Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [6620-6640]


  • αποθετήριο [ἀποθετήριο] α-πο-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. βεβαίωση καταχώρισης μετοχών του ΧΑΑ στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τίτλος. Βλ. ενεχυρόγραφο, -τήριο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή συλλογή δεδομένων, συνήθ. της πνευματικής παραγωγής πανεπιστημίου: ακαδημαϊκό/εκπαιδευτικό ~. Διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών & (προφ.) Αποθετήριο: ΟΙΚΟΝ. ανώνυμη εταιρεία η οποία έχει ως σκοπό την εκκαθάριση και τον διακανονισμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών, την καταχώριση των αποϋλοποιημένων, εισηγμένων στο ΧΑΑ, αξιών και την παροχή διαφόρων υπηρεσιών που αφορούν οικονομικούς τίτλους (διανομή αξιογράφων ή μερισμάτων, εξόφληση τοκομεριδίων, μεταβίβαση δικαιωμάτων επί μετοχών). [< αγγλ. Central Securities Depository] , ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο βλ. καταθετήριο
  • αποθετήριος , α, ο [ἀποθετήριος] α-πο-θε-τή-ρι-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την καταχώριση μετοχών στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών: ~οι: τίτλοι. ~α: έγγραφα. Βλ. -τήριος.
  • αποθέτης [ἀποθέτης] α-πο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που αναθέτει σε εταιρεία την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων της· πελάτης εταιρείας η οποία παρέχει υπηρεσίες επιμελητείας: επιτηδευματίες ~ες. Βλ. αποθηκευτής, -θέτης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος για την κατάχωση ιερών αντικειμένων, κυρ. αναθημάτων που είχαν περιπέσει σε αχρηστία: ~ες αμφορέων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) μηχανή απόρριψης και επεξεργασίας των άγονων υλικών λιγνιτωρυχείου: ηλεκτροκίνητοι ~ες. Βλ. ταινιόδρομος. [< 1: γαλλ. panier de rebut]
  • αποθετικός , ή, ό [ἀποθετικός] α-πο-θε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθετική ζημία: ΝΟΜ. διαφυγόν κέρδος λόγω βλάβης., αποθετικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. που έχει μορφολογία μεσοπαθητικής φωνής (κατάλ. -(ο)μαι) και ενεργητική σημασία: π.χ. έρχομαι, δέχομαι, κοιμάμαι, ονειρεύομαι. [< αρχ. ἀποτίθημι]
  • αποθέτω [ἀποθέτω] α-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {απέθε-σα, αποτίθ-εται ... -ενται, αποτέ-θηκε, αποτε-θεί, αποθέτ-οντας} (λόγ.) 1. αφήνω κάτι στο έδαφος ή στη θέση για την οποία προορίζεται: ~σαν στεφάνι στο μνημείο (πβ. ακουμπώ). Τα απόβλητα ~ενται σε τάφρους/χώρους υγειονομικής ταφής (πβ. ξεφορτώνονται). Κροκαλοπαγή που έχουν ~θεί ως ιζήματα στους πυθμένες των θαλασσών.|| (ΣΤΡΑΤ., ως παράγγελμα:) Αποθέσατε (όπλα)! 2. (μτφ.) βασίζω, επενδύω: Έχω αποθέσει (= στηρίξει) όλες μου τις ελπίδες πάνω σου! Πβ. εν~. [< 1: μεσν. αποθέτω, γαλλ. déposer]
  • αποθεώνω [ἀποθεώνω] α-πο-θε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποθέω-σε, αποθεώ-θηκε, -μένος, αποθεών-οντας} 1. εκφράζω με έντονο τρόπο τον ενθουσιασμό, τον θαυμασμό ή την επιδοκιμασία μου για κάποιον, συνήθ. καλλιτέχνη ή αθλητή: Το κοινό τον ~σε με φωνές και χειροκροτήματα. Οι παίκτες ~θηκαν από τους φιλάθλους. Πβ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, γιουχάρω, προπηλακίζω, χλευάζω 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) θεοποιώ: Άνθρωποι που ~ουν την ύλη/το χρήμα. Πβ. εκθειάζω.|| Αξίες/ιδανικά που ~ονται. Πβ. εξυμνώ. [< αρχ. ἀποθεῶ, γαλλ. déifier]
  • αποθέωση [ἀποθέωση] α-πο-θέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. έκφραση μεγάλου ενθουσιασμού, θαυμασμού ή επαίνου, κυρ. προς καλλιτέχνες ή αθλητές: ~ των νικητών. Εν μέσω ~ης/(μέσα) σε κλίμα ~ης. Έφτασε στην ~. Έγινε αποδέκτης θερμής υποδοχής και ~ης. Την απόλυτη/πραγματική ~ γνώρισαν οι πρωταθλητές από τους φιλάθλους. Πβ. εγκωμι-, εκθει-ασμός.|| (εμφατ., ως χαρακτηρισμός:) Όταν έχει τα κέφια του είναι (σκέτη) ~ (= απόλαυση)! 2. (συνήθ. για κάτι αρνητ.) το αποκορύφωμα, το άκρον άωτον: η ~ του κιτς/του κυνισμού/της ξεφτίλας/του παραλόγου/της υποκρισίας. [< μτγν. ἀποθέωσις, γαλλ. apothéose, déification, αγγλ. apotheosis]
  • αποθεωτικός , ή, ό [ἀποθεωτικός] α-πο-θε-ω-τι-κός επίθ.: που αποθεώνει (κάποιον): ~ή: ατμόσφαιρα. ~ές: εκδηλώσεις/σκηνές. ~ά: σχόλια (πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-ικός)/χειροκροτήματα. Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή (βλ. θέρμη). ~ές και διθυραμβικές κριτικές.
