμπεριφέρεται παράλογα, περίεργα: Δεν πας καλά, μου φαίνεται! ~ ~!, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); & πώς το βλέπεις το πράγμα; (αργκό, ως έκφρ. δυσαρέσκειας): τι θέλεις, πού το πας;: Όλοι εδώ σου μιλάμε ευγενικά. Εσύ ~ ~;, τα βλέπει (όλα) ρόδινα: έχει θετική στάση, είναι αισιόδοξος. [< γαλλ. voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ.): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, διαβλέπω εμπόδια και δυσκολίες. [< γαλλ. voir tout en noir] , τα είδα όλα! (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα). 2. τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! (προφ.): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ.): πόσα πολλά, συνήθ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. Πβ. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. βλέπω, μεσν. είδα, γαλλ. voir, αγγλ. see, γερμ. sehen]

βρίσκομαι

βρίσκομαι βρί-σκο-μαι ρ. (αμτβ.) {βρέθηκα (λόγ. ευρέθ-η, -ησαν, μτχ. ευρεθείς, -είσα, -έν), βρεθώ, βρεθεί, βρισκ-όμενος} 1. είμαι σε ορισμένο χώρο, θέση, τοποθεσία: Χαίρομαι που ~ ανάμεσά σας/(σήμερα) εδώ! ~εται εκτός σπιτιού/στο νοσοκομείο. Θεατές/φίλαθλοι που ~ονται στις εξέδρες του γηπέδου. Βλ. παρα~.|| Το χωριό ~εται στα βόρεια του νησιού/σε υψόμετρο … μέτρων/… χιλιόμετρα από την πόλη. Το σπίτι ~εται εκτός σχεδίου πόλεως. Πάτησε το κουμπί που ~εται δεξιά σου! Πού ~ονται τα κλειδιά μου; 2. είμαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: ~εται ακόμα στην αρχή/διαρκώς σε κίνηση/ξαπλωμένος στο κρεβάτι/σε ετοιμότητα/σε κατ’ οίκον περιορισμό/στα όριά του. Οι αστυνομικοί ~ονται στα χνάρια των ληστών. Βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση διαφθοράς. ~όμενος σε δύσκολη/μειονεκτική θέση.|| Η συσκευή δεν ~εται σε λειτουργία (= δεν λειτουργεί). Η χώρα βρέθηκε σε κίνδυνο/κρίση.βρέθηκα {σπανιότ. στον ενεστ.}: κατέληξα, κατάντησα: ~ χωρίς σπίτι και δουλειά., βρέθηκε {σπάν. στον ενεστ.} 1. εντοπίστηκε, ανακαλύφθηκε: ~ νεκρός/σώος/θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ. ~ το πτώμα του άτυχου άνδρα. Δεν ~ κανένα ίχνος τους. ~ στην κατοχή του ποσότητα ναρκωτικών.|| Βρέθηκαν αρχαία μνημεία. Δεν έχει βρεθεί από τι πάσχει. Πού θα βρεθούν τόσα λεφτά; Πρέπει να βρεθεί επειγόντως μια λύση. (σε διαγώνισμα:) Να βρεθεί η εξίσωση ... 2. (στον δημοσιογραφικό λόγο) αποδείχτηκε ότι είναι, κρίθηκε: ~ αθώος/ένοχος/κατηγορούμενος/προφυλακιστέος. 3. απέκτησε· εμφανίστηκε, παρουσιάστηκε: ~ ξαφνικά με ηγετικό ρόλο στην κυβέρνηση.|| Δεν ~ κανένας να μας δώσει μια απάντηση. 4. συμπαραστάθηκε: Κανείς δεν του ~ (= στάθηκε) στα δύσκολα., βρίσκεται: έγκειται, εντοπίζεται: Το πρόβλημα ~ (= οφείλεται) στην έλλειψη χρημάτων.|| ~ στη διακριτική του ευχέρεια να ... (= είναι, εναπόκειται, εξαρτάται από). ● ΦΡ.: (μήπως) σου/σας βρίσκεται ...; (προφ.): έχεις μαζί σου;: Μήπως (κατά τύχη) ~ ~ κανένα χαρτομάντιλο (= κρατάς);, βρίσκομαι (με κάποιον) (οικ.): συναντιέμαι: Βρέθηκε με φίλους το σαββατοκύριακο. -Πού θα βρεθούμε;, σε δουλειά να βρισκόμαστε (προφ.): για κάτι που δεν είναι αναγκαίο να γίνει, αλλά αποτελεί περιττή απασχόληση. Πβ. δουλειά δεν είχαμε, δουλειά βρήκαμε., (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι βλ. αλλού, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί, βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο, βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους βλ. δρόμος, βρέθηκε στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρέθηκε/έμεινε στον άσο βλ. άσος, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, βρίσκομαι στην ανάγκη βλ. ανάγκη, βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου βλ. στοιχείο, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο, είμαι/βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να ... βλ. ευχάριστος, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι [< μεσν. βρίσκω]

βρόμικος

βρόμικος, η, ο βρό-μι-κος επίθ. & βρώμικος 1. που χαρακτηρίζεται από βρομιά, έλλειψη καθαριότητας και συνήθ. άσχημη μυρωδιά: ~ος: αέρας. ~η: θάλασσα/τουαλέτα. ~ο: δωμάτιο (πβ. αχούρι). ~α: νύχια/πόδια (βλ. βρομοπόδαρα)/ρούχα (= λερωμένα)/χέρια. ΣΥΝ. ακάθαρτος (1), ρυπαρός (1) ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-προφ.) ύποπτος, ανήθικος, πρόστυχος: ~ος: πόλεμος/πολιτικός/χαρακτηρισμός. ~ο: παιχνίδι/παρελθόν. ~ες: ιστορίες/κουβέντες (= βρομοκουβέντες)/λέξεις (= χυδαίες, πβ. βρισιά)/σκέψεις/υποθέσεις (= παράνομες). ~α: μέσα (= ανέντιμα). Πβ. αισχρός, αχρείος.|| (ειδικότ.) ~ος: παίκτης (= αντιαθλητικός). 3. (για τροφές) αλλοιωμένος, σάπιος. Πβ. χαλασμένος. ● Ουσ.: βρόμικο (το) (αργκό): χοτ ντογκ, σάντουιτς ή σουβλάκι από υπαίθρια καντίνα. ● επίρρ.: βρόμικα ● ΣΥΜΠΛ.: βρόμικη δουλειά (μτφ.) ΣΥΝ. βρομοδουλειά 1. για κάθε δύσκολη, απαιτητική ή επίπονη εργασία, που θεωρείται υποδεέστερη: Ανέλαβε/έβγαλε όλη τη ~ ~. Πβ. λάντζα, χαμαλοδουλειά. Βλ. αγγαρεία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ύποπτη, παράνομη δραστηριότητα. [< αγγλ. dirty work] , βρόμικες χιονόμπαλες βλ. χιονόμπαλα, βρόμικη βόμβα βλ. βόμβα, βρόμικο/μαύρο χρήμα βλ. χρήμα

γουστάρω

γουστάρω γου-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γούσταρ-α κ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. ~ (πολύ) που κερδίσαμε (= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι). ~ει να διαβάζει βιβλία (= τη βρίσκει). Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Δεν ~ πάρε-δώσε/παρτίδες μαζί του. Έλα, όποτε ~εις (= θέλεις, επιθυμείς). Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). (νεαν. αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.|| (για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). Τη ~ει (: ενν. ερωτικά). ● ΦΡ.: (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις!: (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ.): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! (εμφατ.): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! [< ιταλ. gustare]

δείγμα

δείγμα [δεῖγμα] δείγ-μα ουσ. (ουδ.) {δείγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μικρό μέρος ενός συνόλου που δίνει αντιπροσωπευτική εικόνα του: (επιστ.) εργαστηριακό/κλινικό ~. ~ αίματος/νερού/ούρων. Λήψη ~ατος (= δειγματοληψία). ~ προς ανάλυση/υπό εξέταση. Βρέθηκε θετικό ~ σε έλεγχο ντόπινγκ. Πβ. δοκίμιο.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Πληθυσμιακό/σταθμισμένο ~. ~ ατόμων/εργαζομένων/καταναλωτών/ψηφοφόρων. Κατανομή ~ατος. Το ~ περιλαμβάνει … || ~ατα υφασμάτων/χρωμάτων. Βλ. δειγματολόγιο.|| ~ δωρεάν (: για μικρή ποσότητα προϊόντος που προσφέρεται για διαφημιστικούς λόγους).|| Παρουσίασε ~ της τελευταίας δισκογραφικής του δουλειάς. Βλ. παράδειγμα. 2. {κυρ. στον εν.} ένδειξη, σημάδι: ~ αδιαφορίας/ευγνωμοσύνης/καλής θέλησης/κοινωνικής ευαισθησίας/παρακμής. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό δείγμα: ΣΤΑΤΙΣΤ. που λαμβάνεται τυχαία από το υπό εξέταση πλήθος μιας στατιστικής έρευνας. [< αγγλ. representative sample, 1979] , δείγμα γραφής: απόσπασμα γραπτού λόγου που επιτρέπει την αξιολόγησή του· (συνήθ. κατ' επέκτ.) τεκμήριο χαρακτήρα, συμπεριφοράς, ικανοτήτων: ~ ~ από το νέο βιβλίο.|| Αρνητικό/θετικό/πρώτο ~ ~. Η συνέντευξή του αποτελεί ~ ~ ενός ανθρώπου με ισχυρή προσωπικότητα. Πβ. διαπιστευτήρια. ● ΦΡ.: δείγματος χάριν/χάρη (λόγ.): παραδείγματος χάριν., ούτε για δείγμα (εμφατ.): για δήλωση της έλλειψης ενός πράγματος: Λεφτά δεν υπάρχουν ~ ~. ΣΥΝ. ούτε για σημάδι. [< αρχ. δεῖγμα, γαλλ. échantillon]

διπλο- & διπλό-

διπλο- & διπλό- & διπλ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη ή διπλασιασμό: διπλο-βάρδια. Διπλό-φαρδος (βλ. μονό-). Διπλο-φουρνιστά (: για αρτοσκευάσματα).|| (ΙΑΤΡ.) Διπλ-ωπία.|| (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Διπλο-θεσίτης (βλ. πολυ-)/~κράτηση/~παρκάρισμα/~συνταξιούχος/~ψηφία.|| (επιτατ.) Διπλο-κλειδώνω. 2. διπλή μορφή: διπλο-πρόσωπος (πβ. δι-).|| (ΓΡΑΜΜ.) Διπλό-κλιτος. ● βλ. διπλός

εις

εις [εἰς] πρόθ. (+ αιτ.): λόγιος τύπος, αντί της πρόθεσης "σε", κυρ. σε παγιωμένες εκφράσεις για δήλωση κίνησης, τρόπου, ποσού, σκοπού, ευχής: άλμα ~ μήκος/ύψος.|| ~ βάρος.|| ~ διπλούν.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ άφεσιν αμαρτιών. ~ μνήμη(ν).|| Μηδέν ~ το πηλίκον.|| ~ το επανιδείν/υγείαν. Και ~ ανώτερα! ● ΦΡ.: είμαι σε θέση να ... βλ. θέση, εις επήκοον όλων βλ. επήκοος, εις μάτην βλ. μάτην, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή, εις τας/περί τας/στας δυσμάς του βίου βλ. δυσμαί, εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ βλ. τόπος, εις τριπλούν βλ. τριπλούν, εις χείρας βλ. χειρ, εις/προς/σε επίρρωση βλ. επίρρωση, έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος, ες αεί βλ. αεί, ες αύριον τα σπουδαία βλ. αύριο, σε/εις ανάμνηση βλ. ανάμνηση, σε/ως ένδειξη βλ. ένδειξη [< αρχ. εἰς, ἐς]

ελεημοσύνη

ελεημοσύνη [ἐλεημοσύνη] ε-λε-η-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. υλική βοήθεια που προσφέρεται σε όσους έχουν ανάγκη· κάθε οικονομική παροχή: Δίνω/κάνω ~/~ες (= ελεώ). Ζητούν ~ (= επαιτούν, ζητιανεύουν). Έχει απλωμένο το χέρι/ικετεύει/παρακαλά για ~. Ζει από ~ες. Πβ. ψυχικό.|| (ειρων.) Βοηθήματα/επιδόματα ~ης. Δεν θέλει/δεν χρειάζεται ~ες. Με ψίχουλα και ~ες δεν διορθώνεται η κατάσταση. 2. έκφραση αγάπης, συμπόνιας και συμπαράστασης σε άπορους και γενικότ. δυστυχείς: φιλανθρωπία και ~. Δείχνουν ~. Πβ. έλεος, φιλευσπλαχνία. Βλ. αγαθοεργία, -οσύνη. [< μτγν. ἐλεημοσύνη]

εργένης

εργένης [ἐργένης] ερ-γέ-νης ουσ. (αρσ.) {εργένηδες} , εργένισσα (η): πρόσωπο που, ενώ βρίσκεται σε ηλικία γάμου, δεν έχει παντρευτεί και ζει μόνο του: αθεράπευτος/αμετανόητος/ορκισμένος/περιζήτητος/φανατικός ~. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. άγαμος, γεροντοπαλίκαρο, ελεύθερος. Βλ. ζευγαρωμένος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< τουρκ. ergen]

ερυθρός

ερυθρός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἐρυθρός] ε-ρυ-θρός επίθ. (λόγ.): κόκκινος: ~ός: οίνος/τόνος (της Μεσογείου). ~ό: φως. ~ές: ποικιλίες αμπέλου. ~ά: αιμοσφαίρια (= ερυθροκύτταρα).|| (ΓΕΩΓΡ., με κεφαλ. Ε) ~ά: Θάλασσα (: στενή λωρίδα θάλασσας μεταξύ της Αραβικής χερσονήσου και της ΒΑ Αφρικής). ● ΣΥΜΠΛ.: Ερυθρός Σταυρός (ακρ. ΕΣ): διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση που έχει ως κύριο στόχο τη φροντίδα των τραυματιών πολέμου, την περίθαλψη των ασθενών και των πληγέντων από φυσικές καταστροφές: Διεθνής/Ελληνικός (ακρ. ΕΕΣ) ~ ~. Αναζητήσεις του ~ού ~ού. [< γαλλ. Croix-Rouge, αγγλ. Red Cross, 1863] , Ερυθρά Ημισέληνος βλ. ημισέληνος, κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη, Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, κόκκινος/ερυθρός γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ. ἐρυθρός]

ζωή

ζωή ζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]

ημι-

ημι- & ημί- (λόγ.): πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του μισού, ελλιπούς ή μη ολοκληρωμένου: ημι-άγριος/~διάφανος. Ημί-γλυκος (βλ. υπο-)/~γυμνος. Πβ. μισο-.|| Hμι-αργία/~κύκλιο. Ημί-θεος.

