ωφέλιμος , η, ο [ὠφέλιμος] ω-φέ-λι-μος επίθ. 1. που ωφελεί· ευεργετικός, χρήσιμος: ~η: λύση. ~ες: επιδράσεις/συμβουλές. ~α: αποτελέσματα/βιβλία. Θα ήταν ~ο (για όλους) εάν/να ... Πβ. επωφελής, λυσιτελής, συμφέρων.|| ~οι: (μικρο)οργανισμοί (ΑΝΤ. παθογόνος). ~α: βακτήρια/έντομα/λιπαρά οξέα (: ω-3/6/9)/προϊόντα/(θρεπτικά) συστατικά. Τροφές ~ες για την υγεία.|| Άτομα ~α για την κοινωνία. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιζήμιος 2. που αποτελεί το συνολικό προς διάθεση ποσό ενός μεγέθους· που μπορεί να χρησιμοποιηθεί παραγωγικά: ~ος: όγκος (δοχείου)/χώρος (πβ. διαθέσιμος). ~η: ισχύς/χωρητικότητα. ~ο: εμβαδόν κτιρίου/(μηχανικό) έργο. ~ες: διαστάσεις προϊόντος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η ζωή των παγίων. ~η διάρκεια ζωής του μηχανήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ωφέλιμο φορτίο/βάρος: το συνολικό βάρος που μπορεί να μεταφέρει ένα μέσο μεταφοράς: το ~ ~ του φορτηγού. Βλ. απόβαρο. ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου βλ. τερπνός [< αρχ. ὠφέλιμος]
ωφελιμότητα [ὠφελιμότητα] ω-φε-λι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωφέλιμου: η ~ των φρούτων.|| Κοινωνική ~. Πβ. λυσιτέλεια, χρησιμότητα. ΑΝΤ. βλαβερότητα, βλαπτικότητα [< γαλλ. utilité]
ωφελώ [ὠφελῶ] ω-φε-λώ ρ. (μτβ.) {ωφελ-είς ..., -ώντας | -ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: έχω θετική επίδραση, κάνω καλό σε κάποιον/κάτι: Το περπάτημα ~εί την υγεία.|| Πολλές επιχειρήσεις ~ήθηκαν από τα προγράμματα επιδοτήσεων. Πβ. επωφελούμαι.|| Η ομάδα βγήκε ~ημένη (= κερδισμένη) από την ισοπαλία. ΑΝΤ. βλάπτω, ζημιώνω ● ωφελεί (συνήθ. με άρνηση): βοηθά, χρησιμεύει: Δεν ~ σε τίποτα να κλαις. Πβ. εξυπηρετεί, συμφέρει. [< αρχ. ὠφελῶ]
ώχρα [ὤχρα] ώ-χρα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. σιδηρομετάλλευμα από άργιλο και οξείδια του σιδήρου ή μαγγανίου, που έχει χρώμα υποκίτρινο ή κόκκινο και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία: ψημένη ~. Κίτρινο της ~ας. [< αρχ. ὤχρα, γαλλ. ocre, αγγλ. ochre]
ωχριώ [ὠχριῶ] ω-χρι-ώ ρ. (αμτβ.) {ωχρι-άς ...· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.) 1. (μτφ.) υστερώ, μειονεκτώ: Το πρόστιμο που θα πληρώσουν ~ά σε σχέση με τα κέρδη που αποκόμισαν. Τα λόγια ~ούν μπροστά στη θλιβερή πραγματικότητητα (: δεν μπορούν να την περιγράψουν). Πβ. υπολείπομαι.2. γίνομαι ωχρός: ~ά από το φόβο της. Πβ. κιτρινίζω, χλομιάζω. [< αρχ. ὠχριῶ]
ωχροκίτρινος , η, ο [ὠχροκίτρινος] ω-χρο-κί-τρι-νος επίθ.: που έχει το κίτρινο της ώχρας: ~ο: υγρό. ~α: άνθη. Πβ. υποκίτρινος. [< γαλλ. jaune d΄ocre]
ωχρός , ή, ό [ὠχρός] ω-χρός επίθ. 1. χλομός: ~ή: όψη. ~ό: πρόσωπο. Έγιναν ~οί από τον φόβο τους. Πβ. κάτωχρος, πελιδνός.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ανάμνηση. ~ό: φως. Πβ. αμυδρός, θαμπός, θολός.2. που έχει το χρώμα της ώχρας. Πβ. υποκίτρινος.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: σωμάτιο (: ιστός που σχηματίζεται στη θέση του ωοθυλακίου μετά την ωορρηξία). ● ΣΥΜΠΛ.: ωχρά/ωχρή κηλίδα: ΙΑΤΡ. μικρή περιοχή στο οπίσθιο τοίχωμα του οφθαλμού που επιτρέπει να διακρίνονται καθαρά οι λεπτομέρειες των αντικειμένων: εκφυλισμός της ~άς ~ας.,ωχρά σπειροχαίτη βλ. σπειροχαίτη. [< αρχ. ὠχρός, γαλλ. pâle]
ωχρότητα [ὠχρότητα] ω-χρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωχρού: η ~ του δέρματος/προσώπου. Πβ. πελιδνότητα, χλομάδα. Βλ. κυάνωση, -ότητα. [< αρχ. ὠχρότης]
απόβαρο
απόβαρο[ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare]
κυάνωση
κυάνωσηκυ-ά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μπλε χρωματισμός του δέρματος, των βλεννογόνων και της γλώσσας λόγω αυξημένης συγκέντρωσης μη οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης: κεντρική/περιφερική ~. ~ των άκρων/των αυτιών/των δαχτύλων/της μύτης/των νυχιών/των χειλιών. ~ των βρεφών (: συνήθ. όταν κλαίνε). Βλ. αν-, υπ-οξία, ερύθημα, ωχρότητα. ΣΥΝ. μελάνιασμα 2. ΟΡΥΚΤ. επιβλαβής για το περιβάλλον μέθοδος απόληψης του χρυσού από τα μεταλλεύματά του με τη χρήση κυανιούχου νατρίου: ~ πετρωμάτων.3. μεταχρωματισμός του ξύλου, το οποίο αποκτά μελανό χρωματισμό, εξαιτίας της προσβολής του από χρωστικούς μύκητες. Βλ. σαράκι. [< αρχ. κυάνωσις ‘βαθύ γαλάζιο χρώμα’ 1: γαλλ. cyanose]
οχ & ωχ[ὄχ] επιφών.: δηλωτικό έντονου αρνητικού συναισθήματος: (πόνος) ~, χτύπησα το πόδι μου! Πβ. άουτς.|| (στενοχώρια) ~ βάσανα ...|| (αγανάκτηση, δυσφορία, δυσαρέσκεια) ~, δε μας αφήνεις στην ησυχία μας πρωί πρωί; Πβ. ουφ, όχου.|| (έκπληξη) ~, χίλια συγγνώμη, δεν το ήθελα!|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~ και τα αχ πάλι! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν βλ. αμάν, οχ/ωχ, αδερφέ! βλ. αδελφός [< μεσν. οχ, λ. ηχομιμητ.]
οχαδερφισμός
οχαδερφισμός[ὀχαδερφισμός] ο-χα-δερ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & ωχαδερφισμός & ωχαδελφισμός & (σπάν.) οχαδελφισμός: στάση απάθειας και αδιαφορίας, αποποίηση ευθυνών: ~ και αποχή από τα κοινά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ζαμανφουτισμός
σπειροχαίτη
σπειροχαίτησπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ.Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete]
τερπνός
τερπνός, ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.