Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 456 εγγραφές  [0-20]


  • -ίλα (προφ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. δυσάρεστη οσμή ή γεύση: καπν~/κρεατ~/κρεμμυδ~/λαδ~/ξιν~/ποδαρ~/σαπ~/ψαρ~. 2. αποτέλεσμα ενέργειας, κατάσταση: ανατριχ~/σκασ~. 3. εμφανές σημάδι ορισμένου χρώματος: ασπρ~/κοκκιν~/μαυρ~. Πβ. -άδα, -ιά2. [< λατ. -ile]
  • a contrario (πρόφ. α κοντράριο): από την αντίθετη πλευρά. [< λατ.]
  • ab imo pectore (πρόφ. αμπ ίμο πέκτορε): εκ βάθους καρδίας, από τα βάθη της καρδιάς (μου). [< λατ.]
  • ab initio (πρόφ. αμπ ινίτιο): εξ υπαρχής, από την αρχή: (ΦΥΣ.) Υπολογισμοί ~ (: κβαντομηχανικοί υπολογισμοί, το αποτέλεσμα των οποίων δεν βασίζεται σε πειραματικά δεδομένα). [< λατ.]
  • ab irato (πρόφ. αμπ ιράτο): υπό την επήρεια θυμού, εν θερμώ. [< λατ.]
  • ab origine (πρόφ. αμπ ορίγκινε): από τη γένεσή του, από την αρχή. [< λατ.]
  • ab ovo (πρόφ. αμπ όβο): από την απώτατη αρχή, εξαρχής. ΑΝΤ. in medias res [< λατ.]
  • ab urbe condita (πρόφ. αμπ ούρμπε κόντιτα): από κτίσεως πόλεως (ενν. της Ρώμης, το 753 π.Χ.): Οι Ρωμαίοι υπολόγιζαν τα έτη ~ ~. [< λατ.]
  • ad absurdum (πρόφ. αντ αμπσούρντουμ): (για συλλογιστική πορεία που οδηγεί) σε παραλογισμό, εις άτοπον: επιχείρημα ~. [< λατ.]
  • ad hoc (πρόφ. αντ χοκ): για τη συγκεκριμένη περίπτωση και μόνο, επί τούτου: ~ ερμηνεία. [< λατ.]
  • ad infinitum (πρόφ. αντ ινφινίτουμ): απεριόριστα, χωρίς τέλος. [< λατ.]
  • ad libitum (πρόφ. αντ λίμπιτουμ, συντομ. ad lib.): κατά βούληση. [< λατ.]
  • ad litteram (πρόφ. αντ λίτεραμ): ΦΙΛΟΛ. κατά γράμμα, σε πιστή απόδοση. [< λατ.]
  • ad nauseam (πρόφ. αντ ναούσεαμ): κατά κόρον, μέχρι αηδίας. [< λατ.]
  • ad rem (πρόφ. αντ ρεμ): επί της ουσίας, επί του προκειμένου. [< λατ.]
  • addendum {πληθ. addenda} (πρόφ. αντέντουμ): προσθετέο, προσθήκη. [< λατ.]
  • alea jacta est (πρόφ. άλεα γιάκτα εστ): ο κύβος ερρίφθη, η απόφαση ελήφθη. [< λατ.]
  • carpe diem (πρόφ. κάρπε ντίεμ): άδραξε τη(ν) (η)μέρα: αξιοποίησε το παρόν (επειδή το μέλλον είναι αβέβαιο) [< λατ.]
  • casus belli (πρόφ. κάζους μπέλι): αιτία πολέμου: άρση/διατήρηση του ~ ~. [< λατ.]
  • corrigendum {πληθ. corrigenda} (πρόφ. κοριγκέντουμ): διορθωτέο. [< λατ.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.