κλάση2

κλάση2 κλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο ομοειδών αντικειμένων· τάξη, κατηγορία: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) δασμολογικές ~εις. Ασφαλιστικές ~εις των αμειβόμενων μισθωτών.|| (ΜΑΘ.) ~ υπολοίπων.|| Οχήματα/προϊόντα/σκάφος ~ης ... Πβ. είδος, ομάδα. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατευόμενων ενός έτους: στρατεύσιμοι προηγούμενων ~εων. Καλείται για κατάταξη η ~ του έτους ... Πβ. σειρά. 3. ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή μεταβλητών και συναρτήσεων: αφηρημένη/συγκεκριμένη ~. Ιεραρχία ~εων. Ταξινομώ σε ~εις. 4. ΒΙΟΛ. ομοταξία. Βλ. υπερ~.κλάσης & (λόγ.) κλάσεως: αξίας, υψηλής ποιότητας, επιπέδου: εξοπλισμός/επιστήμονας διεθνούς ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάση ισοδυναμίας: ΜΑΘ. σύνολο στο οποίο κάθε ζεύγος στοιχείων συνδέεται με μια σχέση ισοδυναμίας., ενεργειακή κλάση/σήμανση βλ. ενεργειακός ● ΦΡ.: κλάσεις ανώτερος & κλάσεις καλύτερος: για κάποιον ή κάτι που υπερέχει κατά πολύ έναντι άλλου: Το βιβλίο ήταν ~ ~ο απ' την ταινία.|| Το νέο μοντέλο (κινητού) είναι μια κλάση ανώτερο/καλύτερο από το προηγούμενο (: υπερτερεί σε σχέση με αυτό). [< γαλλ. classe]

κλέφτης

κλέφτης κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

κορδόνι

κορδόνι κορ-δό-νι ουσ. (ουδ.) {κορδον-ιού}: μακρόστενο σχοινί ή ταινία που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως: δερμάτινο/ελαστικό/πλαστικό/στριφτό ~. ~ ασφαλείας. Παντελόνι με λάστιχο και ~ στη μέση. Δένω/λύνω τα ~ια (των παπουτσιών). Γυαλιά με ~ για τον λαιμό (βλ. αλυσίδα). Τσάντα με περαστό ~. Χάντρες σε ~. Τα ~ια της κουκούλας (του μπουφάν)/της κουρτίνας. Οι άκρες των ~ιών.|| Στολή ευζώνων με μπλέ και άσπρα ~ια (πβ. γαϊτάνι, σιρίτι· βλ. κρόσσι). ● Υποκ.: κορδονάκι (το) ● ΦΡ.: η δουλειά πάει κορδόνι (προφ.): προχωρά χωρίς εμπόδια, πηγαίνει πολύ καλά., δένω/παίρνω κάτι σκοινί κορδόνι βλ. σχοινί, και τράβα κορδέλα/κορδόνι βλ. κορδέλα [< βεν. cordon]

μισθός

μισθός μι-σθός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μιστός: το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε εργαζόμενο ως αμοιβή για την εργασία του: ετήσιος/ημερήσιος/ικανοποιητικός/κατώτατος/μηνιαίος/νόμιμος/πενιχρός/πρώτος/σταθερός/συμβατικός (: που καθορίζεται από τη σύμβαση εργασίας)/συντάξιμος ~. Βασικός ~ (: χωρίς επιδόματα και προσαυξήσεις). Καθαρός ~ (: χωρίς κρατήσεις). Ο δέκατος τρίτος ~ (= το δώρο των Χριστουγέννων). ~ βουλευτή/δημοσίου υπαλλήλου. Υπάλληλος με υψηλό/χαμηλό ~ό (πβ. υψηλό-, χαμηλό-μισθος). ~οί και συντάξεις. Αναπροσαρμογή/διαμόρφωση/μείωση/όρια/πάγωμα/περικοπή/πίνακας/συγκράτηση ~ών. Δικαιούμαι/εισπράττω/παίρνω ~ό. Οι εργαζόμενοι ζητούν αυξήσεις ~ών. ΣΥΝ. αποδοχές, απολαβές ● Υποκ.: μισθουλάκος & μισθουλάκι ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός/έμμεσος μισθός: το σύνολο των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που χορηγούνται ανεξάρτητα από τον μισθό του εργαζομένου (π.χ. ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση)., μικτός/ακαθάριστος μισθός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: μέσος/ωριαίος ~ ~. Αύξηση/φόρος ~ου ~ού., μισθός πείνας (προφ.): πάρα πολύ χαμηλός, που δεν εξασφαλίζει στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση., ονομαστικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. που συμπεριλαμβάνει και τις κρατήσεις: μηνιαίος ελάχιστος ~ ~., πραγματικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τις αποδοχές του, η αγοραστική δύναμη του μισθού. ● ΦΡ.: άξιος ο μισθός (κάποιου) (συνήθ. ως επιφών.-ειρων.): του αξίζει η ανταμοιβή, η επιβράβευση: Σε καλή μεριά! ~ ~ σου!, κόβω μισθό σε κάποιον (προφ.): χορηγώ, καταβάλλω μισθό. [< αρχ. μισθός, γαλλ. salaire]

μονή

μονή μο-νή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ) (λόγ.): μοναστήρι: Ιερά ~ ... ● ΦΡ.: εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές (αρχαιοπρ.-μτφ.): στην αιώνια, μετά θάνατον ζωή: Απεδήμησε/απήλθε/μετέβη/μετέστη/μετοίκησε/ταξίδεψε ~ ~ (= απεβίωσε). [< μτγν. μονή]

μόνο

μόνο μό-νο επίρρ. δηλώνει 1. αποκλειστικότητα ή περιορισμό: ~ για μέλη/παιδιά/σένα. ~ για επαγγελματική/προσωπική/σχολική χρήση. ~ εσένα εμπιστεύομαι/εσύ το ξέρεις. Σκέφτεται ~ τον εαυτό του. ~ αυτόν ακούει (: κανέναν άλλο). ~ η Μαρία δεν ήρθε. Αυτός ~ με καταλαβαίνει. Εγώ ~ Αγγλικά ξέρω. ~ το απόγευμα είμαστε ανοιχτά. ~ με χρήση αντιολισθητικών αλυσίδων γίνεται η κυκλοφορία των οχημάτων. ~ άκου, μη μιλάς. ~ να κοιτάς, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο. Αυτό ~ έχω, δεν φτάνει; Όταν είσαι ήρεμος, τότε ~ μπορείς να αποφασίσεις σωστά. Πρόσεχε ~ (να) μη σε καταλάβουν. Γράφω ~ όταν έχω κάτι να πω.|| ~ (: μακάρι) να μπορούσα να έρθω! Αχ, και ~ να 'ξερες! (απειλητ.) ~ να τον δω μπροστά μου, θα δει τι έχει να πάθει. Πβ. μονάχα. 2. ανώτατο αριθμητικό όριο ή ελάχιστη ποσότητα ή ιδιότητα: Το ασανσέρ χωράει ~ τρία άτομα. ~ πέντε λεπτά θα σας απασχολήσω. Θέλω ~ μισό κιλό (: όχι παραπάνω). ~ οι δυο μας ήμασταν. ~ μια φορά, ποτέ ξανά. Κράτηση ~ για δυο άτομα. Έναν μήνα ~ θα λείψω. -Πέντε ευρώ πλήρωσα. -~ (: τόσο λίγο); Τρεις μέρες ~ έμειναν.|| (αόριστα) ~ ένας τρελός θα δεχόταν. 3. αντίθεση ή εξαίρεση: Μπορείς να μείνεις, ~ φασαρία μην κάνεις. Καθάρισα όλο το σπίτι, ~ με τον κήπο δεν ασχολήθηκα (: εκτός από). 4. (σε σχήμα λιτότητας) μετριασμό αρνητικής άποψης: ~ ευγενικός δεν ήταν (: κάθε άλλο παρά, καθόλου)/ωραίο δεν το λες. Δεν είναι ~ για να ... 5. προϋπόθεση, όρο: Πες ό,τι έχεις να πεις, ~ μη φωνάζεις. Μπορείτε να μπείτε στο μαγαζί ~ αν έχετε κλείσει τραπέζι. Να αργήσεις όσο θες, ~ (: αρκεί, φτάνει) να με ειδοποιήσεις/να μη με στήσεις. Η είσοδος επιτρέπεται ~ εφόσον έχετε σχετική άδεια. Η συσκευή λειτουργεί ~ όταν είναι στην πρίζα. Το προϊόν μπορεί να επιστραφεί ~ σε περίπτωση που είναι αλλοιωμένο. ● ΦΡ.: απλώς/απλά και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο (εμφατ.): για κανέναν άλλο λόγο ή σκοπό, τίποτα άλλο: Δεν θα τον προσλάβω ~ ~ επειδή είναι φίλος (ενν. χωρίς να πληροί άλλες προϋποθέσεις). Θα το κάνω ~ ~ επειδή το ζήτησες. Ήρθε ~ ~ για να περάσει την ώρα του! (συχνότ. καταχρ.) Δεν τον ενδιαφέρει απλά και μόνο να κάνει ένα ρεκόρ.|| Εισάγει αποκλειστικά και μόνο βιολογικά προϊόντα., και μόνο: για ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό που αναφέρεται: Τρομάζω ~ ~ με την ιδέα/στη σκέψη ότι ... Από την έκφρασή του ~ ~ κατάλαβα ότι έλεγε ψέματα. Μ' αυτή ~ ~ μ' αυτή την κάρτα επιτρέπεται να μπεις μέσα. ~ ~ που τον είδα, εκνευρίστηκα., και όχι μόνο: για να υποδηλώσει ότι αυτό που μόλις αναφέρθηκε αφορά ή περιλαμβάνει και άλλους ή άλλα: για συλλέκτες ~ ~. Μουσικό-~ ~- τριήμερο. Στην ιστοσελίδα θα βρείτε συνταγές μαγειρικής ~ ~., μόνο που (σύνδ.): αλλά, όμως: Τον συμπαθώ, ~ ~ συχνά με εξοργίζει. Θα ερχόμουν, ~ ~ έχω κανονίσει. Θα το αγόραζα, ~ ~ δεν έχω χρήματα. Μοιάζουν πολύ, ~ ~ (: με τη διαφορά ότι) αυτός είναι λίγο πιο ψηλός., μόνο που δεν (+ αόρ.) (προφ.): λίγο έλειψε να, παρά λίγο, σχεδόν: ~ ~ μας έβρισε/χτύπησε.|| (εμφατ.) Μόνο την αστυνομία (που) δεν μας έφεραν!, τόσος μόνο: πολύ μικρός ή λίγος: ~ο ~ μου αρκεί. ~οι ~ έμειναν στο τέλος., αν και μόνο αν βλ. αν, μόνο αφού βλ. αφού, μόνο έτσι/έτσι μόνο βλ. έτσι, όχι μόνο ..., αλλά και βλ. όχι, παρά μόνο βλ. παρά, παρά μόνο αν βλ. παρά [< αρχ. μόνον]

ντόρτια

ντόρτια ντόρ-τια ουσ. (ουδ.) (τα): (στο τάβλι) τεσσάρες. [< τουρκ. dört]

νύχτα

νύχτα νύ-χτα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) νύκτα & (λαϊκό-λογοτ.) νυχτιά & (αρχαιοπρ.) νυξ {νυκτός, νυκτί} 1. η χρονική διάρκεια ανάμεσα στη δύση και την ανατολή του ήλιου, κατά την οποία επικρατεί σκοτάδι, επειδή στον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο δεν φτάνουν οι ηλιακές ακτίνες: βαθιά/έναστρη/ζεστή/κρύα/μαύρη ~. ~ με πανσέληνο/χωρίς φεγγάρι. Έχει παγωνιά τη ~. Η ~ της Πρωτοχρονιάς. Κρέμα ~ας/νυκτός. Πουλί της ~ας (= νυχτοπούλι). Μετά/πριν τις έντεκα τη ~. Η ~ (= το σκοτάδι) έπεσε/σκέπασε την πόλη. Ήρθε (αργά) τη ~. Ξύπνησε μες στην (άγρια) ~ (= τα μεσάνυχτα). Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη (τη) ~. (ως επίρρ.) Σηκώνεται ~ (= ξημερώματα), για να πάει στη δουλειά. Μην οδηγήσεις ~! Το νομοσχέδιο πέρασε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά, για να αποφευχθούν αντιδράσεις). Πβ. βράδυ. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, οι ώρες του βραδινού ύπνου ή ό,τι γίνεται κατά τη διάρκειά του: μοιραία ~. ~ αγωνίας/βομβαρδισμών/τρόμου. Μια ~ στην εξοχή/του χειμώνα. ~ες κεφιού/μοναξιάς (πβ. βραδιά). Είχα ανήσυχη/άσχημη ~ χθες. Η πρώτη ~ του γάμου ~. Καλή σου ~ (= καληνύχτα)! Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη ~, έχω αϋπνίες. Πέρασε μια/τη ~ άγρυπνος/στο κρατητήριο. Μεγάλη ~ η χθεσινή (: συνέβησαν κρίσιμα, σημαντικά γεγονότα)! Άνθρωπος της ~ας. Οι νονοί της ~ας. Δουλεύει στη ~. 3. (μτφ.) περίοδος οπισθοδρόμησης, απαισιοδοξίας, θλίψης: η ~ της Κατοχής/του Μεσαίωνα. Πβ. ζοφερότητα, σκοτάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγια Νύχτα: η νύχτα των Χριστουγέννων· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο χριστουγεννιάτικο τραγούδι., η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου: για περιπτώσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει χώρα ένα αποτρόπαιο, φρικαλέο ή συνταρακτικό συμβάν: Θα γίνει ~ ~! [< γαλλ. la nuit de la Saint Barthélémy] , λευκές νύχτες: που οφείλονται στο φαινόμενο του ήλιου του μεσονυχτίου, είναι ορατές στις περιοχές που βρίσκονται ελάχιστα εκτός των ορίων των αρκτικών κύκλων και χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη φωτός στον ουρανό, ακόμα και μετά τη δύση του ήλιου: οι ~ ~ της Αγίας Πετρούπολης., λευκή νύχτα 1. βράδυ αϋπνίας: ~ ~ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (: όταν τα μπαρ, τα μουσεία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες). 2. (κυρ. για συζύγους) χωρίς σεξουαλική επαφή. [< γαλλ. nuit blanche] , δοχείο νυκτός βλ. δοχείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: (μέσα) σε μια νύχτα: μέσα σε ένα βράδυ, δηλ. πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: Έγινε πλούσιος ~ ~. Πβ. μέσα σε μια στιγμή, στο άψε σβήσε. ΣΥΝ. εν μία νυκτί, διά νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας: φυγή ~ ~., έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα: φωτίστηκε/φώτισαν πολύ το μέρος (σαν να ήταν μέρα): Έγινε ~ με τα πυροτεχνήματα. Οι φωτοβολίδες έκαναν ~., έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα (προφ.) 1. κοιμάται τη μέρα και εργάζεται ή διασκεδάζει τη νύχτα. 2. εργάζεται ακατάπαυστα πρωί βράδυ. , εν μία νυκτί (λόγ.): μέσα σε μια νύχτα, ξαφνικά., εν τω μέσω της νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα στη νύχτα: ληστεία ~ ~., η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη (παροιμ.): για μη αναμενόμενη εξέλιξη σε χρονοβόρες παρασκηνιακές ενέργειες ανάδειξης προσώπων σε αξιώματα., θα φύγει/έφυγε νύχτα (αργκό): θα αποχωρήσει κακήν κακώς. Πβ. σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ & το πρωί/το ξημέρωμα: νύχτωσε, βράδιασε· για δήλωση πολύωρης διάρκειας ή καθυστέρησης: Θα μας βρει/πάρει ~ μέχρι να φτάσουμε (: θα πέσει το σκοτάδι). Με πήρε ~ διαβάζοντας.|| (ως έκφρ. δυσαρέσκειας) Μας πήρε ~ μέχρι να ετοιμαστεί (= βραδιάσαμε, νυχτώσαμε)!, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) (προφ.) 1. για να δηλωθεί η πλήρης άγνοια κάποιου σε έναν τομέα: Του ζήτησα βοήθεια, αλλά ~ ~! 2. για δήλωση απαισιοδοξίας: -Πώς πάνε τα πράγματα; -~ ~! 3. σε περιπτώσεις που επικρατεί το μαύρο χρώμα ή σκοτάδι. Πβ. μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα., νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; (ειρων.): προς κάποιον που αποδεικνύεται ανάξιος κάτοχος ενός διπλώματος, συνήθ. οδήγησης., ο κόσμος της νύχτας: άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης (π.χ. τραγουδιστές, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και οι εργαζόμενοι σε αυτά) ή/και ασχολούνται με παράνομες δραστηριότητες (π.χ. προστασία, εμπόριο ναρκωτικών): ο επικίνδυνος/σκληρός ~ ~. Κυκλώματα που σχετίζονται με τον ~ο ~., όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί (παροιμ.): όποιος κινείται σε ύποπτους χώρους ή εμπλέκεται σε επικίνδυνες υποθέσεις, υφίσταται τις συνέπειες., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, η μέρα με τη νύχτα βλ. μέρα, η νύχτα των κρυστάλλων βλ. κρύσταλλο, μέρα-νύχτα βλ. μέρα, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, χίλιες και μια νύχτες βλ. χίλιοι [< μεσν. νύχτα < αρχ. νύξ, γαλλ. nuit, αγγλ. night, γερμ. Nacht]

