Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [6600-6620]


  • απόηχος [ἀπόηχος] α-πό-η-χος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) οι εντυπώσεις που προκαλούνται από ένα συμβάν, η επίδραση συντελεσμένου γεγονότος: ο ~ των δηλώσεων/της είδησης/της ήττας/της καταστροφής/του σκανδάλου/της συνάντησης. Στον ~ο των εορτών/των επεισοδίων. Πβ. αντίκτυπος, απήχηση.|| Ο ~ μιας εποχής. ~οι από το παρελθόν. 2. μακρινός αντίλαλος: ο ~ της έκρηξης.
  • αποθαίνω [ἀποθαίνω] α-πο-θαί-νω ρ. {μτχ. αποθαμένος} (λαϊκό-λογοτ.): πεθαίνω. [< μεσν. αποθαίνω]
  • αποθαλάσσωση [ἀποθαλάσσωση] α-πο-θα-λάσ-σω-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση υδροπλάνου από την επιφάνεια της θάλασσας: διάδρομος/πλατφόρμα ~ης (βλ. υδατοδρόμιο). ΑΝΤ. προσθαλάσσωση
  • αποθανατίζω βλ. απαθανατίζω
  • αποθανάτιση βλ. απαθανάτιση
  • αποθάνει βλ. αποθνήσκω
  • αποθανών , ούσα, όν [ἀποθανών] α-πο-θα-νών επίθ./ουσ. {αποθαν-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (επίσ.): πεθαμένος, νεκρός: ο ~ πρόεδρος. ~όντες: γονείς.|| (ως ουσ.) Η οικογένεια του ~όντος (= εκλιπόντος, μεταστάντος). Εις μνήμην των ~όντων (= τεθνεώτων· βλ. πεσόντων). Πβ. θανών. ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< μτχ. αορ. β’ του ρ. ἀποθνῄσκω]
  • αποθάρρυνση [ἀποθάρρυνση] α-πο-θάρ-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. ενθάρρυνση 1. απώλεια του θάρρους. Πβ. απογοήτευση, αποκαρδίωση. 2. αποτροπή, παρεμπόδιση: ~ των επενδύσεων (εξαιτίας της κρίσης)/της επιχειρηματικότητας. Μέτρα/πολιτική ~ης της χρήσης ΙΧ στο κέντρο της πόλης. [< γαλλ. découragement]
  • αποθαρρυντικός , ή, ό [ἀποθαρρυντικός] α-πο-θαρ-ρυ-ντι-κός επίθ.: που προκαλεί αποθάρρυνση: ~ή: εικόνα/κατάσταση. ~ό: κλίμα. ~ά: μηνύματα/στοιχεία. ΣΥΝ. απογοητευτικός, αποκαρδιωτικός ΑΝΤ. εμψυχωτικός, ενθαρρυντικός, παροτρυντικός ● επίρρ.: αποθαρρυντικά [< γαλλ. décourageant]
  • αποθαρρύνω [ἀποθαρρύνω] α-πο-θαρ-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {αποθάρρυ-να, -νθηκα, -μένος (σπανιότ.) αποθαρρημένος, αποθαρρύν-οντας} ΑΝΤ. ενθαρρύνω 1. κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος, τον ενθουσιασμό του: Η σκληρή κριτική χωρίς έπαινο ~ει τους μαθητές. ΣΥΝ. απογοητεύω, αποκαρδιώνω ΑΝΤ. εμψυχώνω (1), παροτρύνω 2. αποτρέπω, εμποδίζω: Μέτρα που ~ουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας (ΑΝΤ. ευνοώ). Το αυστηρό της ύφος ~ει τους άλλους. ● Παθ.: αποθαρρύνομαι: χάνω το θάρρος μου: Με τις φωνές ~εται. ~εται εύκολα από τις δυσκολίες. ΑΝΤ. αναθαρρώ & αναθαρρεύω, ξεθαρρεύω [< μτγν. ἀποθαρρύνομαι 'ενθαρρύνομαι', γαλλ. décourager]
  • αποθείωση [ἀποθείωση] α-πο-θεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κατεργασία, κυρ. προϊόντων του πετρελαίου, για την απομάκρυνση των προσμείξεων του θείου: υγρή/φυσική ~. ~ καυσαερίων. [< πβ. μτγν. ἀποθείωσις 'αποθέωση', γαλλ. désulfuration]
  • απόθεμα [ἀπόθεμα] α-πό-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αποθέμ-ατα, -άτων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} αγαθά, πρώτες ύλες, υποδομές που υφίστανται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη αναγκών: ~ τροφίμων/φαρμάκων.|| Πλεονάζοντα/υδάτινα/φυσικά ~ατα. Αύξηση/διάθεση/εκμετάλλευση/έλλειψη/εξάντληση/(αν)επάρκεια (εγχώριων/παγκόσμιων) ~άτων. Περιοχή που έχει/διαθέτει πλούσια ~ατα σε μεταλλεύματα (πβ. κοιτάσματα). Τα ~ατα νερού/πετρελαίου/χρυσού έχουν αρχίσει να εξαντλούνται/λιγοστεύουν/τελειώνουν. Βλ. ιχθυαποθέματα.|| (ΙΑΤΡ.) Ενεργειακό ~. ~ατα λίπους/σιδήρου στον οργανισμό.|| Το (γηρασμένο) κτιριακό/οικιστικό ~ μιας περιοχής (: το σύνολο των κατοικιών). Το (πλούσιο) οικολογικό/πολιτιστικό ~ μιας χώρας (πβ. παρακαταθήκη).|| (μτφ.) Ψυχικά ~ατα. Ανεξάντλητα ~ατα αντοχής/δυνάμεων/υπομονής. 2. ΟΙΚΟΝ. αποθηκευμένα διαθέσιμα εμπορεύματα μιας επιχείρησης: έλλειψη/επάρκεια ~ατος. Απογραφή/αποτίμηση/αύξηση/εκποίηση/μείωση/πώληση ~άτων. Εξαντλήθηκε/τελείωσε το ~. Πβ. ντεπό, στοκ. Βλ. εφεδρεία, καβάντζα, ρεζέρβα.|| (για κεφάλαιο:) ~ ασφαλείας. Εθνικό/συναλλαγματικό ~. ~ τραπεζογραμματίων/χρυσού. Η αξία/το ύψος του ~ατος. ~ατα των τραπεζών. [< γαλλ. dépôt, réserve, stock]
