Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 62 εγγραφές  [0-20]


ζίλια

ζίλια ζί-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ζίλι} & ζίλιες (οι): ΜΟΥΣ. κρουστά μουσικά όργανα αποτελούμενα από δύο μεταλλικά κρόταλα με σχήμα ελαφρά κοίλων δίσκων: ντέφι με ~. Βλ. κύμβαλο. [< τουρκ. zil]

θρασύδειλος

θρασύδειλος, η, ο θρα-σύ-δει-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που παριστάνει τον γενναίο, που συμπεριφέρεται με θράσος όταν δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο ή απειλή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση επιδεικνύει δειλία: ~ος: χαρακτήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επίθεση/πράξη. ● επίρρ.: θρασύδειλα [< αρχ. θρασύδειλος]

καφεΐνη

καφεΐνη κα-φε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C8H10N4O2) που βρίσκεται στα φύλλα, τους σπόρους ή τους καρπούς διάφορων φυτών, π.χ. του καφεόδεντρου, του κακαόδεντρου, του τεϊόδεντρου, και αποτελεί διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος: Αυξημένη πρόσληψη ~ης μπορεί να προκαλέσει νευρικότητα. Πβ. τεΐνη. Βλ. ντεκαφεϊνέ, ξανθίνη. [< γαλλ. caféine]

κλίκα

κλίκα κλί-κα ουσ. (θηλ.): κλειστή ομάδα ατόμων, συνήθ. με δύναμη και επιρροή, η οποία αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, συχνά με αθέμιτα μέσα: επαγγελματική/κομματική ~. Κυκλώματα/παρέες και ~ες. Ανήκει σε ~. Αποτελούν/έχουν κάνει ~. Πβ. φατρία. Βλ. κάστα, κατεστημένο, λόμπι. [< γαλλ. clique]

κουτσαβάκης

κουτσαβάκης κου-τσα-βά-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. νταής, ψευτοπαλικαράς. Πβ. γκιουλέκας, τζάμπα μάγκας, τσαμπουκαλής. 2. (παλαιότ., στο β' μισό του 19ου αι.) καθένας από τους μάγκες της Αθήνας με συγκεκριμένο ντύσιμο και τρόπο βαδίσματος, που είχαν παράνομη δράση και προκαλούσαν καβγάδες: οι ~ηδες του Ψυρρή. ● Υποκ.: κουτσαβάκι (το) [< ανθρ. Δημήτριος Κουτσαβάκης]

κρατήρας

κρατήρας κρα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κοίλο στόμιο ηφαιστειακού σχηματισμού από το οποίο εξέρχονται με εκρήξεις υλικά σε αέρια, στερεή ή υγρή μορφή: ενεργός ~. Ο πυθμένας/το χείλος του ~α. Λίμνη-~. Βλ. καλντέρα, κώνος, λάβα, μάγμα. 2. (κατ' επέκτ.) κοίλωμα του εδάφους με κυκλικό σχήμα και υπερυψωμένο χείλος: Η βόμβα άνοιξε ~α βάθους/διαμέτρου ... μέτρων. Πβ. άνοιγμα, βαθούλωμα.|| ~ μετεωρίτη. Οι ~ες της Σελήνης. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο συνήθ. αγγείο για την ανάμειξη κρασιού με νερό, με στενή βάση, φαρδύ σώμα και δύο λαβές. Βλ. αμφορέας, κάνθαρος, κύλικα, οινοχόη, σκύφος, υδρία, -τήρας. ΣΥΝ. κροντήρι [< αρχ. κρατήρ, γαλλ. cratère, αγγλ. crater]

σαγκουίνι

σαγκουίνι σα-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) & σανγκουίνι: είδος πορτοκαλιού με κόκκινη σάρκα. [< ιταλ. sanguigno, πληθ. sanguigni]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.