Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58836 εγγραφές  [58800-58820]


  • ωταλγία [ὠταλγία] ω-ταλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στο αυτί. Βλ. -αλγία. [< μτγν. ὠταλγία, γαλλ. otalgie , αγγλ. otalgia]
  • ωτασπίδες βλ. ωτοασπίδες
  • ωτία [ὠτία] ω-τί-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΑΧΑΡ. ποντιακό τηγανητό γλύκισμα από ζύμη κυρ. με αλεύρι, αβγά, γιαούρτι και ζάχαρη, σε σχήμα μικρού αυτιού: ~ για γάμους, αρραβώνες και βαφτίσια.
  • ωτικός , ή, ό [ὠτικός] ω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) ωτιαίος, α, ο: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα αυτιά: ~ό: γάγγλιο. ~ές: σταγόνες. [< μτγν. ὠτικός, γαλλ. auriculaire]
  • ωτίτιδα [ὠτίτιδα] ω-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του αυτιού: εσωτερική/μέση/οξεία/χρόνια ~. Εξωτερική ~ (= το αυτί/η νόσος του κολυμβητή). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. otite, αγγλ. otitis]
  • ωτο- & ωτό- & ωτ- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων, κυρ. ιατρικών όρων, με αναφορά στο αυτί: ωτο-ασπίδες.|| Ωτο-σκόπηση. Ωτό-ρροια. Ωτ-αλγία.
  • ωτοασπίδες [ὠτοασπίδες] ω-το-α-σπί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ωτοασπίδα} & ωτασπίδες: αντικείμενα από θερμοπλαστικό συνήθ. ή μεταλλικό υλικό που φράζουν τους ακουστικούς πόρους των αυτιών, για προστασία από τον θόρυβο ή το νερό: ~ από αφρολέξ/πλαστικό/σιλικόνη. ~ για την κολύμβηση/για τον ύπνο. Πβ. ωτοβύσματα.
  • ωτοβελονισμός [ὠτοβελονισμός] ω-το-βε-λο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): θεραπευτική μέθοδος η οποία συνίσταται στη διέγερση του πτερυγίου του αυτιού για τη διάγνωση και αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών που αφορούν ολόκληρο τον οργανισμό. ΣΥΝ. ωτοθεραπεία
  • ωτοβύσματα [ὠτοβύσματα] ω-το-βύ-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): είδος μικρών και μακρόστενων ωτοασπίδων από μαλακό υλικό που τοποθετούνται μέσα στον ακουστικό πόρο του αυτιού: ~ μίας χρήσης.
  • ωτοθεραπεία [ὠτοθεραπεία] ω-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ωτοβελονισμός. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. auriculotherapy, γαλλ. auriculothérapie, περ. 1970]
  • ωτόλιθος [ὠτόλιθος] ω-τό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. σκληρός ιστός αποτελούμενος από ανθρακικό ασβέστιο ο οποίος βρίσκεται στο εσωτερικό αυτί των σπονδυλωτών και συμμετέχει στην αισθητηριακή αντίληψη: Η ηλικία των ψαριών καταγράφεται στους ~ους. [< γαλλ.-αγγλ. otolith]
  • ωτοπλαστική [ὠτοπλαστική] ω-το-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική επέμβαση στα αυτιά. Βλ. -πλαστική. [< αγγλ. otoplasty, γαλλ. otoplastie]
  • ωτορινολαρυγγολογία [ὠτορινολαρυγγολογία] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις παθήσεις των αυτιών και της ρινικής και λαρυγγικής κοιλότητας. Βλ. -λογία. [< γαλλ. otorhinolaryngologie, 1923, αγγλ. otorhinolaryngology, περ. 1900]
  • ωτορινολαρυγγολογικός , ή, ό [ὠτορινολαρυγγολογικός] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ωτορινολαρυγγολογία ή τον ωτορινολαρυγγολόγο: ~ή: εξέταση. [< γαλλ. otorhinolaryngologique, 1923, αγγλ. otorhinolaryngologic(al)]
  • ωτορινολαρυγγολόγος [ὠτορινολαρυγγολόγος] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ακρ. ΩΡΛ): γιατρός με ειδίκευση στην ωτορινολαρυγγολογία. [< γαλλ. otorhinolaryngologiste, 1923, αγγλ. otorhinolaryngologist, 1926]
  • ωτόρροια [ὠτόρροια] ω-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκροή υγρού (πύου) από τον έξω ακουστικό πόρο του αυτιού. Βλ. ρινόρροια, -ρροια. [< γαλλ. otorrhée, αγγλ. otorrhoea]
  • ωτοσκλήρυνση [ὠτοσκλήρυνση] ω-το-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική ανάπτυξη οστίτη ιστού στο μέσο αυτί, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η διέλευση των ηχητικών κυμάτων και να προκαλείται βλάβη στην ακοή. Βλ. αρτηριοσκλήρυνση. [< γαλλ. otosclérose, αγγλ. otosclerosis, 1901]
  • ωτοσκόπηση [ὠτοσκόπηση] ω-το-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ωτοσκοπία: ΙΑΤΡ. εξέταση του αυτιού με ωτοσκόπιο. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. otoscopie, αγγλ. otoscopy]
  • ωτοσκόπιο [ὠτοσκόπιο] ω-το-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ειδικό όργανο εξέτασης του έξω ακουστικού πόρου και του τυμπάνου του αυτιού. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. otoscope]
  • ωτοστόπ βλ. οτοστόπ