  • αποθεματικό [ἀποθεματικό] α-πο-θε-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.) : ΟΙΚΟΝ. (για επιχείρηση ή το Δημόσιο) κεφάλαιο που λειτουργεί ως απόθεμα ασφαλείας: αρνητικό/γενικό/ειδικό/ελάχιστο/συνολικό ~. ~ αναπροσαρμογής/εξισορρόπησης/ρευστότητας. Αφανή-φανερά/γνήσια-καταχρηστικά/έκτακτα-τακτικά/υποχρεωτικά-προαιρετικά ~ά. ~ά των τραπεζών. ~ για αντιμετώπιση ενδεχόμενων ζημιών/διοικητικές δαπάνες.|| ~ (της) πολυκατοικίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό επίδοσης: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων, το οποίο ανακατανέμεται (από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) στα επιτυχή επιχειρησιακά προγράμματα., αποθεματικό προγραμματισμού: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων το οποίο κατανέμεται (σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και στοχεύει στην ικανή ανταπόκριση σε απρόβλεπτες εξελίξεις που αφορούν τα επιχειρησιακά προγράμματα. [< γαλλ. réserve, αγγλ. reserve]
  • αποθεματικός , ή, ό [ἀποθεματικός] α-πο-θε-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το απόθεμα: ~ός: λογαριασμός. ~ή: τράπεζα. ~ά: κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό νόμισμα: το ισχυρό νόμισμα στο οποίο τηρούνται τα συναλλαγματικά αποθέματα των κρατών και των διεθνών χρηματοοικονομικών οργανισμών. [< αγγλ. reserve currency]
  • αποθεματοποίηση [ἀποθεματοποίηση] α-πο-θε-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία αποθέματος: ~ γεωργικών/κτηνοτροφικών προϊόντων. ~ καυσίμων. Πβ. στοκάρισμα2. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. storage, stocking]
  • αποθεραπεία [ἀποθεραπεία] α-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. το τελευταίο στάδιο μιας θεραπείας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της ανάρρωσης: ~ ασθενών/τοξικομανών. Ασκήσεις/Κέντρο ~ας. Πρόγραμμα ~ας αθλητών (από τραυματισμούς). Πβ. αποκατάσταση, ίαση. Βλ. -θεραπεία. 2. ΑΘΛ. (μετά τη γυμναστική) προοδευτική μείωση της έντασης και επαναφορά στην αρχική κατάσταση με ήπιες διατατικές ασκήσεις: χαλάρωμα και ~. Βλ. ζέσταμα, προθέρμανση. [< μτγν. ἀποθεραπεία ‘περιποίηση του σώματος (μετά από φυσικές ασκήσεις)’, πβ. γαλλ. postcure, 1948]
  • αποθεραπεύω [ἀποθεραπεύω] α-πο-θε-ρα-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθεράπευ-σα, -τηκα (λόγ. -θηκα), -μένος} : ΙΑΤΡ. θεραπεύω πλήρως: Ασκήσεις που ~ουν από τραυματισμούς. ● Παθ.: αποθεραπεύομαι: αναρρώνω εντελώς ακολουθώντας συνήθ. πρόγραμμα αποθεραπείας: Ο αθλητής ~τηκε από κάταγμα που υπέστη.|| Τραυματισμένα ζώα/πουλιά που ~τηκαν σε κέντρο περίθαλψης. [< αρχ. ἀποθεραπεύω ‘θεραπεύω, τιμώ’]
  • αποθερμαίνω [ἀποθερμαίνω] α-πο-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {αποθέρμ-ανε, -άνει, -άνθηκε} 1. ΟΙΚΟΝ. οδηγώ σε αποθέρμανση: ~εται αργά, αλλά σταθερά η αγορά/η οικονομία. ~άνθηκαν απότομα οι τιμές των κατοικιών. 2. (μτφ.) μειώνω την ένταση: Η παρέμβασή του είχε σκοπό να ~άνει την αντιπαράθεση. Πβ. αμβλύνω, αποκλιμακώνω. ΑΝΤ. εντείνω [< πβ. μεσν. αποθερμαίνω 'θερμαίνω περισσότερο', αγγλ. cool down]
  • αποθέρμανση [ἀποθέρμανση] α-πο-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μείωση του ρυθμού ανάπτυξης για την αντιμετώπιση πληθωριστικών πιέσεων: Σταδιακή ~ της αγοράς ακινήτων/του χρηματιστηρίου. Αύξηση των επιτοκίων για ~. 2. (σπάν.-μτφ.) εξασθένηση της έντασης: ~ της φιλονικίας. Πβ. αποκλιμάκωση.
  • απόθεση [ἀπόθεση] α-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συσσώρευση ή τοποθέτηση στο έδαφος και συνεκδ. οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις ουσιών, υλικών: (ΓΕΩΛ.) ιζηματογενής/καταλυτική/οργανική/χημική ~. ~ άμμου/σκόνης/φερτών υλών.|| ~ αποβλήτων/λυματολάσπης/οξέων/χημικών. Χώρος ~ης απορριμμάτων.|| (στον πληθ.) Λιμναίες/παράκτιες/πελαγικές/ποτάμιες/χερσαίες ~έσεις. ~έσεις αλάτων/ηφαιστειακών πετρωμάτων. Πβ. εν~. [< αρχ. ἀπόθεσις, γαλλ. sédiment]