οδικός

οδικός, ή, ό [ὁδικός] ο-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους δρόμους και την κυκλοφορία οχημάτων: ~ός: κόμβος/τουρισμός/φωτισμός. ~ή: απόσταση/γέφυρα/διαδρομή/μετακίνηση/παιδεία (βλ. κυκλοφοριακή αγωγή)/σήμανση/σήραγγα/συμπεριφορά (αυτοκινήτου/μηχανής)/σύνδεση. ~ό: (τροχαίο) ατύχημα/δυστύχημα/έργο/περιβάλλον. ~ές: μεταφορές/πινακίδες/συγκοινωνίες/συνθήκες. ~ά: σήματα. ● επίρρ.: οδικώς [-ῶς] & οδικά: με αυτοκίνητο· γενικότ. με οποιοδήποτε τροχοφόρο μέσο. ● ΣΥΜΠΛ.: οδική βοήθεια & οδική προστασία/εξυπηρέτηση/κάλυψη: υπηρεσία που παρέχεται από εταιρεία σε εγγεγραμμένα μέλη σε περίπτωση βλάβης του οχήματός τους: δωρεάν/πλήρης ~ ~., οδικό δίκτυο: το σύνολο των δρόμων μιας περιοχής που σχηματίζουν ένα πλέγμα και ενώνουν τους οικισμούς της: αγροτικό/αστικό/εθνικό/επαρχιακό/πυκνό/τοπικό ~ ~. Βελτίωση/συντήρηση ~ού ~ου. Αυξημένη είναι η κίνηση στο ~ ~ ..., οδικός άξονας: μεγάλο και εκτενές συγκοινωνιακό έργο που ενώνει οδικώς πόλεις και περιοχές: βασικός/εθνικός/κάθετος/κεντρικός ~ ~. Ο ~ ~ Αθήνας-Θεσσαλονίκης. ~ ~ παράκαμψης., Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδική αρτηρία βλ. αρτηρία, οδική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, οδική οργή βλ. οργή, οδικός χάρτης βλ. χάρτης [< γαλλ. routier]

ονομαστική

ονομαστική [ὀνομαστική] ο-νο-μα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η πτώση στην οποία τίθενται το υποκείμενο, το κατηγορούμενο και οι ονοματικοί προσδιορισμοί σε μία πρόταση: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. Βλ. αιτιατική, γενική, κλητική. [< μτγν. ὀνομαστική]

όραση

όραση [ὅραση] ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις με την οποία τα αντικείμενα του εξωτερικού περιβάλλοντος γίνονται αντιληπτά μέσω του φωτός που εκπέμπουν ή ανακλούν και το οποίο ενεργοποιεί τον αμφιβληστροειδή χιτώνα: (ΙΑΤΡ.) έγχρωμη/κεντρική/νυχτερινή/πανοραμική/περιφερική/στερεοσκοπική/υπέρυθρη ~. Αδύνατη/ελαττωματική/θαμπή/θολή/κοντινή/μακρινή/μειωμένη/μερική/οξεία/περιορισμένη/τυφλή/φυσιολογική/χαμηλή ~. Απώλεια/βοηθήματα/διαταραχές/έλλειψη/επιδείνωση/παθήσεις (πβ. αμετρωπία)/προβλήματα ~ης. Γωνία/πεδίο ~ης. Γυαλιά/φακοί ~ης. Βελτίωση της ~ης και της οπτικής οξύτητας. Το μάτι είναι το όργανο της ~ης.|| (μτφ.) Η πνευματική ~ του νου (βλ. ενόραση).|| (στον πληθ.-κυρ. σε θρησκευτικά κείμενα:) Οράσεις (: οράματα) και αποκαλύψεις. ΑΝΤ. τυφλότητα 2. ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής που ασχολείται με την υπολογιστική επεξεργασία εικόνων του φυσικού κόσμου: μηχανική/ψηφιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή όραση: ΙΑΤΡ. διπλωπία., υπολογιστική όραση: ΠΛΗΡΟΦ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη δημιουργία μηχανών οι οποίες μπορούν να επεξεργάζονται πραγματικές εικόνες και να ανακτούν τις απαραίτητες πληροφορίες για την επίλυση ενός προβλήματος. Βλ. τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. computer vision] , διόφθαλμη όραση βλ. διόφθαλμος [< 1: αρχ. ὅρασις, γαλλ. vue, vision]

όψη

όψη [ὄψη] ό-ψη ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ορατών εξωτερικών χαρακτηριστικών, μορφή, εμφάνιση: εσωτερική ~. Η γενική ~ του οικοδομήματος. Η αρχιτεκτονική ~ οικισμού. Πανοραμική ~ του νησιού. Με τα έργα η γειτονιά άλλαξε ~ και εκμοντερνίστηκε. Βελτίωση της όψης του κήπου/σπιτιού.|| (μτφ.) Η βραδινή ~ της πόλης.|| Κρέμα που δίνει λεία/ομοιόμορφη ~ στην επιδερμίδα.|| Πλακάκια με ~ ξύλου. 2. εμφανής πλευρά, επιφάνεια: κύρια/μπροστινή (= κάτοψη)/πλαϊνή ~. Ανατολική/βόρεια/δυτική/νότια ~ του ναού. Η κοινή ~ των κερμάτων ευρώ. Ανάπλαση της όψης του κτιρίου. Οι όροι του εισιτηρίου αναγράφονται στην οπίσθια ~ του. Βλ. πρόσοψη. 3. (μτφ.) οπτική γωνία, διάσταση: Η άγνωστη/αθέατη/κρυφή ~ των γεγονότων. Όψεις της ιστορίας/της οικονομίας/του πολιτισμού. Οι αντιφατικές όψεις του προβλήματος. Προσπάθησε να δεις την καλή ~ των πραγμάτων. Πβ. πτυχή. 4. έκφραση του προσώπου, ύφος: άγρια/αποκρουστική/γαλήνια/θλιβερή/θλιμμένη/κουρασμένη ~. Χάθηκε το χαμόγελο από την ~ του. Πβ. θωριά, κοψιά. 5. (στην αισθητική οδοντιατρική) λεπτή επικάλυψη που συγκολλάται στην πρόσθια επιφάνεια δοντιού ή δοντιών με σκοπό τη διόρθωση του σχήματος ή/και τη λεύκανση: (ολο)κεραμικές όψεις. ~ πορσελάνης/ρητίνης. 6. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός πίνακας, υποσύνολο της βάσης δεδομένων. 7. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: συνοπτική (ρηματική) ~. ΣΥΝ. άποψη (4), τρόπος (5) 8. ΑΣΤΡΟΛ. η απόσταση μεταξύ δύο πλανητών υπολογισμένη σε μοίρες του ζωδιακού κύκλου. ● ΣΥΜΠΛ.: λογαριασμός όψεως βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: διπλής όψης/όψεως & δύο όψεων: που έχει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές: αντίγραφο/αφίσα/εκτύπωση/μαξιλάρι/μπουφάν/σάρωση ~ ~. Πβ. μπρος πίσω, ντουμπλ φας., εκ πρώτης όψεως/όψης (λόγ.): με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, όπως φαίνεται: Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο μοιάζει ~ ~. ~ ~ δείχνει απότομος, αλλά κατά βάθος είναι ευγενικός., εξ όψεως (λόγ.): εμφανισιακά· με μια πρώτη ματιά: Τον γνωρίζω μόνο ~ ~ (= φατσικά), αλλά δεν έχουμε μιλήσει.|| Οι δύο έννοιες συνδεέονται άμεσα μεταξύ τους, ~ ~ μόνο διαφέρουν. Βλ. εξ ακοής., η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< αρχ. ὄψις ‘όραση, θέα, εμφάνιση, οπτασία’, γαλλ. aspect, face, 6: αγγλ. view]

