Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [58800-58811]


  • ωφέλιμος , η, ο [ὠφέλιμος] ω-φέ-λι-μος επίθ. 1. που ωφελεί· ευεργετικός, χρήσιμος: ~η: λύση. ~ες: επιδράσεις/συμβουλές. ~α: αποτελέσματα/βιβλία. Θα ήταν ~ο (για όλους) εάν/να ... Πβ. επωφελής, λυσιτελής, συμφέρων.|| ~οι: (μικρο)οργανισμοί (ΑΝΤ. παθογόνος). ~α: βακτήρια/έντομα/λιπαρά οξέα (: ω-3/6/9)/προϊόντα/(θρεπτικά) συστατικά. Τροφές ~ες για την υγεία.|| Άτομα ~α για την κοινωνία. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιζήμιος 2. που αποτελεί το συνολικό προς διάθεση ποσό ενός μεγέθους· που μπορεί να χρησιμοποιηθεί παραγωγικά: ~ος: όγκος (δοχείου)/χώρος (πβ. διαθέσιμος). ~η: ισχύς/χωρητικότητα. ~ο: εμβαδόν κτιρίου/(μηχανικό) έργο. ~ες: διαστάσεις προϊόντος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η ζωή των παγίων. ~η διάρκεια ζωής του μηχανήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ωφέλιμο φορτίο/βάρος: το συνολικό βάρος που μπορεί να μεταφέρει ένα μέσο μεταφοράς: το ~ ~ του φορτηγού. Βλ. απόβαρο. ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου βλ. τερπνός [< αρχ. ὠφέλιμος]
  • ωφελιμότητα [ὠφελιμότητα] ω-φε-λι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωφέλιμου: η ~ των φρούτων.|| Κοινωνική ~. Πβ. λυσιτέλεια, χρησιμότητα. ΑΝΤ. βλαβερότητα, βλαπτικότητα [< γαλλ. utilité]
  • ωφελώ [ὠφελῶ] ω-φε-λώ ρ. (μτβ.) {ωφελ-είς ..., -ώντας | -ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: έχω θετική επίδραση, κάνω καλό σε κάποιον/κάτι: Το περπάτημα ~εί την υγεία.|| Πολλές επιχειρήσεις ~ήθηκαν από τα προγράμματα επιδοτήσεων. Πβ. επωφελούμαι.|| Η ομάδα βγήκε ~ημένη (= κερδισμένη) από την ισοπαλία. ΑΝΤ. βλάπτω, ζημιώνω ● ωφελεί (συνήθ. με άρνηση): βοηθά, χρησιμεύει: Δεν ~ σε τίποτα να κλαις. Πβ. εξυπηρετεί, συμφέρει. [< αρχ. ὠφελῶ]
  • ώφου βλ. όφου
  • ωχ βλ. οχ
  • ωχαδερφισμός βλ. οχαδερφισμός
  • ώχρα [ὤχρα] ώ-χρα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. σιδηρομετάλλευμα από άργιλο και οξείδια του σιδήρου ή μαγγανίου, που έχει χρώμα υποκίτρινο ή κόκκινο και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία: ψημένη ~. Κίτρινο της ~ας. [< αρχ. ὤχρα, γαλλ. ocre, αγγλ. ochre]
  • ωχριώ [ὠχριῶ] ω-χρι-ώ ρ. (αμτβ.) {ωχρι-άς ...· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.) 1. (μτφ.) υστερώ, μειονεκτώ: Το πρόστιμο που θα πληρώσουν ~ά σε σχέση με τα κέρδη που αποκόμισαν. Τα λόγια ~ούν μπροστά στη θλιβερή πραγματικότητητα (: δεν μπορούν να την περιγράψουν). Πβ. υπολείπομαι. 2. γίνομαι ωχρός: ~ά από το φόβο της. Πβ. κιτρινίζω, χλομιάζω. [< αρχ. ὠχριῶ]
  • ωχροκίτρινος , η, ο [ὠχροκίτρινος] ω-χρο-κί-τρι-νος επίθ.: που έχει το κίτρινο της ώχρας: ~ο: υγρό. ~α: άνθη. Πβ. υποκίτρινος. [< γαλλ. jaune d΄ocre]
  • ωχρός , ή, ό [ὠχρός] ω-χρός επίθ. 1. χλομός: ~ή: όψη. ~ό: πρόσωπο. Έγιναν ~οί από τον φόβο τους. Πβ. κάτωχρος, πελιδνός.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ανάμνηση. ~ό: φως. Πβ. αμυδρός, θαμπός, θολός. 2. που έχει το χρώμα της ώχρας. Πβ. υποκίτρινος.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: σωμάτιο (: ιστός που σχηματίζεται στη θέση του ωοθυλακίου μετά την ωορρηξία). ● ΣΥΜΠΛ.: ωχρά/ωχρή κηλίδα: ΙΑΤΡ. μικρή περιοχή στο οπίσθιο τοίχωμα του οφθαλμού που επιτρέπει να διακρίνονται καθαρά οι λεπτομέρειες των αντικειμένων: εκφυλισμός της ~άς ~ας., ωχρά σπειροχαίτη βλ. σπειροχαίτη. [< αρχ. ὠχρός, γαλλ. pâle]
  • ωχρότητα [ὠχρότητα] ω-χρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωχρού: η ~ του δέρματος/προσώπου. Πβ. πελιδνότητα, χλομάδα. Βλ. κυάνωση, -ότητα. [< αρχ. ὠχρότης]