απαθανατίζω

απαθανατίζω[ἀπαθανατίζω] α-πα-θα-να-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απαθανάτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, απαθανατίζ-οντας} & (προφ.) αποθανατίζω: φωτογραφίζω ή αναπαριστώ, μέσω άλλης τέχνης ή τεχνικής, πρόσωπο, σκηνή, γεγονός, ώστε να διασωθεί στη μνήμη: Εικόνες που ~σε η κάμερα. Ιστορικά γεγονότα που έχουν ~στεί σε φιλμ.|| Πόλεις που ~στηκαν σε διάσημους πίνακες (= απεικονίστηκαν)/σε κλασικά έργα της λογοτεχνίας (= καταγράφηκαν). Πβ. αποτυπώνω. [< μτγν. ἀπαθανατίζω ‘καθιστώ αθάνατο, θεοποιώ’]

απαθανάτιση

απαθανάτιση[ἀπαθανάτιση] α-πα-θα-νά-τι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αποθανάτιση: φωτογραφική συνήθ. αναπαράσταση προσώπων ή γεγονότων, ώστε να διατηρηθούν στη μνήμη: ~ ιστορικών/προσωπικών στιγμών. [< μτγν. ἀπαθανάτισις]

αποθνήσκω

αποθνήσκω[ἀποθνήσκω] α-πο-θνή-σκω ρ. (αμτβ.) {απέθανε, αποθάνει, μτχ. αποθαν-ών, -ούσα, -όν} (αρχαιοπρ.): πεθαίνω. ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! βλ. βασιλιάς [< αρχ. ἀποθνῄσκω]

