απόβαρο[ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare]
αρτηριοσκλήρυνση[ἀρτηριοσκλήρυνση] αρ-τη-ρι-ο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) & αρτηριοσκλήρωση 1. ΙΑΤΡ. χρόνια παθολογική κατάσταση, κατά την οποία η προοδευτική αύξηση του πάχους, η σκλήρυνση και η απώλεια της ελαστικότητας των αρτηριακών τοιχωμάτων, συνήθ. λόγω εναπόθεσης λίπους, δυσχεραίνουν την κυκλοφορία του αίματος: εγκεφαλική/στεφανιαία ~. Πβ. αθηρ-ωμάτωση, -οσκλήρωση. Βλ. έμφραγμα, χοληστερίνη. 2. (κυρ. ως αρτηριοσκλήρωση, μτφ.) οπισθοδρομική νοοτροπία, προσκόλληση σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις και αδυναμία προσαρμογής σε νεωτερισμούς: ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. αναχρον-, συντηρητ-ισμός. [< γαλλ. artériosclérose, αγγλ. arteriosclerosis]
ΔΕΚΟ(οι) 1. Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας. 2. Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί.
-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
οτοστόπ[ὀτοστόπ] ο-το-στόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ωτοστόπ: το σταμάτημα διερχόμενου αυτοκινήτου από πεζό, προκειμένου να μεταφερθεί στον προορισμό του: Κάνω ~. Ταξίδεψε με ~. [< γαλλ. autostop, auto-stop, 1938]
όφου[ὄφου] ό-φου επιφών. & ώφου (ιδιωμ.-συχνά επαναλαμβανόμενο): όχου, ουφ. [< μεσν. όχου]
οχ & ωχ[ὄχ] επιφών.: δηλωτικό έντονου αρνητικού συναισθήματος: (πόνος) ~, χτύπησα το πόδι μου! Πβ. άουτς.|| (στενοχώρια) ~ βάσανα ...|| (αγανάκτηση, δυσφορία, δυσαρέσκεια) ~, δε μας αφήνεις στην ησυχία μας πρωί πρωί; Πβ. ουφ, όχου.|| (έκπληξη) ~, χίλια συγγνώμη, δεν το ήθελα!|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~ και τα αχ πάλι! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν βλ. αμάν, οχ/ωχ, αδερφέ! βλ. αδελφός [< μεσν. οχ, λ. ηχομιμητ.]
οχαδερφισμός[ὀχαδερφισμός] ο-χα-δερ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & ωχαδερφισμός & ωχαδελφισμός & (σπάν.) οχαδελφισμός: στάση απάθειας και αδιαφορίας, αποποίηση ευθυνών: ~ και αποχή από τα κοινά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ζαμανφουτισμός
-πλαστικήτο ουσιαστικό πλαστική ως β' συνθετικό με αναφορά 1. σε τέχνη ή τεχνική μορφοποίησης μαλακής ύλης: αγγειο~/κηρο~.|| Zαχαρο~. 2. στην επανορθωτική, αισθητική χειρουργική: αρθρο~/βραχιονο~/ρινο~/ωτο~.
ρινόρροιαρι-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. επίμονη εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη λόγω κατάγματος στη βάση του κρανίου. Βλ. -ρροια, ωτόρροια. 2. καταρροή. [< γαλλ. rhinorrhée, αγγλ. rhinorrhea]
-σκόπηση(λόγ.) επίθημα κυρ. αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. έρευνα, μελέτη: δημο~ (πβ. -μέτρηση).|| Ανα~/επι~. 2. ΙΑΤΡ. εξέταση σε όργανο ή περιοχή του σώματος: αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/μεσοθωρακο~/οισοφαγο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/υστερο~. Πβ. -σκοπία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εγγραφή εικόνας ή/και ήχου με ειδικό τρόπο ή μέσο: βιντεο~/μαγνητο~.
-σκόπιο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, κυρ. τεχνικών όρων, με αναφορά σε όργανο ειδικής εξέτασης ή παρατήρησης: (ΙΑΤΡ.) αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/ενδο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/λαρυγγο~/μητρο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/στηθο~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μικρο~/περι~/τηλε~.
τερπνός, ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