παίρνω

παίρνω παίρ-νω ρ. (μτβ.) {πήρα, πάρει, πάρ-θηκε, -θεί, -μένος, παίρν-οντας} 1. πιάνω κάτι με το χέρι ή τα χέρια μου, για να το χρησιμοποιήσω, να το έχω πάνω μου και να το μεταφέρω, να το μετακινήσω από ένα σημείο σε άλλο ή να το κρατήσω: ~ετε τη ζύμη και την κόβετε σε μικρά κομμάτια. Του πήρε την μπάλα μέσα από τα χέρια.|| Πήρε το παλτό της και έφυγε. Πάρε τα απολύτως απαραίτητα. Μην ξεχάσεις να πάρεις (μαζί σου) τη φωτογραφική (πβ. φέρνω).|| Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου. Πάρε τον σκύλο από εδώ (= απομάκρυνέ τον).|| Πάρε το αρχείο από τον φάκελο (π.χ. του σκληρού δίσκου).|| (κάνω ανάληψη:) Πήρα από την τράπεζα ... χιλιάδες ευρώ.|| (για πρόσ.) Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. Την πήρε αγκαλιά (= την αγκάλιασε). Με πήρε από το μπράτσο/το χέρι.|| (μτφ.) Πήρα δουλειά για το σπίτι. Οι πληροφορίες/τα στοιχεία ~θηκαν (= αντλήθηκαν) από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ... 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαλλαγή (= απαλλάσσομαι)/αποζημίωση (= αποζημιώνομαι)/απόσπαση (= αποσπώμαι)/απόφαση (= αποφασίζω)/άριστα (= αριστεύω)/μετεγγραφή (= μετεγγράφομαι)/τη νίκη (= νικώ)/πόζα (= ποζάρω)/προαγωγή (= προάγομαι)/προφυλάξεις (= προφυλάσσομαι)/σύνταξη (= συνταξιοδοτούμαι)/φωτογραφία (= φωτογραφίζω). Η δίκη πήρε αναβολή για τις ... (= αναβλήθηκε). Η ταινία πήρε βραβείο για... (= βραβεύτηκε). Αργά ή γρήγορα θα πάρω την εκδίκησή μου (= θα εκδικηθώ). Η αγωνία πήρε τέλος (= τελείωσε). Το φαγητό πήρε βράση (= έβρασε).|| Πήραμε μεγάλη χαρά (= χαρήκαμε)/μια στενοχώρια (= στενοχωρηθήκαμε)/μια τρομάρα (= τρομάξαμε)!|| (με αντικείμενο ουσ. που εκφράζει ασθένεια:) Πήρα ένα κρύωμα (= κρύωσα). Πήρε το μικρόβιο (= μολύνθηκε).|| ~ αποτελέσματα (από εξετάσεις)/δείγμα/κλήση/το προβάδισμα/πρωτοβουλία να .../την πτήση για .../έναν υπνάκο/ψήφους. Του πήρε αίμα/τα αποτυπώματα/κατάθεση/συνέντευξη. 3. αγοράζω ή ενοικιάζω· δανείζομαι: Πάρε ένα πακέτο τσίχλες. Πήρα ένα καινούργιο ζευγάρι γυαλιά. Πήρες τα εισιτήρια; Δεν πήραμε τίποτα. Ό,τι πάρετε ... ευρώ. Ό,τι πληρώσεις ~εις. Διαλέγετε και ~ετε.|| (για δώρο:) Του/της πήρα ένα βιβλίο για την πρωτοχρονιά.|| Πήρα μια ταινία από το βιντεοκλάμπ.|| Να πάρω λίγο το στιλό σου; 4. αποκτώ, γίνομαι κάτοχος, μου παραχωρείται: ~ άδεια/δίπλωμα (οδήγησης)/εξιτήριο/επίδομα/πιστοποίηση/πόντους/υποτροφία. Πήρε την επάρκεια στα Αγγλικά. Πήρε πτυχίο. Πήρε τον βαθμό της ισοπαλίας.|| (για πρόσ.) Τον πήραν, όταν ήταν μωρό ακόμη (: τον υιοθέτησαν).|| Το ταλέντο του στη μουσική το πήρε από τον πατέρα του. Πβ. κληρονομώ.|| Πήραμε ρεύμα από την μπαταρία του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 5. οικειοποιούμαι κάτι, κλέβω· καταλαμβάνω, κατακτώ: Της πήρε (= άρπαξε) την τσάντα. Τους πήραν σχεδόν τα πάντα από το σπίτι. (για πρόσ.) Του/της πήρε τη γυναίκα/τον άνδρα.|| Πήρε την εξουσία (: νόμιμα ή με τη βία). Τους πήραν τα σπίτια (πβ. επιτάσσω, κατάσχω). Ο στρατός πήρε το ύψωμα (πβ. κυριεύω). 6. παραλαμβάνω· δέχομαι: ~ μια επιστολή/ένα μήνυμα/μια πρόσκληση. Ήταν το ωραιότερο δώρο που πήρα ποτέ. Δεν πήραμε καμία απάντηση.|| Αποφάσισα να μην πάρω τη δουλειά. Δεν ~ εντολές από κανέναν. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 7. (προφ.) τηλεφωνώ: ~ κάποιον από κινητό/σταθερό (τηλέφωνο). Τους πήρα, για να τους ευχαριστήσω. Πήρα να δω τι κάνεις. Πήρα να σου πω ... Πάρε με ό,τι ώρα θέλεις. 8. (για πρόσ.) μεταφέρω ή απομακρύνω κάποιον: Πάρε με μακριά. Τον πήρε παράμερα, για να του μιλήσει.|| (ενν. με όχημα:) Θα με πάρετε μαζί σας; Θα περάσω να σε πάρω από τη δουλειά. Το ταξί πήρε την ηλικιωμένη κυρία. Ανέπνεε ακόμη, όταν την πήρε το ασθενοφόρο.|| (μτφ.) Ο Θεός τον πήρε κοντά του (: για κάποιον που πέθανε). 9. χρησιμοποιώ ως μεταφορικό μέσο, μετακινούμαι με: ~ (σπάνια/τακτικά) λεωφορείο/μετρό/ταξί/τρόλεϊ. Πάρε το αυτοκίνητο και πάμε βόλτα.|| Πάρτε εσείς το ασανσέρ κι εγώ ανεβαίνω από τις σκάλες. 10. κερδίζω, νικώ: ~ το κύπελλο/την πρόκριση/το πρωτάθλημα/τον τίτλο/το χρυσό. Η Εθνική πήρε το πρώτο παιχνίδι. Πήρε το όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.|| Πήραν την έβδομη θέση (= κατέλαβαν)/την ισοπαλία/την πρωτιά. Αισιοδοξούμε να πάρουμε ένα καλό αποτέλεσμα. 11. εισάγω στον οργανισμό μου· καταναλώνω: ~ αντιβίωση/βιταμίνες/σίδηρο/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χάπια. Έχει πάρει απαγορευμένες ουσίες/ναρκωτικά.|| Από τις τροφές ~ουμε ενέργεια.|| Δεν αισθάνομαι καλά, θέλω να πάρω λίγο αέρα.|| (τρώω ή πίνω:) Πάρε όση τούρτα θέλεις. -Θέλετε λίγο γλυκό; - Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τι θα πάρετε; (: τυπική ερώτηση σερβιτόρου· πβ. παραγγέλνω). Πήρε πρωινό. 12. (για χρήματα) αμείβομαι, κερδίζω: ~ (= βγάζω) ... ευρώ το(ν) μήνα. ~ει περισσότερα από σένα.|| Πόσα σου πήρε ο γιατρός; Δεν ~ει πολλά. 13. (προφ.) για διάρκεια, χρόνο που απαιτείται, για να γίνει κάτι: Μου πήρε πέντε χρόνια (για) να ... Του πήρε (= χρειάστηκε) μια ώρα να το φτιάξει.|| Δεν με ~ει ο χρόνος για να ... (: δεν μου αρκεί). Ξεκινάμε τώρα, διαφορετικά δεν θα μας πάρει η ώρα (: δεν θα προλάβουμε).|| Δεν σε πήραν τα χρόνια ακόμη (: δεν γέρασες)! 14. προσλαμβάνω: Δεν θα πάρουμε άλλο προσωπικό. Η ομάδα θα πάρει δύο νέους παίκτες. 15. (προφ.) εκλαμβάνω, θεωρώ: Συγγνώμη, σε πήρα (= σε πέρασα) για άλλη (: νόμισα ότι ήσουν άλλη)! Τον πήραν για χαζό.|| Μην ~εις στα σοβαρά όσα λέει. Το ~ ως κομπλιμέντο. Βλ. παρα~. 16. επιλέγω και παρακολουθώ ένα μάθημα: Στο τρίτο εξάμηνο μπορείς να πάρεις νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. 17. ακολουθώ: Πάρε τον πρώτο δρόμο αριστερά.|| (σε συζητήσεις) Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 18. αναλαμβάνω: ~ το βάρος της ευθύνης. 19. βγάζω, εξάγω, παράγω: Το μαζούτ και η βενζίνη είναι υγρά καύσιμα που ~ουμε με κατεργασία. 20. μετρώ με ειδικό όργανο: ~ τη θερμοκρασία/την πίεση/τον σφυγμό κάποιου. 21. αποσπώ, αφαιρώ: Του πήραν τις πινακίδες. Ο αέρας πήρε τη σκεπή/την ομπρέλα.|| (μτφ.) ~ τη ζωή κάποιου (= τον σκοτώνω). 22. (προφ.) κάνω έρωτα σε κάποιον. 23. (προφ.) παντρεύομαι: Πήρε καλή/καλό σύζυγο. 24. βιντεοσκοπώ, κινηματογραφώ: Χαμογέλασε, μας ~ει η κάμερα. ~ ένα κοντινό πλάνο. 25. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω, χτυπώ κάποιον: Τα θραύσματα τον πήραν ξώφαλτσα.παίρνει (προφ.) 1. (για μηχανές, συσκευές) χρησιμοποιεί, για να λειτουργήσει: Το αυτοκίνητό μου ~ αμόλυβδη. Το κινητό ~ μπαταρία λιθίου. 2. επιδέχεται, σηκώνει: Το ζήτημα/η υπόθεση δεν ~ αναβολή. 3. χωρά: Η αίθουσα ~ πάνω από χίλια άτομα. ● ΦΡ.: βάζω/παίρνω κιλά/βάρος: παχαίνω: Πήρα τρία κιλά. ~ πολύ εύκολα βάρος., δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ...: δεν σταματώ να κοιτάζω, να προσέχω ή να διαβάζω: Δεν μπορώ να πάρω ~ ~ από πάνω της ούτε λεπτό. Η πλοκή δεν σε αφήνει να πάρεις ~ ~ σου από το βιβλίο/την οθόνη., έδωσε πήρε (προφ.): για επίμονη προσπάθεια: Επέμεινε, ~ ~, και τελικά τα κατάφερε., θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει (προφ.-απειλητ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση, οργή: Μη μου πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα σε ~ και θα σε ~ (= την έβαψες)., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ (προφ.): αργήσαμε, καθυστερήσαμε: ~ ~, αλλά τα προλάβαμε όλα!, με παίρνει (προφ.): μπορώ, έχω τη δυνατότητα να: Δεν μας ~ να κάνουμε λάθος., με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος (προφ.): αποκοιμιέμαι: Δεν ~ ~ με τίποτα (= δεν μπορώ να κοιμηθώ). Τον πήρε ο ~ διαβάζοντας/στο σινεμά., με πήρε και με σήκωσε (προφ.): για ισχυρό άνεμο· μου επιτέθηκε φραστικά: Μας ~ και μας ~ ο αέρας σήμερα.|| (μτφ.) Μια κουβέντα είπα και ~ ~., όσο δεν παίρνει (άλλο) & μέχρι/ως εκεί που δεν παίρνει (άλλο): όσο είναι δυνατόν, στον ανώτερο βαθμό: Είμαστε αποφασισμένοι ~ ~. Έχει καβαλήσει το καλάμι ~ ~., παίρνει μορφή 1. υλοποιείται: Το νέο αθλητικό κέντρο ~ ~. Οι καλλιτεχνικές της ευαισθησίες πήραν ~ πάνω στο ξύλο. 2. (μτφ.) εξελίσσεται, παίρνει διαστάσεις: Οι καταγγελίες έχουν πάρει (τη) ~ χιονοστιβάδας. Το πρόβλημα έχει πάρει ~ επιδημίας., παίρνω άφεση (αμαρτιών): συγχωρούμαι: Από μένα έχεις πάρει ~ ~., παίρνω δύναμη/δυνάμεις: αποκτώ ψυχική δύναμη, θάρρος: ~ουμε ~ ο ένας από τον άλλο. Με τη χθεσινή μας νίκη πήραμε ~ για τη συνέχεια., παίρνω ιδέες: εμπνέομαι από ξένα πρότυπα, συμπεριφορές, απόψεις και τις χρησιμοποιώ δημιουργικά: Άλλο είναι να ~εις ~ και άλλο να αντιγράφεις. Πάρτε ~ για τη διακόσμηση του σπιτιού., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά (προφ.): τον αποδοκιμάζω έντονα, τον γιουχάρω: Δεν πρόλαβε να μιλήσει και τον πήραν ~ ~. Πβ. θα μας κυνηγήσουν., παίρνω κάποιον στο ψιλό & (σπάν.) στον μεζέ: κοροϊδεύω, χλευάζω κάποιον: Σοβαρευτείτε, γιατί σας πήραν ~ ~! Πβ. του κρέμασαν κουδούνια. Βλ. μας δουλεύει ψιλό γαζί., παίρνω κάτι στα χέρια μου (μτφ.): έχω υπό τον έλεγχό μου, στην ευθύνη μου: Είναι καιρός να πάρεις τη ζωή σου/την κατάσταση στα χέρια σου. Πβ. αναλαμβάνω, επωμίζομαι., παίρνω λόγια (από κάποιον) (προφ.): μαθαίνω, συνήθ. με έμμεσο ή πονηρό τρόπο, κάτι: Δεν του ~εις εύκολα λόγια., παίρνω τηλέφωνο: τηλεφωνώ: Την πήρα ~, αλλά δεν το σηκώνει. Δεν άντεξα και την/τον πήρα ~., παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Μας έχουν πάρει ~! Έχετε πάρει ~ ότι ...; Δεν έχουν πάρει πρέφα τι γίνεται. Πβ. μυρίζομαι., πάρ' τον/την κάτω (προφ.): για κάποιον που πέφτει: Σκόνταψε στο χαλί και ~ ~., πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον (μτφ.): για ανθρώπους ανάξιους, άχρηστους: Είναι και οι δύο ~ ~. Ήταν ο μόνος που άξιζε, όλοι οι άλλοι ήταν ~ ~., πήρα να/και: αρχίζω ή άρχισα: Πήρα να διαβάζω. Ο αέρας πήρε να κοπάζει. Πήρε και βραδιάζει., τα παίρνει χοντρά (αργκό): αμείβεται αδρά ή δωροδοκείται: ~ ~ από το κανάλι. Τους τα πήρε ~.|| Λένε ότι τα πήρε ~, για να πουλήσει το ματς. Πβ. χρηματίζομαι, τα πιάνει. Βλ. κάτω από το τραπέζι., τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) (αργκό): εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: Μην τα ~εις! Τα έχω πάρει ~ με όσα γράφτηκαν για μένα!, το παίρνω πίσω: αναιρώ, συνήθ. προηγούμενο λόγο μου, υπόσχεση: Αν σε πείραξε/αν είναι έτσι, τότε ~ ~., τον παίρνεις! (αργκό-υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., τον πήρα (προφ.): ενν. τον ύπνο· αποκοιμήθηκα: ~ ~ για λίγο., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι, (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, (παίρνω κάποιον) κάτω από τις φτερούγες μου βλ. φτερούγα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, (παίρνω) τον πούλο βλ. πούλος, (που) να πάρει η ευχή! βλ. ευχή, (που) να πάρει η οργή! βλ. οργή, (το) παίρνω απόφαση βλ. απόφαση, αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία βλ. αναλαμβάνω, αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν (τα) παίρνει τα γράμματα βλ. γράμμα, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου βλ. πόδι, δεν παίρνει από λόγια βλ. λόγια, δεν παίρνω από αστεία βλ. αστείο, δεν παίρνω λέξη πίσω βλ. λέξη, δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, δίνει και παίρνει βλ. δίνω, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα βλ. αέρας, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μας πήρε το κεφάλι βλ. κεφάλι, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω, με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, με παίρνουν τα ζουμιά βλ. ζουμί, με πήραν τα αίματα βλ. αίμα, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ. δάκρυ, με πήραν τα σιρόπια βλ. σιρόπι, με πήραν τα σκάγια βλ. σκάγι, με πήρε το ποτάμι βλ. ποτάμι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. αυτί, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, να το πάρει το ποτάμι; βλ. ποτάμι, νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, παίρνει σειρά βλ. σειρά, παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει την ανιούσα βλ. ανιών, παίρνει την κατιούσα βλ. κατιών, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι) βλ. μάτι, παίρνει ύφος βλ. λάσπη, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια βλ. χρόνος, παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) βλ. σώβρακο, παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά βλ. πίσω, παίρνω (κάποιον) στο κατόπι βλ. κατόπι, παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου βλ. λαιμός, παίρνω (κάποιον) φαλάγγι βλ. φαλάγγι, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς βλ. μετρητοίς, παίρνω (μια) ανάσα βλ. ανάσα, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία, παίρνω αέρα/τον αέρα μου βλ. αέρας, παίρνω αμπάριζα βλ. αμπάριζα, παίρνω αμπάριζα και βγαίνω βλ. αμπάριζα, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, παίρνω από το χέρι βλ. χέρι, παίρνω απουσίες βλ. απουσία, παίρνω γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω θέση για/σε κάτι βλ. θέση, παίρνω κάποιον με το μέρος μου βλ. μέρος, παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο βλ. φόβος, παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω κεφάλι βλ. κεφάλι, παίρνω όρκο βλ. όρκος, παίρνω πάνω μου την αμαρτία βλ. αμαρτία, παίρνω παραμάζωμα βλ. παραμάζωμα, παίρνω πίσω βλ. πίσω, παίρνω σβάρνα βλ. σβάρνα, παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι βλ. πλάκα, παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) βλ. κυνήγι, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, παίρνω τα μέτρα (κάποιου) βλ. μέτρο, παίρνω τα μούτρα μου και ... βλ. μούτρο, παίρνω τα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω την παρθενιά βλ. παρθενιά, παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) βλ. δισάκι, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια βλ. κεφάλι, παίρνω το κολάι βλ. κολάι, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, παίρνω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τον αέρα κάποιου βλ. αέρας, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τους δρόμους βλ. δρόμος, παίρνω ύψος βλ. ύψος, παίρνω φόρα βλ. φόρα1, παίρνω χρήματα βλ. χρήμα, παίρνω χρώμα βλ. χρώμα, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίρνω/πιάνω τα όπλα βλ. όπλο, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα βλ. κρυάδα, πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! βλ. χρωστώ, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) βλ. μήνυμα, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, το παίρνω πατριωτικά βλ. πατριωτικός, το πήρε αλλιώς βλ. αλλιώς, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα, το πήρε άσχημα βλ. άσχημος, το πήρε βαριά βλ. βαρύς, το πήρε ελαφριά βλ. ελαφρύς, το πήρε καλά βλ. καλά, το πήρε κατάκαρδα βλ. κατάκαρδα, το πήρε προσωπικά βλ. προσωπικός, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, του πήρε την ταυτότητα βλ. ταυτότητα, τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος [< μεσν. παίρνω, γαλλ. prendre, αγγλ. take]