-αλγία

-αλγία: (κυρ. στην ιατρ. ορολογία) λεξικό επίθημα που δηλώνει πόνο σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος: αυχεν~, ισχι~/καυσ~/κεφαλ~/μυ~/νευρ~/οσφυ~.

αρτηριοσκλήρυνση

αρτηριοσκλήρυνση[ἀρτηριοσκλήρυνση] αρ-τη-ρι-ο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) & αρτηριοσκλήρωση 1. ΙΑΤΡ. χρόνια παθολογική κατάσταση, κατά την οποία η προοδευτική αύξηση του πάχους, η σκλήρυνση και η απώλεια της ελαστικότητας των αρτηριακών τοιχωμάτων, συνήθ. λόγω εναπόθεσης λίπους, δυσχεραίνουν την κυκλοφορία του αίματος: εγκεφαλική/στεφανιαία ~. Πβ. αθηρ-ωμάτωση, -οσκλήρωση. Βλ. έμφραγμα, χοληστερίνη. 2. (κυρ. ως αρτηριοσκλήρωση, μτφ.) οπισθοδρομική νοοτροπία, προσκόλληση σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις και αδυναμία προσαρμογής σε νεωτερισμούς: ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. αναχρον-, συντηρητ-ισμός. [< γαλλ. artériosclérose, αγγλ. arteriosclerosis]

-θεραπεία

-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.

-ίτιδα

-ίτιδα& (λόγ.) -ίτις {-ίτιδος}: ΙΑΤΡ. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν φλεγμονή: αδεν~/αμυγδαλ~/κολπ~/λαρυγγ~/σκληρ~ (σύγκρ. σκληρ-ίαση)/σκωληκοειδ- (πβ. -ίτης)/φαρυγγ~. Βλ. -αλγία, -πάθεια, -ωση2.

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

οτοστόπ

οτοστόπ[ὀτοστόπ] ο-το-στόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ωτοστόπ: το σταμάτημα διερχόμενου αυτοκινήτου από πεζό, προκειμένου να μεταφερθεί στον προορισμό του: Κάνω ~. Ταξίδεψε με ~. [< γαλλ. autostop, auto-stop, 1938]

-πλαστική

-πλαστικήτο ουσιαστικό πλαστική ως β' συνθετικό με αναφορά 1. σε τέχνη ή τεχνική μορφοποίησης μαλακής ύλης: αγγειο~/κηρο~.|| Zαχαρο~. 2. στην επανορθωτική, αισθητική χειρουργική: αρθρο~/βραχιονο~/ρινο~/ωτο~.

ρινόρροια

ρινόρροιαρι-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. επίμονη εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη λόγω κατάγματος στη βάση του κρανίου. Βλ. -ρροια, ωτόρροια. 2. καταρροή. [< γαλλ. rhinorrhée, αγγλ. rhinorrhea]

-σκόπηση

-σκόπηση(λόγ.) επίθημα κυρ. αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. έρευνα, μελέτη: δημο~ (πβ. -μέτρηση).|| Ανα~/επι~. 2. ΙΑΤΡ. εξέταση σε όργανο ή περιοχή του σώματος: αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/μεσοθωρακο~/οισοφαγο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/υστερο~. Πβ. -σκοπία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εγγραφή εικόνας ή/και ήχου με ειδικό τρόπο ή μέσο: βιντεο~/μαγνητο~.

-σκόπιο

-σκόπιο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, κυρ. τεχνικών όρων, με αναφορά σε όργανο ειδικής εξέτασης ή παρατήρησης: (ΙΑΤΡ.) αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/ενδο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/λαρυγγο~/μητρο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/στηθο~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μικρο~/περι~/τηλε~.

ωτοασπίδες

ωτοασπίδες[ὠτοασπίδες] ω-το-α-σπί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ωτοασπίδα} & ωτασπίδες: αντικείμενα από θερμοπλαστικό συνήθ. ή μεταλλικό υλικό που φράζουν τους ακουστικούς πόρους των αυτιών, για προστασία από τον θόρυβο ή το νερό: ~ από αφρολέξ/πλαστικό/σιλικόνη. ~ για την κολύμβηση/για τον ύπνο. Πβ. ωτοβύσματα.