απόβαρο[ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare]
κυάνωσηκυ-ά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μπλε χρωματισμός του δέρματος, των βλεννογόνων και της γλώσσας λόγω αυξημένης συγκέντρωσης μη οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης: κεντρική/περιφερική ~. ~ των άκρων/των αυτιών/των δαχτύλων/της μύτης/των νυχιών/των χειλιών. ~ των βρεφών (: συνήθ. όταν κλαίνε). Βλ. αν-, υπ-οξία, ερύθημα, ωχρότητα. ΣΥΝ. μελάνιασμα 2. ΟΡΥΚΤ. επιβλαβής για το περιβάλλον μέθοδος απόληψης του χρυσού από τα μεταλλεύματά του με τη χρήση κυανιούχου νατρίου: ~ πετρωμάτων. 3. μεταχρωματισμός του ξύλου, το οποίο αποκτά μελανό χρωματισμό, εξαιτίας της προσβολής του από χρωστικούς μύκητες. Βλ. σαράκι. [< αρχ. κυάνωσις ‘βαθύ γαλάζιο χρώμα’ 1: γαλλ. cyanose]
όφου[ὄφου] ό-φου επιφών. & ώφου (ιδιωμ.-συχνά επαναλαμβανόμενο): όχου, ουφ. [< μεσν. όχου]
οχ & ωχ[ὄχ] επιφών.: δηλωτικό έντονου αρνητικού συναισθήματος: (πόνος) ~, χτύπησα το πόδι μου! Πβ. άουτς.|| (στενοχώρια) ~ βάσανα ...|| (αγανάκτηση, δυσφορία, δυσαρέσκεια) ~, δε μας αφήνεις στην ησυχία μας πρωί πρωί; Πβ. ουφ, όχου.|| (έκπληξη) ~, χίλια συγγνώμη, δεν το ήθελα!|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~ και τα αχ πάλι! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν βλ. αμάν, οχ/ωχ, αδερφέ! βλ. αδελφός [< μεσν. οχ, λ. ηχομιμητ.]
οχαδερφισμός[ὀχαδερφισμός] ο-χα-δερ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & ωχαδερφισμός & ωχαδελφισμός & (σπάν.) οχαδελφισμός: στάση απάθειας και αδιαφορίας, αποποίηση ευθυνών: ~ και αποχή από τα κοινά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ζαμανφουτισμός
σπειροχαίτησπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ. Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete]
τερπνός, ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