παιχνίδι

παιχνίδι παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) {παιχνιδ-ιού | -ιών} & (σπάν.-προφ.) παιγνίδι 1. αντικείμενο, κατασκευή που απευθύνεται κυρ. σε μικρά παιδιά, με σκοπό τη διασκέδασή τους: εκπαιδευτικά/ηχητικά/μηχανικά/μουσικά/ξύλινα ~ια. Επιτραπέζια ~ια (βλ. γκρινιάρης, μονόπολη, παζλ, σκραμπλ). Απαγόρευση/απόσυρση ~ιού (ως ακατάλληλου). ~ια με μπαταρίες. Φουσκωτά ~ια θαλάσσης. Βιομηχανία/διαφημίσεις/εργοστάσιο/κατάστημα ~ιών. Παίζει με τα ~ια του. Βλ. αεροπλαν-, αλογ-, αυτοκινητ-άκι, κούκλα, μπάλα.|| Τα ~ια της παιδικής χαράς (βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα)/του λούνα παρκ (βλ. καρουσέλ). 2. δραστηριότητα που συνήθ. βασίζεται σε κανόνες, με σκοπό την ψυχαγωγία ή/και την ανάδειξη νικητή, σε περιπτώσεις που απαιτούνται δύο ή περισσότεροι παίκτες: αθλητικό/διασκεδαστικό ~. ~ και μάθηση. Ατομικά/ομαδικά παιδικά (βλ. αμπάριζα, κορόιδο, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τυφλόμυγα)/επιστημονικά/κοινωνικά/πνευματικά (βλ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ, μπριτζ, σταυρόλεξο) ~ια. ~ λογικής (βλ. σουντόκου)/μνήμης (βλ. γιάντες)/στρατηγικής (βλ. ναυμαχία, ντάμα, σκάκι, τάβλι)/υπαίθρου/φαντασίας. ~ια κονσόλας. Τηλεοπτικό ~ γνώσεων (= τηλε~). Έχασα/κέρδισα στο ~.|| Αντιαθλητικό/τίμιο ~. Το στιλ του ~ιού. Πβ. παίξιμο. || Ερωτικό ~. 3. ΑΘΛ. αγώνας, ματς: δυνατό/εύκολο/συγκλονιστικό ~. Στημένα ~ια. Το ~ της Κυριακής. Οι καλύτερες φάσεις του ~ιού. Αποβλήθηκε/αποχώρησε τραυματισμένος από το ~. Πβ. αναμέτρηση. 4. (μτφ.) κάτι που θεωρείται εξαιρετικά εύκολο: Οι ασκήσεις τού φάνηκαν ~. 5. (μτφ.) πρόσωπο που το κάνει κάποιος ό,τι θέλει ή κάτι που δεν το παίρνει στα σοβαρά: Δεν είμαι ~ στα χέρια σου (πβ. άθυρμα, έρμαιο, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο).|| Τα βλέπει όλα σαν ~! 6. (μτφ.) κόλπο, τέχνασμα: βρόμικα/επικίνδυνα/κομματικά/πολιτικά/προεκλογικά/σκοτεινά/ύποπτα ~ια. ~ια συμφερόντων. Τα ~ια της διαδοχής/της εξουσίας/της τύχης (πβ. παιχνίδισμα). ~ νεύρων (πβ. πόλεμος νεύρων). Άρχισαν το ~ της προπαγάνδας. 7. (μτφ.) παιχνίδισμα: τα ~ια του φωτός. ● Υποκ.: παιχνιδάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 4. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά παιχνίδια & (προφ.) ηλεκτρονικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αυτά που παίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής· συνεκδ. κατάστημα ή χώρος με τα συγκεκριμένα παιχνίδια. Πβ. βιντεοπαιχνίδι. [< αγγλ. computer game, 1965, electronic game, περ. 1975] , θεατρικό/δραματικό παιχνίδι: θεατρική δραστηριότητα, συχνά στο πλαίσιο της σχολικής διαδικασίας, με παιδαγωγικούς σκοπούς: δάσκαλος/εργαστήριο ~ού ~ιού. Διδάσκει ~ ~. Βλ. ψυχόδραμα., παιχνίδι ρόλων στο οποίο οι παίκτες υποδύονται 1. ρόλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης κατάστασης ή σεναρίου, κυρ. για εκπαιδευτικούς, ψυχοθεραπευτικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους. 2. χαρακτήρες και εμπλέκονται σε φανταστικές περιπέτειες. [< αγγλ. 1: role play 2: role playing game, 1976] , σκληρό παιχνίδι 1. αθλητικός αγώνας που χαρακτηρίζεται από δυναμικό ή/και βίαιο παίξιμο. 2. (μτφ.) παρασκηνιακές, προκλητικές ή υπονομευτικές ενέργειες σε βάρος κάποιου: Σε ~ ~ εξελίσσεται η εκλογή του νέου προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Η μοίρα/τύχη τού έπαιξε ~ ~ (: του συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο)., τεχνικό παιχνίδι: που σε αυτό παίζει ρόλο κυρ. η διανοητική ικανότητα του παίκτη: Το μπιλιάρδο είναι ~ ~., τυχερά παιχνίδια & παιχνίδια τύχης: που το αποτέλεσμά τους εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από την τύχη: παιχνίδια της τράπουλας (= χαρτοπαίγνια) και άλλα ~ ~. Μηχανήματα ~ών ~ιών (= παιγνιομηχανήματα). Παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. τζόγος. Βλ. κίνο, λαχείο, λόττο, μπαρμπούτι, μπίνγκο, παπάς, προπό, πρότο, ρουλέτα, φρουτάκια. [< γαλλ. jeux de hasard] , αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανοιχτό παιχνίδι βλ. ανοιχτός, κλειστό παιχνίδι βλ. κλειστός, κονσόλα παιχνιδιών βλ. κονσόλα, παιχνίδι κέντρου βλ. κέντρο ● ΦΡ.: βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι & μπαίνω στο παιχνίδι: προσκαλώ κάποιον ή συμμετέχω ο ίδιος σε παιχνίδι και κατ' επέκτ. δραστηριότητα ή κόλπο: Εκπομπή που βάζει ~ και τους θεατές. Η ομάδα μπήκε δυνατά ~.|| Όταν μπαίνει ~ ο ανταγωνισμός, ξεχνάμε την αλληλεγγύη. Πβ. βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι στο κόλπο, μπαίνω στον χορό., βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι & βγαίνω/είμαι/μένω (έξω) από το παιχνίδι: αποκλείω κάποιον από παιχνίδι και κατ' επέκτ. από δραστηριότητα, κόλπο ή δεν συμμετέχω (πια) σε αυτό: Ο διαιτητής έβγαλε τον παίκτη από ~ ~ (: τον απέβαλε). Όποιος ακουμπήσει την μπάλα βγαίνει από ~ ~.|| (μτφ.) Άφησαν τις μικρές επιχειρήσεις έξω ~ ~. Βγήκε από ~ ~ των εκλογών. Δεν έχω ιδέα· είμαι/έχω μείνει έξω ~ ~., κάνω παιχνίδι (προφ.) 1. ΑΘΛ. εκδηλώνω οργανωμένη επίθεση: ~ει ~ από τα άκρα. Οι αντίπαλοι έπαιξαν πολύ καλά και δεν μας άφησαν να ~ουμε ~. 2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι και έχω τον έλεγχο σε κάποιον τομέα: Ο επιχειρηματικός κολοσσός που ~ει ~ στη Μέση Ανατολή. 3. (μτφ.) ερωτοτροπώ., μοιράζω το παιχνίδι: οργανώνω δραστηριότητα: (ΑΘΛ.) Παίρνει την πρώτη μπαλιά και ~ει ~.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση επιχειρεί να μοιράσει ~., παίζει διπλό παιχνίδι (μτφ.): συνεργάζεται παρασκηνιακά και με τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. Πβ. παίζει σε δύο/διπλό/πολλά ταμπλό., παίζει παιχνίδια (μτφ.-προφ.): μηχανορραφεί, προβαίνει σε δόλιες πράξεις: ~ουν ~ εις βάρος μας/σε βάρος των καταναλωτών. Δεν μπορείτε να ~ετε ~ στην πλάτη της χώρας. Παίζονται περίεργα ~ πίσω από την πλάτη του., παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον (προφ.): εξαπατώ, βλάπτω: Η κλήρωση/η μοίρα/η τύχη τού έπαιξε ~ ~., παίζω το παιχνίδι του (μτφ.-προφ.): με τη στάση μου εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου: Μην παίζεις ~ ~ τους! Αρνούμαι να/δεν θα παίξω ~ ~ τους. Δεν ~ ~ κανενός. ΣΥΝ. παίζω το χαρτί του ... (2), παιχνίδι με τις λέξεις 1. προσπάθεια υπεκφυγής ή αποπροσανατολισμού με εκμετάλλευση κυρ. της πολυσημίας των λέξεων. 2. χρήση ομόηχων, πολύσημων λέξεων, αναγραμματισμών για υφολογικούς, παιδαγωγικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς., το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι (μτφ.): μεθοδική και αγωνιώδης καταδίωξη μέχρι την τελική εξολόθρευση του πιο αδύναμου: ~ ~ ανάμεσα στην Αστυνομία και τους ληστές., χάνω το παιχνίδι (μτφ.-προφ.): χάνω τον έλεγχο, αποτυγχάνω: Μην αγχωθείς, γιατί το έχασες το ~. Το παιχνίδι έχει χαθεί., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει βλ. γυρίζω, έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, οι κανόνες του παιχνιδιού βλ. κανόνας, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω το παιχνίδι μου βλ. παίζω, παιχνίδι της μοίρας βλ. μοίρα, στο χαμηλό παιχνίδι βλ. χαμηλός, στο ψηλό παιχνίδι βλ. ψηλός, το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει βλ. χοντραίνω [< μεσν. παιγνίδι, γαλλ. jeu, αγγλ. game]

Πάσχα

Πάσχα Πά-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. η μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού, η οποία γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, η Κυριακή του Πάσχα· συνεκδ. το δεκαπενθήμερο από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά: ελληνικό/καθολικό/ορθόδοξο/παραδοσιακό ~. ~ στο χωριό. Το αρνί (βλ. οβελίας)/τα γλυκά (: κουλουράκια, τσουρέκι)/οι διακοπές/η εβδομάδα/τα έθιμα (π.χ. βάψιμο και τσούγκρισμα των αβγών)/η νηστεία (βλ. Μεγάλη Σαρακοστή) του ~. Η Δευτέρα/η Τρίτη/... του ~ (βλ. Διακαινήσιμος). (ευχετ.) Καλό ~! Πότε πέφτει (φέτος) το ~ (βλ. κινητή γιορτή); Πού θα κάνετε (= γιορτάσετε/περάσετε το) ~ (βλ. άγιες μέρες); Ξεκίνησε η έξοδος (των εκδρομέων) του ~. || Το Πάσχα του καλοκαιριού (: η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου). Βλ. Μεγάλο/Μέγα Σάββατο. ΣΥΝ. Λαμπρή, Πασχαλιά2 2. ΘΡΗΣΚ. μεγάλη εβραϊκή γιορτή σε ανάμνηση της Εξόδου των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας. Βλ. άζυμος. ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα (προφ.-ειρων.): σπάνια: Μας θυμάται ~ ~ (= αραιά και πού). [< μτγν. Πάσχα < αραμαϊκό pascha]

-πλός

-πλός, ή, ό & (σπάν.-λόγ.) -πλούς, ή, ούν: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από συγκεκριμένο αριθμό μερών, γίνεται ή επαναλαμβάνεται συγκεκριμένες φορές: δι~/τρι~/δεκα~/εκατοντα~. Βλ. -διπλος, -πλάσιος. ● επίρρ.: -πλά

πόλη

πόλη πό-λη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} & (λόγ.) πόλις 1. οικιστική μονάδα με μεγάλο πληθυσμό (δηλ. πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους στην Ελλάδα), η οποία περιλαμβάνει αστικό χώρο, κτίρια, δρόμους, δίκτυα επικοινωνίας και μεταφορών και στην οποία παρατηρείται συγκέντρωση δραστηριοτήτων: ανθρώπινη/αρχαία/βιομηχανική/βιώσιμη/γραφική/εμπορική/επαρχιακή/έρημη/ζωντανή/ιστορική/καθαρή/κοσμοπολίτικη/μεσαιωνική/παραθαλάσσια/πολυπολιτισμική (βλ. χοάνη)/πράσινη/πυκνοκατοικημένη (βλ. αστικοποίηση, αστυφιλία)/υδροκέφαλη (βλ. αποκέντρωση)/υπόγεια/φιλόξενη ~. Η ~ των Αθηνών/της Θεσσαλονίκης. ~ του μέλλοντος. ~-κόσμημα. Ολυμπιακή ~ (: που φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Το αεροδρόμιο/τα αξιοθέατα/ο δήμαρχος/οι επισκέπτες/ο πολιούχος/τα μνημεία/τα μουσεία/οι πλατείες/τα προάστια/οι συνοικίες μιας ~ης. Χάρτης της ~ης. Στην άκρη/στην καρδιά/στις παρυφές/στα περίχωρα της ~ης. Ίδρυση/καταστροφή μιας ~ης. Η μετακίνηση στην ~ (βλ. κυκλοφοριακό, συγκοινωνίες). Αδελφοποιημένες ~εις. ~εις και χωριά (βλ. επαρχία, περιφέρεια). Βλ. δήμος, κωμόπολη, μεγαλούπολη, μητρόπολη, πολίχνη, πρωτεύουσα.|| (περιοχή μέσα σε ~:) Άνω/Παλαιά/Πάνω Πόλη. ΣΥΝ. άστυ 2. (συνεκδ.) οι κάτοικοί της, το κέντρο της ή η ζωή σε αυτή: Η ~ γιορτάζει/ήταν ανάστατη/κοιμάται. Ξεσηκώθηκε όλη η ~.|| Κατεβαίνω στην ~ για δουλειές.|| Το άγχος/οι ανέσεις/ο θόρυβος/η κίνηση της ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: η αγία πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ιερουσαλήμ., η αιώνια πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ρώμη. [< γαλλ. la Ville éternelle ] , η πόλη του φωτός (κ. με κεφαλ. Π, Φ): το Παρίσι. [< γαλλ. la Ville lumière] , ιερή πόλη: που αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος. || Η ~ ~ του Μεσολογγίου., παγκόσμια πόλη: αυτή που θεωρείται σημαντικός κόμβος στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. [< αγγλ. global city, 1991] , πόλη-κράτος & (λόγ.) πόλις-κράτος: ΑΡΧ. μορφή πολιτικής οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα· ειδικότ. κρατική οντότητα αποτελούμενη από το αστικό κέντρο (άστυ) και την αγροτική περιοχή (χώρα) που βρισκόταν γύρω από αυτό., ψηφιακή πόλη & ηλεκτρονική πόλη: στην οποία κυριαρχεί η ψηφιακή τεχνολογία στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Βλ. τηλεματική., ανοχύρωτη πόλη βλ. ανοχύρωτος, η βασιλίδα των πόλεων βλ. βασιλίδα, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, το χρυσό κλειδί της πόλης βλ. κλειδί [< αρχ. πόλις, γερμ. Polis, αγγλ. polis]

πρόβλημα

πρόβλημα πρό-βλη-μα ουσ. (ουδ.) {προβλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. πολύπλοκη ή επικίνδυνη κατάσταση που απαιτεί λύση· δυσκολία, δυσλειτουργία που πρέπει να αντιμετωπιστεί: γλωσσικό/δημοσιονομικό/εθνικό/κοινωνικό/κυκλοφοριακό/οικολογικό/οικονομικό/ορμονικό/πολιτιστικό/πρακτικό/σωματικό/τεχνητό (βλ. ψευδο~)/τεχνικό/υπαρκτό ~. Πολιτικό ~ (πβ. πονοκέφαλος). ~ ασφάλειας/στάθμευσης/σύνδεσης με το διαδίκτυο/τραυματισμού/υγείας/ύδρευσης. Η καρδιά του ~ατος. Το ~ του αλκοολισμού/της ανεργίας/του ασφαλιστικού/της μόλυνσης του περιβάλλοντος/των ναρκωτικών/του πληθωρισμού/του ρατσισμού/της στέγασης (πβ. ζήτημα, θέμα). Αίτια/ανάλυση/αντιμετώπιση/διάγνωση/διευθέτηση/έκβαση/εξέλιξη/το κλειδί/πτυχές του ~ατος. Με απασχολεί/επισημαίνω/θέτω/θίγω/ξεπερνώ/συζητώ ένα ~. Δημιουργώ/προκαλώ ~ατα σε κάποιον. Αναδύθηκε/εμφανίστηκε/προέκυψε (ένα) ~. Αποκαταστάθηκε/οξύνθηκε/παρέμεινε/περιορίστηκε το ~. Έχει ~ επικοινωνίας/συνεννόησης (βλ. δυσχέρεια). (Δεν) έχω/υπάρχει (κανένα) ~ με κάποιον/κάτι. Έχω επαγγελματικά/οικογενειακά/προσωπικά/σεξουαλικά ~ατα. Δεν βλέπω/καταλαβαίνω πού βρίσκεται/είναι το ~. Το ~ είναι ότι/πως τα περιθώρια στενεύουν. Παρουσιάστηκαν ~ατα στη λειτουργία του υπολογιστή. Βλ. μικρο~. 2. ερώτημα (συνήθ. με δεδομένα και ζητούμενα) που επιδιώκεται να απαντηθεί επιστημονικά ή ειδικότ. με μαθηματική μέθοδο: ηθικό/θεολογικό/μαθηματικό (πβ. άσκηση)/οντολογικό/φιλολογικό/φιλοσοφικό ~. Το ~ του διπλασιασμού του κύβου/της σκοτεινής ύλης/του τετραγωνισμού του κύκλου. Το ~ της προέλευσης της ζωής. ~ατα άλγεβρας/αριθμητικής/γεωμετρίας/φυσικής/χημείας. Η επιγραφή δημιουργεί/θέτει ένα ιστορικό ~. Το μεταφυσικό ~ και η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου. Διατυπώνεται/εγείρεται/τίθεται ένα θεωρητικό ~. Μέθοδοι επίλυσης ~άτων. Το ~ επιδέχεται/έχει δύο/τρεις λύσεις. Ο καθηγητής έβαλε/έθεσε στους μαθητές ένα πολύ δύσκολο ~. ● Υποκ.: προβληματάκι (το): συνήθ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο πρόβλημα (συνήθ. ειρων.): χρόνιο, μόνιμο, άλυτο ή δυσεπίλυτο ζήτημα: το ~ ~ της λειψυδρίας/της μοναξιάς., ψυχολογικό πρόβλημα: έλλειψη ψυχικής ισορροπίας. Βλ. κατάθλιψη., δήλιο(ν) πρόβλημα βλ. δήλιος, δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα) βλ. δημογραφικός, διαχείριση προβλημάτων βλ. διαχείριση, μαθησιακές δυσκολίες βλ. μαθησιακός ● ΦΡ.: αποτελεί/είναι πρόβλημα: (συνήθ. για κατάσταση που) προκαλεί δυσκολίες: Το άγχος ~ ~, όταν δεν μπορεί να ελεγχθεί. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ~ ~ για την υγεία. Η συμπεριφορά του ~ ~., έχεις πρόβλημα; (προφ.): (ως έκφρ. ενόχλησης) υπάρχει κάτι που σε ενοχλεί;: -Μη μου φέρνεις εμένα αντιρρήσεις! -Γιατί, ~ ~; Κι εσύ τι πρόβλημα έχεις (= τι σε νοιάζει);, έχω πρόβλημα να ...: δυσκολεύομαι, δεν επιθυμώ: ~ ~ τον συναντήσω. Δεν ~ ~ αναλάβω τις ευθύνες μου., κανένα πρόβλημα! (προφ.): ως καθησυχαστική έκφραση σε καταστάσεις που εμφανίζουν δυσκολία ή δυσλειτουργία: Χάλασε; ~ ~! Θα το επισκευάσω αμέσως.|| -Να βρεθούμε καλύτερα το βράδυ; -~ ~ (= ασφαλώς, βεβαίως)! [< αγγλ. no problem] , λύνω το πρόβλημα της ζωής μου: δεν έχω πια οικονομική δυσχέρεια., με προβλήματα/πρόβλημα: για πρόσ. ή κατάσταση που έχει ή δημιουργεί δυσκολίες: Άτομα ~ ~ ακοής/κίνησης/ομιλίας/όρασης/στειρότητας. Εκπαίδευση παιδιών ~ ~ συμπεριφοράς. Έφηβοι ~ ~ ψυχικής υγείας. ~ ~ατα ξεκίνησε η νέα σχολική χρονιά., πρόβλημά μου! (προφ.): (ως έκφρ. ενόχλησης) μην ανακατεύεσαι: -Πώς θα τα καταφέρεις; -~ ~., πρόβλημά σου/του! (προφ.): το ζήτημα αυτό δεν με αφορά: -Δεν ανέχομαι τη συμπεριφορά σου. -~ σου!, χωρίς προβλήματα/πρόβλημα: ομαλά, εύκολα: ~ ~ ολοκληρώθηκε η προετοιμασία της ομάδας. Δουλεύει ~ ~., είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα βλ. ζήτημα [< 1: γαλλ. problème, αγγλ. problem 2: αρχ. πρόβλημα]