δεδικαίωται

δεδικαίωταιδε-δι-καί-ω-ται ρ. (αρχαιοπρ.): έχει δικαιωθεί· μόνο στη ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται & (σπάν.) ο τεθνεώς δεδικαίωται: μην κρίνεις αρνητικά κάποιον που έχει πεθάνει, μη σπιλώνεις τη μνήμη του. [αρχική σημ. στην ΚΔ, Πρὸς Ρωμαίους 6,7: ὁ γὰρ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας: ο νεκρός λυτρώνεται από την αμαρτία, δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει] [< αρχ. δικαιοῦμαι]

εφεδρεία

εφεδρεία[ἐφεδρεία] ε-φε-δρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. δύναμη που δεν λαμβάνει μέρος σε πολεμική επιχείρηση, αλλά είναι διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί, όταν χρειαστεί: ενεργός στρατός, ~ και εθνοφυλακή. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατεύσιμων που δεν βρίσκονται υπό τα όπλα, αλλά μπορούν να επιστρατευτούν σε περίπτωση πολέμου: μόνιμοι εξ ~ας. Δεύτερη/πρώτη σειρά ~ας (: οι μεγαλύτεροι/μικρότεροι σε ηλικία). Εν ενεργεία και εν ~ αξιωματικοί. Παραμένω σε ~/τελώ εν ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε φυλάσσεται ή τίθεται κατά μέρος, για να χρησιμοποιηθεί σε ώρα ανάγκης: χρήματα σε ~. Επαρκείς ~ες σε φάρμακα. Αμυντικές ~ες του οργανισμού. Έχω (κάτι) για ~. Πβ. απόθεμα, καβάτζα, παρακαταθήκη, ρεζέρβα.|| (για πρόσ.) Πολιτική ~ της κυβέρνησης. ~ες στελεχών του κόμματος. Παίκτες-ες (= αναπληρωματικοί). (μτφ.) Τον έβ(γ)αλαν στην ~ (: τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση· πβ. αποστρατεύω). 4. ΠΛΗΡΟΦ. μπακ-απ. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακή εφεδρεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μέτρο μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με το οποίο το πλεονάζον προσωπικό θα απομακρύνεται από την εργασία του, λαμβάνοντας το 60% του μισθού για έναν χρόνο πριν από την οριστική απόλυση: σε καθεστώς ~ής ~ας., χρυσή εφεδρεία: πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες σε δύσκολη, κρίσιμη στιγμή: Αποτελεί/θεωρείται ~ ~. Πβ. άσος στο μανίκι. [< 1, 2: μτγν. ἐφεδρεία, γαλλ. réserve]

ζέσταμα

ζέσταμαζέ-στα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΥΜΝ. εκτέλεση γυμναστικών ασκήσεων με σκοπό την προετοιμασία του σώματος για αθλητική δραστηριότητα· προθέρμανση: ~ των μυών/με χαλαρό τρέξιμο. Πριν βγούν στη σκηνή, οι χορευτές έκαναν ~. Οι παίκτες βγήκαν για ~. Βλ. αναθέρμανση, ξανα~. ΑΝΤ. αποθεραπεία, χαλάρωμα.|| (ειδικότ. για τραγουδιστή:) ~ φωνής. 2. αύξηση της θερμοκρασίας (υγρού ή στερεού): ~ του νερού/φαγητού. ~ του κινητήρα/της μηχανής. Πβ. θέρμανση. ΑΝΤ. κρύωμα (2) ● ΦΡ.: κάηκε στο ζέσταμα (μτφ.-προφ.): για αθλητή που προθερμαίνεται για πολλή ώρα, χωρίς συνήθ. να χρησιμοποιείται στο παιχνίδι.

-θεραπεία

-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.

ιχθυαποθέματα

ιχθυαποθέματα[ἰχθυαποθέματα] ι-χθυ-α-πο-θέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & ιχθυοαποθέματα (τα) {σπανιότ. στον εν. ιχθυ(ο)απόθεμα} (επίσ.): ο πληθυσμός των ποικίλων ψαριών που διαθέτει ένα θαλάσσιο οικοσύστημα και τα οποία αποτελούν αλιευτικούς πόρους: μεταναστευτικά ~. Διαχείριση/επίπεδα/μείωση/προστασία ~άτων.

-ποίηση

-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.