απαθανατίζω[ἀπαθανατίζω] α-πα-θα-να-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απαθανάτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, απαθανατίζ-οντας} & (προφ.) αποθανατίζω: φωτογραφίζω ή αναπαριστώ, μέσω άλλης τέχνης ή τεχνικής, πρόσωπο, σκηνή, γεγονός, ώστε να διασωθεί στη μνήμη: Εικόνες που ~σε η κάμερα. Ιστορικά γεγονότα που έχουν ~στεί σε φιλμ.|| Πόλεις που ~στηκαν σε διάσημους πίνακες (= απεικονίστηκαν)/σε κλασικά έργα της λογοτεχνίας (= καταγράφηκαν). Πβ. αποτυπώνω. [< μτγν. ἀπαθανατίζω ‘καθιστώ αθάνατο, θεοποιώ’]
απαθανάτιση[ἀπαθανάτιση] α-πα-θα-νά-τι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αποθανάτιση: φωτογραφική συνήθ. αναπαράσταση προσώπων ή γεγονότων, ώστε να διατηρηθούν στη μνήμη: ~ ιστορικών/προσωπικών στιγμών. [< μτγν. ἀπαθανάτισις]
αποθνήσκω[ἀποθνήσκω] α-πο-θνή-σκω ρ. (αμτβ.) {απέθανε, αποθάνει, μτχ. αποθαν-ών, -ούσα, -όν} (αρχαιοπρ.): πεθαίνω. ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! βλ. βασιλιάς [< αρχ. ἀποθνῄσκω]
δεδικαίωταιδε-δι-καί-ω-ται ρ. (αρχαιοπρ.): έχει δικαιωθεί· μόνο στη ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται & (σπάν.) ο τεθνεώς δεδικαίωται: μην κρίνεις αρνητικά κάποιον που έχει πεθάνει, μη σπιλώνεις τη μνήμη του. [αρχική σημ. στην ΚΔ, Πρὸς Ρωμαίους 6,7: ὁ γὰρ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας: ο νεκρός λυτρώνεται από την αμαρτία, δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει] [< αρχ. δικαιοῦμαι]
εφεδρεία[ἐφεδρεία] ε-φε-δρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. δύναμη που δεν λαμβάνει μέρος σε πολεμική επιχείρηση, αλλά είναι διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί, όταν χρειαστεί: ενεργός στρατός, ~ και εθνοφυλακή. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατεύσιμων που δεν βρίσκονται υπό τα όπλα, αλλά μπορούν να επιστρατευτούν σε περίπτωση πολέμου: μόνιμοι εξ ~ας. Δεύτερη/πρώτη σειρά ~ας (: οι μεγαλύτεροι/μικρότεροι σε ηλικία). Εν ενεργεία και εν ~ αξιωματικοί. Παραμένω σε ~/τελώ εν ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε φυλάσσεται ή τίθεται κατά μέρος, για να χρησιμοποιηθεί σε ώρα ανάγκης: χρήματα σε ~. Επαρκείς ~ες σε φάρμακα. Αμυντικές ~ες του οργανισμού. Έχω (κάτι) για ~. Πβ. απόθεμα, καβάτζα, παρακαταθήκη, ρεζέρβα.|| (για πρόσ.) Πολιτική ~ της κυβέρνησης. ~ες στελεχών του κόμματος. Παίκτες-ες (= αναπληρωματικοί). (μτφ.) Τον έβ(γ)αλαν στην ~ (: τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση· πβ. αποστρατεύω). 4. ΠΛΗΡΟΦ. μπακ-απ. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακή εφεδρεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μέτρο μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με το οποίο το πλεονάζον προσωπικό θα απομακρύνεται από την εργασία του, λαμβάνοντας το 60% του μισθού για έναν χρόνο πριν από την οριστική απόλυση: σε καθεστώς ~ής ~ας., χρυσή εφεδρεία: πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες σε δύσκολη, κρίσιμη στιγμή: Αποτελεί/θεωρείται ~ ~. Πβ. άσος στο μανίκι. [< 1, 2: μτγν. ἐφεδρεία, γαλλ. réserve]
ζέσταμαζέ-στα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΥΜΝ. εκτέλεση γυμναστικών ασκήσεων με σκοπό την προετοιμασία του σώματος για αθλητική δραστηριότητα· προθέρμανση: ~ των μυών/με χαλαρό τρέξιμο. Πριν βγούν στη σκηνή, οι χορευτές έκαναν ~. Οι παίκτες βγήκαν για ~. Βλ. αναθέρμανση, ξανα~. ΑΝΤ. αποθεραπεία, χαλάρωμα.|| (ειδικότ. για τραγουδιστή:) ~ φωνής. 2. αύξηση της θερμοκρασίας (υγρού ή στερεού): ~ του νερού/φαγητού. ~ του κινητήρα/της μηχανής. Πβ. θέρμανση. ΑΝΤ. κρύωμα (2) ● ΦΡ.: κάηκε στο ζέσταμα (μτφ.-προφ.): για αθλητή που προθερμαίνεται για πολλή ώρα, χωρίς συνήθ. να χρησιμοποιείται στο παιχνίδι.
-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.
ιχθυαποθέματα[ἰχθυαποθέματα] ι-χθυ-α-πο-θέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & ιχθυοαποθέματα (τα) {σπανιότ. στον εν. ιχθυ(ο)απόθεμα} (επίσ.): ο πληθυσμός των ποικίλων ψαριών που διαθέτει ένα θαλάσσιο οικοσύστημα και τα οποία αποτελούν αλιευτικούς πόρους: μεταναστευτικά ~. Διαχείριση/επίπεδα/μείωση/προστασία ~άτων.
-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