πυρ

πυρ [πῦρ] ουσ. (ουδ.) {πυρ-ός | -ά, -ών} (λόγ.): φωτιά: ασφαλιστήριο/ασφάλιστρα/συμβόλαιο ~ός.|| Ο οικισμός παραδόθηκε στο ~ (= κάηκε).|| (ΓΕΩΓΡ.) Η Γη του Πυρός. (ΘΕΟΛ.) Το ~ της κολάσεως. (ΦΙΛΟΣ., κατά τον Ηράκλειτο) Το ~ ως ύψιστη αρχή των πάντων. (ΑΡΧ.) Στον βωμό έκαιγε το ιερό ~.πυρά (τα) 1. βολές, πυροβολισμοί: αντιαεροπορικά ~. ~ όλμων/πολυβόλων. Ανταλλαγή/ρίψη/χρήση ~ών. Ασκήσεις με εικονικά/πραγματικά ~. Δέχτηκαν εχθρικά/ομαδικά/πυκνά ~. Έριξαν προειδοποιητικά ~. Σκοτώθηκε από τα ~ ληστή. 2. (μτφ.) κατηγορίες, λεκτική επίθεση: προεκλογικά/συντονισμένα ~. ~ συνδικαλιστών κατά του νομοσχεδίου. Έστρεψε τα ~ του εναντίον των αντιπάλων του. Ανταπέδωσε τα/απάντησε στα ~ (που δέχτηκε). Πβ. μύδροι. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο πυρ: ΘΕΟΛ. η Κόλαση ή η αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών., άσβεστο πυρ: ΑΡΧ. φωτιά που διατηρείται συνεχώς αναμμένη για θρησκευτικούς λόγους: η ιερή εστία με το ~ ~., γραμμή (του) πυρός: πρώτη γραμμή: Πολέμησε/στάλθηκε στη ~ ~.|| (μτφ.) Ανήκει στη ~ ~ της ομάδας (= στην επίθεση). Βρίσκεται στη ~ ~ της εταιρείας. ΣΥΝ. γραμμή του μετώπου, δύναμη πυρός 1. ΣΤΡΑΤ. συνολική ικανότητα εκτόξευσης πυρών εναντίον του εχθρού. 2. (μτφ.) ισχυρό όπλο, ατού: η ~ ~ για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Πβ. βαρύ πυροβολικό., ζώνη του πυρός & ζώνη πυρός: (κυριολ. κ. μτφ.) πεδίο βολής ή γενικότ. πεδίο μάχης: Βρέθηκε στη ~ ~. [< αγγλ. fire-zone, 1916, πβ. free-fire zone, 1965] , υγρό πυρ & (σπάν.) ελληνικό πυρ: ΙΣΤ. εύφλεκτο μείγμα μυστικής σύνθεσης (πιθανόν συνδυασμός κυρ. θείου, νίτρου, νάφθας και ρητίνης) που αναφλεγόταν αυτόματα μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό και χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ως ναυτικό όπλο., άσφαιρα (πυρά) βλ. άσφαιρος, ασφάλεια πυρός βλ. ασφάλεια, διασταυρούμενα πυρά βλ. διασταυρούμενος, καταιγιστικά πυρά βλ. καταιγιστικός, κατάπαυση (του) πυρός βλ. κατάπαυση, πυρ/πυρά ομαδόν βλ. ομαδόν, φίλια πυρά βλ. φίλιος ● ΦΡ.: ανοίγω πυρ & αρχίζω πυρ: αρχίζω να πυροβολώ εναντίον κάποιου: Άνοιξαν ~ κατά των εχθρών.|| (μτφ.) Άνοιξε ~ εναντίον των συκοφαντών (= εξαπέλυσε μομφές). [< γαλλ. ouvrir le feu] , διά πυρός και σιδήρου (λόγ.) 1. (μτφ.) μέσα από πολλές δοκιμασίες, βάσανα, ταλαιπωρίες: Περάσαμε ~ ~, ώσπου να τα καταφέρουμε. 2. με φωτιές και σφαγές· (κυρ. κατ' επέκτ.) με την άσκηση πίεσης ή βίας, με εξαναγκασμό: Επέβαλε τη βούλησή του ~ ~. [< γερμ. mit Feuer und Schwert] , εν μέσω (δύο) πυρών (λόγ.) & μεταξύ (δύο) πυρών & ανάμεσα σε δύο πυρά: για κάποιον/κάτι που δέχεται ταυτόχρονα επίθεση ή μτφ. έντονες αντιδράσεις από δύο αντίπαλες πλευρές: Βρίσκονται ~ ~. [< γαλλ. entre deux feux ] , παύσατε πυρ! 1. ΣΤΡΑΤ. παράγγελμα να σταματήσουν οι βολές. 2. (μτφ.) προτροπή για διακοπή διένεξης ή διαμάχης. Βλ. ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση (του) πυρός. [< γαλλ. c essez le feu ] , πυρ και μανία (μτφ.): για να δηλωθεί έντονος θυμός, μεγάλη οργή: Είναι ~ ~ (= έξαλλος, έξω φρενών) κατά της διαιτησίας/με την επιπολαιότητά τους/με τους υπαλλήλους του. Έγινε (= εξοργίστηκε)/τον έκαναν ~ ~ (= τον εξόργισαν). Πβ. μπουρλότο., πυρ κατά βούληση & (λόγ.) κατά βούλησιν 1. ελευθερία στη ρίψη βολών. 2. (μτφ.) ανεμπόδιστη εκτόξευση κατηγοριών: ~ ~ εναντίον ... [< γαλλ. feu à volonté] , πυρ!: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για την έναρξη πυροβολισμών. [< γαλλ. feu!] , στο πυρ το εξώτερο(ν) & (σπάν.-λόγ.) εις το πυρ το εξώτερον 1. (μτφ.) ως αναθεματισμός, αποκήρυξη, καταδίκη, κατάκριση: Τον έριξαν/έστειλαν ~ ~. 2. ΘΕΟΛ. & εις το πυρ το αιώνιον: στην Κόλαση., (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω βλ. γαία, διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πυρ, γυνή και θάλασσα βλ. γυνή, σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών βλ. ανταλλαγή, στη/εις την γέεννα του πυρός/της φωτιάς βλ. γέεννα [< αρχ. πῦρ, γαλλ. feu, αγγλ. fire]

ράβω

ράβω ρά-βω ρ. (αμτβ. κ. μτβ) {έρα-ψα, ρά-ψω, ράβ-εται, ρά-φτηκε, προστ. ρά-ψε, ρα-μμένος, ράβ-οντας} 1. ενώνω με βελόνα και κλωστή ιδ. κομμάτια ενδύματος ή υφάσματος: ~ τα κουμπιά/το παντελόνι/την τσέπη (πβ. επιδιορθώνω). ~ διακριτικά πάνω σε ρούχο. ~ (κάτι) γερά/προσωρινά/πρόχειρα/σφιχτά. ~ με μηχανή (βλ. ραπτομηχανή)/στο χέρι. Τρύπησε η μπλούζα σου και πρέπει να την ~ψεις. Πβ. μαντάρω, στριφώνω.|| ~ φύλλα καπνού. ΑΝΤ. ξηλώνω (1) 2. αναθέτω σε επαγγελματία να μου φτιάξει ρούχο ή σπανιότ. σχεδιάζω και δημιουργώ ρούχο κατά παραγγελία: ~ νυφικό/σακάκι/ταγιέρ (σε μοδίστρα ή ράφτη). ~εται σε οίκο μόδας.|| Μόδιστρος που ~ει τους διάσημους. ΣΥΝ. ντύνω (2) 3. (προφ.) κάνω ράμματα: Ο γιατρός του ~ψε την πληγή/το τραύμα (βλ. κλείνω). Με ~ψανε με/χωρίς αναισθητικό. ● ΦΡ.: κόβει και ράβει (μτφ.-προφ.): κάνει ό,τι θέλει ή σπανιότ. φλυαρεί ακατάσχετα: ~ ~ χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Πβ. λύνει και δένει.|| Η γλώσσα σου/το στόμα σου ~ ~., ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει (παροιμ.): για περιττή ή ανώφελη επανάληψη εργασίας ή διαδικασίας., κομμένος και ραμμένος βλ. κομμένος, ράβει/προβάρει το κουστούμι βλ. κουστούμι, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα [< μεσν. ράβω < αρχ. ῥάπτω]

σκοτάδι

σκοτάδι σκο-τά-δι ουσ. (ουδ.) 1. απουσία φωτός που εμποδίζει την όραση, καθιστώντας αθέατα ή δυσδιάκριτα, πρόσωπα και πράγματα: αδιαπέραστο/απέραντο/βαθύ/πηχτό/πυκνό ~. Απλώθηκε/έπεσε ~. Η πόλη βυθιζόταν στο ~. Δεν φοβάται το ~. (επιτατ.) Πίσσα ~. Έξω ήταν ακόμη ~ (= νύχτα, σκοτεινιά). Πβ. σκότος. Βλ. τρισκόταδο. 2. (μτφ.) άγνοια, αμάθεια ή αβεβαιότητα· κατ' επέκτ. ζοφερή κατάσταση ή αρνητική διάθεση: πνευματικό (πβ. σκοτασμός)/πολιτικό ~. Το ~ της πλάνης/των προκαταλήψεων. Βρίσκονται/είναι/ζουν/(παρα)μένουν στο ~. Μη μας κρατάτε στο ~. Το παρελθόν της καλύπτεται από ~ (πβ. ασάφεια, μυστήριο).|| Αχτίδα φωτός στο ~ της απαισιοδοξίας. Διέλυσε το ~ του φόβου. ΣΥΝ. μαυρίλα. Πβ. έρεβος, ζόφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι & (λόγ.) αιώνιο σκότος (μτφ.-λογοτ.): θάνατος: Τους βρήκε το ~ ~. Βλ. αιώνιος ύπνος., μαύρα σκοτάδια 1. (επιτατ.) απόλυτο σκοτάδι: Βρήκε την έξοδο μέσα στα ~ ~. 2. (μτφ.) πλήρης άγνοια ή απελιπισία: Έχει ~ ~ από ... (= μαύρα μεσάνυχτα). Τους κρατούν σε ~ ~. ● ΦΡ.: βγάζω από τα σκοτάδια (μτφ.): διαφωτίζω: Η γνώση είναι το φως που ~ει ~ της αμάθειας., τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι & (σπάν.) χώμα (μτφ.) 1. πέθανε ή δολοφονήθηκε. 2. (για κάποιον ή κάτι) χάθηκε, εξαφανίστηκε ή καταστράφηκε: ~ ~ και η ανυποληψία (: έπεσε στην αφάνεια). Την υπόθεση την ~ ~ (: δεν βγήκε ποτέ στο φως). ΣΥΝ. τον/το τρώει η μαρμάγκα, αφήνω στο σκοτάδι βλ. αφήνω [< μτγν. σκοτάδι(ν) < αρχ. σκότος]

σος

σος ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σως: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα που σερβίρεται κυρ. με φαγητά: γλυκόξινη ~. ~ βινεγκρέτ/γιαουρτιού/κρασιού/λεμονιού/μαγιονέζας/ροκφόρ. Πβ. ντρέσινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ σοκολάτας/φράουλας. Βλ. γαρνίρισμα, επικάλυψη, σιρόπι. ● ΣΥΜΠΛ.: σος/σάλτσα ταρτάρ βλ. ταρτάρ [< γαλλ. sauce]