απόβαρο

απόβαρο[ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare]

κυάνωση

κυάνωσηκυ-ά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μπλε χρωματισμός του δέρματος, των βλεννογόνων και της γλώσσας λόγω αυξημένης συγκέντρωσης μη οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης: κεντρική/περιφερική ~. ~ των άκρων/των αυτιών/των δαχτύλων/της μύτης/των νυχιών/των χειλιών. ~ των βρεφών (: συνήθ. όταν κλαίνε). Βλ. αν-, υπ-οξία, ερύθημα, ωχρότητα. ΣΥΝ. μελάνιασμα 2. ΟΡΥΚΤ. επιβλαβής για το περιβάλλον μέθοδος απόληψης του χρυσού από τα μεταλλεύματά του με τη χρήση κυανιούχου νατρίου: ~ πετρωμάτων. 3. μεταχρωματισμός του ξύλου, το οποίο αποκτά μελανό χρωματισμό, εξαιτίας της προσβολής του από χρωστικούς μύκητες. Βλ. σαράκι. [< αρχ. κυάνωσις ‘βαθύ γαλάζιο χρώμα’ 1: γαλλ. cyanose]

όφου

όφου[ὄφου] ό-φου επιφών. & ώφου (ιδιωμ.-συχνά επαναλαμβανόμενο): όχου, ουφ. [< μεσν. όχου]

οχ & ωχ

οχ & ωχ[ὄχ] επιφών.: δηλωτικό έντονου αρνητικού συναισθήματος: (πόνος) ~, χτύπησα το πόδι μου! Πβ. άουτς.|| (στενοχώρια) ~ βάσανα ...|| (αγανάκτηση, δυσφορία, δυσαρέσκεια) ~, δε μας αφήνεις στην ησυχία μας πρωί πρωί; Πβ. ουφ, όχου.|| (έκπληξη) ~, χίλια συγγνώμη, δεν το ήθελα!|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~ και τα αχ πάλι! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν βλ. αμάν, οχ/ωχ, αδερφέ! βλ. αδελφός [< μεσν. οχ, λ. ηχομιμητ.]

οχαδερφισμός

οχαδερφισμός[ὀχαδερφισμός] ο-χα-δερ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & ωχαδερφισμός & ωχαδελφισμός & (σπάν.) οχαδελφισμός: στάση απάθειας και αδιαφορίας, αποποίηση ευθυνών: ~ και αποχή από τα κοινά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ζαμανφουτισμός

σπειροχαίτη

σπειροχαίτησπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ. Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete]

τερπνός

τερπνός, ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.