σπίτι

σπίτι σπί-τι ουσ. (ουδ.) {σπιτ-ιού} 1. στεγασμένος και συνήθ. επιπλωμένος χώρος, κτίσμα, μονοκατοικία, διαμέρισμα σε πολυκατοικία, όπου ζουν ένα ή περισσότερα άτομα, κυρ. τα μέλη οικογένειας· συνεκδ. η ίδια η οικογένεια: αγροτικό/ακατοίκητο/βιοκλιματικό/διατηρητέο/διώροφο/εξοχικό/έξυπνο/ιδιόκτητο/καλαίσθητο/λαϊκό/λειτουργικό/λυόμενο/νεοκλασικό/νησιωτικό/παραδοσιακό/πατρικό/πολυτελές/προκατασκευασμένο/σύγχρονο ~. ~ με αυλή/κήπο/πισίνα. ~ στην εξοχή/πόλη. Αγοράζω/αποκτώ/χτίζω το δικό μου ~. Βάφω/καθαρίζω το ~. Επιστρέφω/μένω (στο) ~. Άλλαξε (= μετακόμισε)/έπιασε/νοίκιασε ~. Δεν έχει ~ (: είναι άστεγος). Ψάχνω για ~. Εργασία από το/στο ~. Η βία στο ~ (: ενδοοικογενειακή). Το στρώσιμο του ~ιού με χαλιά. Τρώω εκτός ~ιού. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, ~-δουλειά, δουλειά-~. Πβ. κατοικία, οίκος. Βλ. ξυλό-, παρά-, πυργό-, φτωχό-, χαμό-σπιτο.|| Έχουν προβλήματα με το ~ τους. Διέλυσε το/έφυγε από το ~ του. Τον έδιωξε από το ~ (: χώρισαν). Τα βάρη του ~ιού. Πβ. σπιτικό. 2. το νοικοκυριό (ως εξοπλισμός, έπιπλα, εργασίες που το αφορούν, δαπάνες): τα πάγια έξοδα του ~ιού. Είδη/συσκευές για το ~. Κάνω/μαζεύω το ~ (= συγυρίζω). Κρατάει το ~ της/του υποδειγματικά. Έκανα άνω-κάτω το ~ (ψάχνοντας κάτι). 3. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) χώρος που χρησιμοποιείται για έναν ειδικό σκοπό: το ~ του Ηθοποιού (: κοινωφελές ίδρυμα, με σκοπό κατ' αρχήν τη φιλοξενία ηθοποιών που χρειάζονται βοήθεια). Το ~ της Άρσης Βαρών (: κλειστό γυμναστήριο). Βλ. Οίκος Ναύτου. 4. (ευφημ.) οίκος ανοχής: κακόφημο ~. ~ με κόκκινο φωτάκι. Πβ. πορνείο. ● Υποκ.: σπιτάκι (το): ~ κήπου/σκύλου. ● Μεγεθ.: σπιταρόνα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δουλειές του σπιτιού: οικιακές εργασίες, όπως σκούπισμα, σφουγγάρισμα, πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, σιδέρωμα, μαγείρεμα: Ασχολούμαι με/βοηθώ στις/κάνω τις ~ ~. Οι καθημερινές ~ ~. ● ΦΡ.: από (καλό) σπίτι: από καλή οικογένεια: κορίτσι/παιδί ~ ~, με αρχές. Πβ. από σόι/τζάκι., από σπίτι σε σπίτι: από τη μια κατοικία ή οικογένεια στην άλλη: Γυρνάνε/πηγαίνουν ~ ~. ΣΥΝ. πόρτα πόρτα/από πόρτα σε πόρτα, για σπίτι (προφ.): (για πρόσ.) κατάλληλος για δημιουργία οικογένειας: άντρας/γυναίκα/κοπέλα/κορίτσι ~ ~., πήγε σπίτι του (προφ.): εκδιώχθηκε., σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) (προφ.): πάρα πολύ άνετα: Φιλοξενούμενοι που νιώθουν ~ ~ τους. Βολέψου, ~ ~ σου!, σπίτι μου, σπιτάκι μου (και φτωχοκαλυβάκι/σπιτοκαλυβάκι μου): για να εκφραστούν έντονα συναισθήματα ζεστασιάς, αγάπης για το σπίτι και την οικογένεια. , αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, ανοίγω σπίτι βλ. ανοίγω, εργασία για το σπίτι βλ. εργασία, η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού βλ. κολόνα, κακό χωριό τα λίγα σπίτια βλ. χωριό, μου/μας έχει κλείσει το σπίτι βλ. κλείνω, ξεστρώνω (το σπίτι) βλ. ξεστρώνω, σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης, στέλνω κάποιον σπίτι του βλ. στέλνω, στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί βλ. κρεμασμένος, συμβαίνουν αυτά βλ. συμβαίνει [< μεσν. σπίτι(ν) < μτγν. ὁσπίτιον ‘πτωχοκομείο, σπίτι’ < λατ. hospitium]

ταμπλό

ταμπλό τα-μπλό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πίνακας για την ανάρτηση ανακοινώσεων ή την προβολή ειδικών πληροφοριών: Η βαθμολογία/το πρόγραμμα υπάρχει στο ~.|| Διαφημιστικό ~ (βλ. μπάνερ, πινακίδα). Hλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| Tα ~ των διαδηλωτών. Πβ. πλακάτ.|| (ΑΘΛ.) Το κυρίως/τελικό ~ των αγώνων τένις (πβ. τιράζ).|| (μτφ.) Εκτός ~ οι μετοχές ... (: για προσωρινή παύση της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ). 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανοκίνητο συνήθ. όχημα) πλαίσιο στο οποίο ενσωματώνονται μετρητές και όργανα: ~ ενδείξεων. Το ~ του αυτοκινήτου/της μοτοσικλέτας. Τα λαμπάκια στο ~ αναβόσβηναν ασταμάτητα. Πβ. κονσόλα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) ορθογώνια επιφάνεια στην οποία στηρίζεται το καλάθι της μπασκέτας: Η μπάλα χτύπησε στο ~. Τρίποντο με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ταμπλό-βιβάν: αναπαράσταση σκηνής, συνήθ. από την ιστορία ή έναν πίνακα, από μια ομάδα ατόμων ακινητοποιημένων σε διάφορες στάσεις. Βλ. παντομίμα. [< γαλλ. tableau vivant] ● ΦΡ.: παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. κινείται μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, συνήθ. παρασκηνιακά, ενδιαφέρεται να είναι κοντά και στη μία και στην άλλη πλευρά, ώστε να επωφεληθεί όποια και αν επικρατήσει: Σε πόσα ~ το παίζει; Πβ. παίζει διπλό παιχνίδι. 2. έχει περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους παράλληλα, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. [< γαλλ. jouer sur les deux tableaux/sur plusieurs tableaux] [< γαλλ. tableau]

ταξίδι

ταξίδι τα-ξί-δι ουσ. (ουδ.) {ταξιδ-ιού (λόγ.) -ίου}: μετάβαση σε μακρινό συνήθ. τόπο με χρήση μέσου μεταφοράς και παραμονή εκεί για ορισμένο διάστημα: αεροπορικό/θαλάσσιο/οδικό/σιδηροδρομικό ~. Γαμήλιο/εκπαιδευτικό/επαγγελματικό/ομαδικό (: με γκρουπ)/οργανωμένο/υπηρεσιακό ~. Άνετο/αξέχαστο/κοντινό/κουραστικό/μακρύ/ονειρεμένο ~. ~ αναψυχής (πβ. τριπ)/γνωριμίας (με έναν τόπο)/μελέτης. ~ στο εξωτερικό/στα νησιά (βλ. τουρισμός). ~ με αυτοκίνητο/μετ' επιστροφής. ~-αστραπή (= σύντομο). Το ~ του γυρισμού. Διάρκεια/πρόγραμμα ~ιού. Έξοδα ~ιού και διαμονής. Είδη/σετ/τσάντα ~ίου. Ετοιμασίες για το ~. Γραφείο/πρακτορείο ~ίων. Αναμνηστικά από ~ια (βλ. σουβενίρ). Έφυγε για ~. Έχει πάει/λείπει σε ~. Επέστρεψε από ~. Κάνει πολλά ~ια (= ταξιδεύει πολύ).|| (ευχετ.) Καλό ~!|| ~ στο Διάστημα (πβ. αποστολή).|| Το παρθενικό ~ του πλοίου.|| (μτφ.) Εικονικό/μουσικό/φανταστικό ~. ~ στις γεύσεις/στο όνειρο/στο παρελθόν/στον χρόνο (βλ. βουτιά). ~ια του μυαλού. Το ~ του Ήλιου. Πβ. περιπλάνηση. ● Υποκ.: ταξιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι (μτφ.-λογοτ.): ο θάνατος: Έφυγε/ξεκίνησε για ~ ~ (πβ. η γειτονιά των αγγέλων)., ταξίδια κινήτρων βλ. κίνητρο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, το ταξίδι του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.): επιλογή που οδηγεί σε αδιέξοδο, προσπάθεια με μικρές πιθανότητες επιτυχίας· ειδικότ. ο θάνατος: Τα ναρκωτικά είναι ένα (εφιαλτικό) ~ ~., ταξίδι ψυχής βλ. ψυχή [< μεσν. ταξίδι < μτγν. ταξείδιον ‘εκστρατεία στο εξωτερικό’, ταξίδιον ‘ταξίδι στο εξωτερικό’]

ταυ

ταυ [ταῦ] ουσ. (ουδ.) {άκλ.} [πρόφ. taf] 1. το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Τ). ~ μικρό (τ). Πβ. τ. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε έχει μορφή Τ: βύσμα/διακλαδωτής/εργαλείο/σωλήνωση τύπου ~.|| (όργανο σχεδίασης παράλληλων και κάθετων γραμμών σε σχήμα Τ) Ξύλινο/πλαστικό ~. Πβ. παραλληλογράφος. Βλ. τρίγωνο.|| (ΦΥΣ.) Σωματίδιο ~. Βλ. λεπτ-, μι-όνιο, νετρίνο. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλό ταυ: ΟΙΚΟΔ. είδος μεταλλικών ή ξύλινων δοκαριών διατομής Τ: δοκοί/σύνδεσμοι ~ού ~. [< αρχ. ταῦ, γαλλ.-αγγλ. tau]

τελεία

τελεία τε-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης (.) που συνήθ. δηλώνει το τέλος περιόδου λόγου ή αποτελεί σύμβολο σε ειδικές γλώσσες· γενικότ. κουκκίδα: (ΓΡΑΜΜ.) χρήση της ~ας στα ακρωνύμια/στις συντομογραφίες. ΣΥΝ. στιγμή. Βλ. αποσιωπητικά, εισαγωγικά, ερωτηματικό, θαυμαστικό, κόμμα, παρένθεση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ., σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις:) ... ~ com. Πβ. ντοτ κομ.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικές ~ες (: μικροσκοπικοί σβόλοι ημιαγωγών).|| (μτφ.) Το νησί μου, μια ~ στον χάρτη. 2. ΜΟΥΣ. σύμβολο της βυζαντινής παρασημαντικής, που χρησιμοποιείται στην απαγγελία του Ευαγγελίου και του Αποστόλου και γράφεται με κόκκινο μελάνι. ● Υποκ.: τελίτσα (η) 1. στη σημ. 1. 2. {στον πληθ.} είδος παιχνιδιού σε έντυπο (όπως περιοδικό με σταυρόλεξα) με αριθμημένες τελείες που ενώνονται για να σχηματίσουν μια εικόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία & διπλή τελεία & άνω και κάτω στιγμή: ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (:) που δηλώνει είτε ότι ακολουθεί αυτούσιο απόσπασμα άλλου κειμένου είτε ότι τα επόμενα επεξηγούν τα προηγούμενα., άνω τελεία: σημείο στίξης (·) που δηλώνει παύση μεγαλύτερης διάρκειας από το κόμμα και μικρότερης από την τελεία. Βλ. ημιπερίοδος1., τρεις τελείες: αποσιωπητικά (...). ● ΦΡ.: βάζω μια (άνω) τελεία (μτφ.-προφ.): διακόπτω προσωρινά: Έχουν βάλει ~ ~ στην υπόθεση., βάζω τελεία (μτφ.-προφ.): δίνω οριστικό τέλος σε ένα θέμα: Βάλε ~ και προχώρα παρακάτω., μέχρι τελείας: πιστά, επακριβώς: εφαρμογή της νομοθεσίας ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι κεραίας, τελεία και παύλα (μτφ.-εμφατ.-προφ.): για δήλωση οριστικού τέλους, οριστικής απόφασης χωρίς περιθώρια υπαναχώρησης: Δεν θα πας πουθενά, ~ ~! ΣΥΝ. τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε, τελίτσες τελίτσες (προφ.): αποσιωπητικά· λέγεται ή γράφεται για να μην αναφερθεί κάτι απρεπές. [< μτγν. τελεία (στιγμή), γαλλ. point, αγγλ. dot]

τεχνικός

τεχνικός, ή, ό τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τα μηχανικά ή μηχανολογικά μέρη ενός συστήματος, τον σχεδιασμό, την κατασκευή ή την τεχνολογία και τους συναφείς κλάδους: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: βλάβη/εξυπηρέτηση/κάλυψη/περιγραφή. Για ~ούς λόγους.|| ~ός: κανονισμός. ~ή: ασφάλεια/επιτροπή/στήριξη (προγράμματος). ~ό: εγχειρίδιο/λάθος/πλαίσιο (αναφοράς)/πρότυπο. ~ές: απαιτήσεις/εργασίες/λεπτομέρειες/οδηγίες/πληροφορίες/προδιαγραφές/συμβουλές. ~ά: ζητήματα/θέματα/μέσα/χαρακτηριστικά. ~ό προφίλ αυτοκινήτου. Ειδικό ~ό προσωπικό (βλ. εργατο~). Βλ. πυρο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: Σώμα (: υπεύθυνο για τη συντήρηση του ~ού υλικού).|| Προβλήματα ~ής (= λειτουργικής) φύσης. Υπάρχουν κάποιες ~ές (= πρακτικές) δυσκολίες.|| (για κατασκευαστικά έργα και τη συντήρησή τους) ~ή: νομοθεσία/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/τμήμα. Εταιρεία ~ών μελετών. Τομέας ~ών (= δομικών) έργων.|| ~ή: υποδομή (βλ. υλικο~). ~ά: επιτεύγματα. Η προσφορά του ~ού πολιτισμού στον άνθρωπο. ~ή πρόοδος και επιστήμη. Πβ. τεχνολογικός. Βλ. ψυχο~.|| ~ή: κατάρτιση/ορολογία/παιδεία/σχολή. ~ό: μουσείο/πανεπιστήμιο. ~ές: ειδικότητες/επιστήμες. ~ά: επαγγέλματα. Λεξικό ~ών όρων. 2. που γίνεται με δεξιοτεχνία, επιδέξιος: ~ός: ελιγμός/χειρισμός (= έντεχνος· ΑΝΤ. αδέξιος). ~ή: ικανότητα (= αριστοτεχνική).|| (ΑΘΛ.) ~ή: εκτέλεση πέναλτι/κατάβαση (πβ. σλάλομ). ~ό: χτύπημα της μπάλας. 3. ΑΘΛ. που έχει σχέση με την προπόνηση ή τον προπονητή ομάδας: ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. ~ό: επιτελείο (πβ. σταφ). || (στο ποδόσφαιρο) ~ή: περιοχή (: οριοθετημένη περιοχή στην οποία κάθονται η ~ή ομάδα και οι αναπληρωματικοί· πβ. πάγκος). ● Ουσ.: τεχνικός (ο/η): τεχνολογικά ή τεχνικά εξειδικευμένος επαγγελματίας· τεχνίτης: ~ αερομεταφορών/ασφαλείας/εφαρμογών πληροφορικής/υπολογιστών (πβ. ειδικός). Άδεια εξουσιοδοτημένου ~ού.|| ~ της ΔΕΗ/του ΟΤΕ. Βλ. μάστορας. [< γαλλ. technicien, αγγλ. technician] ● επίρρ.: τεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: από τεχνικής άποψης: ~ εφικτό εγχείρημα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική εκπαίδευση: που προετοιμάζει τους σπουδαστές για επαγγέλματα τα οποία σχετίζονται με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και την τεχνολογία., τεχνική ποινή: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) τιμωρία για ανάρμοστη συμπεριφορά παίκτη ή προπονητή: Του επιβλήθηκε/πήρε/τιμωρήθηκε με/χρεώθηκε με ~ ~ για διαμαρτυρία. Δέχτηκε δεύτερη ~ ~ και αποβλήθηκε. Ο διαιτητής έδωσε ~ ~ στον πάγκο. Βλ. ντισκαλιφιέ, φάουλ., τεχνική υποστήριξη/βοήθεια 1. ΠΛΗΡΟΦ. παροχή υπηρεσιών εγκατάστασης και επίλυσης τεχνικών προβλημάτων λογισμικού ή υλισμικού από εταιρεία πληροφοριακών συστημάτων: άμεση/τηλεφωνική ~ ~ όλο το εικοσιτετράωρο. ~ ~ δικτύων. ~ ~ στο σπίτι/στον χώρο σας. Γραμμή ~ής υποστήριξης. 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συντονισμένες ενέργειες που στοχεύουν στην ανάπτυξη κυρ. κρατών με την παροχή τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και υποδομής: ~ ~ από το ΔΝΤ. Βλ. μεταφορά τεχνολογίας. 3. (γενικότ.) υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής σε οχήματα ή συσκευές, μηχανήματα από εξειδικευμένους τεχνικούς: δίκτυο/μονάδες ~ής υποστήριξης της αντιπροσωπείας. Βλ. οδική βοήθεια, σέρβις.|| Οικιακή ~ βοήθεια. [< αγγλ. technical support (1989)/assistance] , ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός, τεχνική ανεργία βλ. ανεργία, τεχνική γεωλογία βλ. γεωλογία, τεχνική ηγεσία βλ. ηγεσία, τεχνική κατάδυση βλ. κατάδυση, τεχνικό δελτίο (έργου) βλ. δελτίο, τεχνικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. τεχνικός, γαλλ. technique, αγγλ. technical, γερμ. technisch]

τρι- & τρί- & τρισ-

τρι- & τρί- & τρισ- πρόθημα κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από τρία μέρη ή είναι τρεις φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: τρι-ήμερος. Τρί-τομος. Τρισ-διάστατος. Βλ. δι-.|| Tρι-πλάσιος.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) τρί-κλινο (ενν. δωμάτιο, βλ. μονο-).|| Τρί-γωνο (βλ. εξά-, τετρα-). Τρι-οξείδιο. 2. {μόνο στο τρισ-} (επιτατ.): χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μία ιδιότητα: τρισ-ευτυχισμένος/~χαριτωμένος.|| Τρισ-άθλιος.

τρίγωνο

τρίγωνο τρί-γω-νο ουσ. (ουδ.) {τριγών-ου} 1. ΓΕΩΜ. γεωμετρικό σχήμα με τρεις πλευρές, τρεις κορυφές και τρεις γωνίες: ισόπλευρο/ισοσκελές ~. Τυχαίο ~ (= σκαληνό). Bάση/διάμεσος/εμβαδόν/ύψος ~ου.|| Σφαιρικό ~ (: που σχηματίζεται από τρία τόξα στην επιφάνεια σφαίρας). 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει τριγωνικό σχήμα: Κόψτε κάθε τετράγωνο κομμάτι σε δύο ~α. Διπλώνετε τις κρέπες σε ~α.|| (ΓΕΩΜ., γνώμονας) Σχεδιάστε με το ~ δύο γωνίες.|| (ΙΑΤΡ.) Μηριαίο ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Βόρειο/νότιο ~ (: μικροί αστερισμοί στο αντίστοιχο ημισφαίριο). ~ θέσεως (: στην ουράνια σφαίρα).|| Το εμπορικό/ιστορικό ~ της Αθήνας. 3. ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό με φύλλο κρούστας και γέμιση κρέμας σε τριγωνικό σχήμα: ~α Πανοράματος (Θεσσαλονίκης). 4. ΜΟΥΣ. απλό μεταλλικό μουσικό όργανο που έχει σχήμα τριγώνου, κρούεται στην εσωτερική του πλευρά με μικρή μεταλλική βέργα και χρησιμοποιείται συνήθ. στα κάλαντα. 5. ξυλουργικό εργαλείο για τη μέτρηση δίεδρων γωνιών. ΣΥΝ. γωνία (3) ● Υποκ.: τριγωνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτικό τρίγωνο & αιώνιο/κλασικό τρίγωνο & τρίγωνο: κατάσταση κατά την οποία ένας από τους δύο συζύγους ή γενικότ. συντρόφους συνδέεται ερωτικά και με τρίτο πρόσωπο. Πβ. ιψενικό τρίγωνο, τρίο. [< αγγλ. (eternal) triangle, 1907] , προειδοποιητικό τρίγωνο & (προφ.) τρίγωνο: φωτεινό σήμα που τοποθετείται στο οδόστρωμα πίσω από όχημα το οποίο έχει σταματήσει λόγω βλάβης: Αντανακλαστικό Τρίγωνο Αυτοκινήτου. [< αγγλ. warning triangle, 1971] , αμβλυγώνιο τρίγωνο βλ. αμβλυγώνιος, ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο βλ. ανακουφιστικός, ιψενικό τρίγωνο βλ. ιψενικός, οξυγώνιο τρίγωνο βλ. οξυγώνιος, ορθογώνιο τρίγωνο βλ. ορθογώνιος, σκαληνό τρίγωνο βλ. σκαληνός [< 1, 2: αρχ. τρίγωνον, γαλλ.-αγγλ. triangle]

τρίδιπλος

τρίδιπλος, η, ο τρί-δι-πλος επίθ. 1. που είναι διπλωμένος στα τρία: ~ο: σεντόνι. 2. τριπλάσιος. 3. υπερβολικά ογκώδης: Με τόσο που τρώει έχει γίνει ~! ● ΦΡ.: διπλά και τρίδιπλα: διπλάσια και ακόμη παραπάνω: Αξίζει ~ ~ συγχαρητήρια.|| (ως επίρρ.) Πληρώνει ~ ~ για ...

ύπνος

ύπνος [ὕπνος] ύ-πνος ουσ. (αρσ.) 1. περιοδική φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων και των ζώων κατά την οποία η συνείδηση υπολειτουργεί, οι μύες χαλαρώνουν, η κυκλοφορία του αίματος και η αναπνοή επιβραδύνονται και η ικανότητα αντίδρασης στα ερεθίσματα μειώνεται: ανεπαρκής/ανήσυχος/βαθύς/βαρύς/βραδινός/γλυκός/επαρκής/ήρεμος/μεσημεριανός (= σιέστα)/παρατεταμένος/πρωινός/σύντομος/τεχνητός (πβ. ύπνωση) ~. Απώλεια/προβλήματα/στέρηση ~ου. Δωμάτιο (= υπνοδωμάτιο)/εργαστήριο/μαξιλάρι/(κακή) στάση/στρώμα ~ου. Ρούχα (βλ. νυχτικό, πιτζάμα)/στάδια του ~ου. Ώρα για ~ο. Εν/σε ώρα ~ου. ~ με/χωρίς όνειρα. Παραμιλώ στον ~ο μου (πβ. υπνολαλία). Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση και ~ο. Χόρτασα ~ο. Πάμε/πέφτουμε για ~ο. Βρίσκεται σε κατάσταση ~ου. (προφ.) Έριξα έναν ~ο (: κοιμήθηκα πάρα πολύ ή/και πολύ καλά). Μόλις σηκώθηκα από τον ~ο (: μόλις ξύπνησα/σηκώθηκα από το κρεβάτι). (Για κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό, αλλά μη αναμενόμενο:) Ούτε στον ~ο του δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσο καλή δουλειά. 2. (μτφ.) αδράνεια ή νωθρότητα: Καιρός να ξυπνήσουμε/σηκωθούμε από τον ~ο μας (= να δραστηριοποιηθούμε). Πβ. λήθαργος. ● Υποκ.: υπνάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος ύπνος (μτφ.): θάνατος: Ο μοναχός κοιμήθηκε τον ~ο ~ο. Πβ. αιώνια ανάπαυση. Βλ. αιώνιο σκοτάδι., ασθένεια/νόσος του ύπνου: ΙΑΤΡ. τροπική λοιμώδης νόσος που μεταδίδεται με τσίμπημα από μύγα τσε τσε και μπορεί να είναι θανατηφόρα. Πβ. τρυπανοσωμίαση., ελαφρύς ύπνος βλ. ελαφρύς, παράδοξος ύπνος βλ. παράδοξος, υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου βλ. άπνοια1, χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος ● ΦΡ.: είμαι από τον ύπνο: δεν έχω συνέλθει ακόμα από τον ύπνο: ~ ~ και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μου λες., καλόν ύπνο(!): ευχή σε κάποιον που πάει για ύπνο. ΣΥΝ. όνειρα γλυκά!, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου 1. (μτφ.) για άνθρωπο που χαρακτηρίζεται από αφέλεια, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του και ειδικότ. τις ενέργειες εις βάρος του: Οι συνάδελφοί του συνωμοτούν για να τον διώξουν κι αυτός ~ ~. 2. κοιμάται βαθιά, ήρεμα: Αν και έχει τόση φασαρία, αυτός ~ ~ (= του καλού καιρού). [< γαλλ. dormir du sommeil du juste] , ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια (γνωμ.): για να τονιστεί η ευεργετική επίδραση του ύπνου κατά την παιδική ηλικία ή ειρων. για άνθρωπο που του αρέσει να κοιμάται πολύ., πιάνω (κάποιον) στον ύπνο (μτφ.): αιφνιδιάζω, βρίσκω κάποιον απροετοίμαστο: Ο ξαφνικός χιονιάς έπιασε τον κρατικό μηχανισμό ~. Οι παίκτες έπιασαν ~ την άμυνα των αντιπάλων και σκόραραν., στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; (προφ.-ειρων.): σε περίπτωση που κάτι το οποίο δεν ισχύει παρουσιάζεται ως πραγματικό ή όταν κάποια ενέργεια εκτελείται πολύ νωρίς το πρωί: Πώς και μου τηλεφωνείς πρωί πρωί, ~ με έβλεπες;, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) (ειρων.): για κάποιον που νυστάζει σε ασυνήθιστη ώρα ή ακατάλληλο μέρος ή που είναι νωθρός., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω, δεν μου κολλάει ύπνος βλ. κολλώ, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω [< αρχ. ὕπνος]

χαρά

χαρά χα-ρά ουσ. (θηλ.) 1. έντονα θετικό συναίσθημα που συνιστά έκφραση ευτυχίας και προκαλείται από την εκπλήρωση στόχου ή επιθυμίας: εσωτερική ~. ~ και αισιοδοξία/ικανοποίηση/περηφάνια/συγκίνηση. Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα/της ζωής/της νίκης/του παιχνιδιού. Χαμόγελα ~άς. Με ιδιαίτερη/περισσή ~. Τρελός από ~. Γέλια και ~ές. Η ~ μου δεν περιγράφεται/είναι απερίγραπτη. Είναι όλο ~. Δάκρυσε/έκλαψε/λάμπει από ~. Τα λόγια σου μου δίνουν μεγάλη ~ (= με κάνουν πολύ χαρούμενο). Χρόνια πολλά με υγεία και ~! (σε λόγο:) Έχω τη ~ και την τιμή να ... Είναι ~ μου που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Πβ. ευχαρίστηση. Βλ. ενθουσιασμός. ΑΝΤ. θλίψη (1), λύπη (1), στενοχώρια 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα· χαρούμενο συμβάν: απλές/καθημερινές/οικογενειακές ~ές. Ο ερχομός του ήταν (μια) ανέλπιστη/απροσδόκητη ~. Έχουμε διπλή ~ στο σπίτι: γάμο και γεννητούρια. Απολαμβάνω/γεύομαι τις μικρές ~ές (= μικροχαρές) της ζωής. Περάσαμε ~ές και λύπες. ● Υποκ.: χαρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική χαρά: υπαίθριος χώρος ψυχαγωγίας για παιδιά, στον οποίο υπάρχουν διάφορα παιχνίδια (κούνιες, τραμπάλα, τσουλήθρα): η ~ ~ της γειτονιάς. Βλ. λούνα παρκ, παιδότοπος, πάρκο.|| (μτφ.) Η άμυνα της ομάδας θυμίζει ~ ~., τσάρτερ της χαράς βλ. τσάρτερ, χαράς ευαγγέλια βλ. ευαγγέλιο ● ΦΡ.: γεια χαρά (προφ.) & (λαϊκό) γεια χαραντάν: ως φιλικός χαιρετισμός: ~ ~, παιδιά! ~ ~ σ' όλους! Γεια (σου) και χαρά σου!, η χαρά του ... (προφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση σε κάποιον, έχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία που τον ικανοποιούν: Αυτοκίνητα, ~ ~ των ανδρών. Το δωμάτιό της είναι ~ ~ παιδιού (: γεμάτο παιχνίδια). Πόλη που είναι ~ ~ αρχιτέκτονα., κάνω χαρά/χαρές/χαρούλες: εξωτερικεύω τη χαρά μου: Έκανε μεγάλη χαρά που μας είδε. Μας έκανε (πολλές) χαρές/χαρούλες (: μας υποδέχτηκε θερμά).|| Το τι χαρές έκανε με τα δώρα της, δεν λέγεται!|| Ε, ρε χαρές (= γλέντια) που έχουμε να κάνουμε!, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά & (σπάν.) σαν την καλή χαρά (προφ.): πολύ χαρούμενος, κεφάτος: Είναι πάντα/ξύπνησε ~ ~., μετά χαράς (λόγ.): ευχαρίστως, πρόθυμα: Δέχομαι ~ ~., μια χαρά (προφ.): πολύ καλά, ωραία: -Πώς είσαι; -~ ~! Όλα πάνε ~ ~. ~ ~ τα κατάφερες/σε βλέπω. Τα βρήκαν ~ ~ μεταξύ τους. ~ ~ (= με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) τη χειρίστηκε την υπόθεση.|| (ειρων.) ~ ~ θα ζήσεις και χωρίς εμένα.|| Γιατί τι έχει; ~ ~ παιδί είναι (: πολύ καλό).|| Θα μπορούσε ~ ~ (= κάλλιστα) να αδιαφορήσει, αλλά δεν το 'κανε., μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά (παροιμ.): η χαρά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν τη μοιραζόμαστε με κάποιον. Βλ. μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη., πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά (μτφ.-επιτατ.): είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, πανευτυχής: Πέταξε ~ ~, όταν έμαθε ότι ...|| -Χαίρεσαι; -Ε, δεν πετώ κι ~ μου (= δεν τρελαίνομαι κιόλας). Κανονικά, θα 'πρεπε να ~άς από χαρά., στις χαρές/στη χαρά σου! (ευχετ., συνήθ. ως πρόποση): και στα δικά σου!: Άντε, και ~ ~! ~ ~ σας οι λεύτεροι!, χαρά θεού (προφ.): όμορφος καιρός, λιακάδα· κατ' επέκτ. για κάτι πολύ όμορφο, ευχάριστο: ~ ~ σήμερα! Είναι/έχει ~ ~ έξω, πάμε βόλτα;|| ~ ~ η φύση!, χαρά μου: οικεία προσφώνηση: Ό,τι θέλεις, ~ ~!, χαρά σ' αυτόν/σ' εκείνον/στον ... που ... (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος αυτός που ...: Χαρά στον άντρα που θα την πάρει!, χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου (προφ.): απορώ πώς αντέχεις: ~ ~ που περίμενες τόσες ώρες/τον ανέχεσαι!, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του βλ. δουλειά, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, εργασία και χαρά! βλ. εργασία, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, με γεια σου, με χαρά σου βλ. γεια, μια χαρά και δυο τρομάρες βλ. τρομάρα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή, χαρά και αγαλλίαση βλ. αγαλλίαση [< αρχ. χαρά]

ψυλλιάζομαι

ψυλλιάζομαι ψυλ-λιά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ψυλλιά-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.): υποπτεύομαι, υποψιάζομαι: Το ~στηκα ότι ... Κάτι είχα ~στεί, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πβ. μυρίζ-, οσμίζ-ομαι. ● ΦΡ.: την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά): το κατάλαβα, το αντιλήφθηκα: Προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν, αλλά την ~ηκε ~. Από την αρχή την ψυλλιάστηκα ότι ήταν απατεώνας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.