  • αποθηκάριος [ἀποθηκάριος] α-πο-θη-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ο υπεύθυνος για την οργάνωση και τη διαχείριση της αποθήκης εμπορευμάτων: ~-οδηγός. Βλ. -άριος. 2. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή δόκιμος που έχει την ευθύνη αποθήκης στρατοπέδου: ~ πυρομαχικών και εκρηκτικών. [< 1: μεσν. ἀποθηκάριος]
  • αποθήκευση [ἀποθήκευση] α-πο-θή-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. φύλαξη εμπορευμάτων ή υλικών σε ειδικό χώρο· συσσώρευση: ~ αποβλήτων/καυσίμων/νερού/πρώτων υλών/χημικών. Δεξαμενή ~ης.|| ~ σιτηρών. Συνθήκες ~ης και συντήρησης τροφίμων. Πβ. εν~.|| ~ θερμότητας. Υδροηλεκτρικά συστήματα ~ης ενέργειας. Πβ. αποταμίευση, συγκέντρωση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εγγραφή αρχείου στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ αλλαγών/ιστοσελίδας. ~ αντιγράφων στον σκληρό (δίσκο)/στο σιντί/στο φλασάκι. Πβ. σώσιμο.|| (σε κινητό τηλέφωνο, διατήρηση δεδομένων:) ~ αριθμού τηλεφώνου/μηνυμάτων. [< 1: γαλλ. magasinage, emmagasinage 2: αγγλ. save, 1982]
  • αποθηκεύσιμος , η, ο [ἀποθηκεύσιμος] α-πο-θη-κεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αποθηκευτεί: ~η: ενέργεια/τροφή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μέγιστο ~ο ποσό δεδομένων. [< αγγλ. storable]
  • αποθηκευτής [ἀποθηκευτής] α-πο-θη-κευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να κατέχει προϊόν με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά: εγκεκριµένος/πιστοποιημένος ~. ~ αγαθών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. αποθέτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης: ~ νερού.
  • αποθηκευτικός , ή, ό [ἀποθηκευτικός] α-πο-θη-κευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποθήκευση: ~ός: χώρος (= αποθήκη). ~ές: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: δυνατότητα/ικανότητα (δισκέτας)/μνήμη/χωρητικότητα. ~ές: μονάδες/συσκευές. ~ά: (μαγνητικά) μέσα.
  • αποθήκευτρα [ἀποθηκεύτρα] α-πο-θή-κευ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): ποσό που καταβάλλεται για τη φύλαξη αντικειμένων σε μη ιδιόκτητη αποθήκη: ~ αερολιμένα/ταχυδρομείων/τελωνείων. Βλ. ασφάλιστρα, δασμός, μεταφορικά, φύλακτρα.
  • αποθηκεύω [ἀποθηκεύω] α-πο-θη-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθήκευ-σα, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. φυλάσσω σε αποθήκη· συσσωρεύω: ~ εμπορεύματα (πβ. στοκάρω). Επιχειρήσεις που ~ουν, συντηρούν και διακινούν τρόφιμα. ~μένα: καύσιμα/προϊόντα.|| ~ νερό σε δεξαμενές (πβ. μαζεύω, συλλέγω. ANT. εξαντλώ). (ΙΑΤΡ.) Ο οργανισμός ~ει ενέργεια/λίπος (πβ. αποταμιεύει, συγκεντρώνει. ΑΝΤ. καίει). Πβ. εν~.|| (μτφ.) Ο εγκέφαλος ~ει γνώσεις. Πβ. αποθησαυρίζω. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εγγράφω αρχείο στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ κείμενο/τραγούδια/φωτογραφίες σε σιντί/στον σκληρό δίσκο. Οι αλλαγές δεν ~τηκαν. Πβ. σώζω.|| (διατηρώ δεδομένα:) ~ μηνύματα στο κινητό (ΑΝΤ. διαγράφω, σβήνω). ~μένοι: αριθμοί τηλεφώνου. [< 1: γαλλ. emmagasiner 2: αγγλ. save, 1961]
  • αποθήκη [ἀποθήκη] α-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) {αποθηκών} 1. χώρος φύλαξης εμπορευμάτων ή συγκέντρωσης, διατήρησης αγαθών και άλλων ειδών: εμπορική/φορολογική (: στην οποία φυλάσσονται προϊόντα που επιβαρύνονται με ΕΦΚ) ~. ~ εργοστασίου/καυσίμων/πρώτων υλών/τροφίμων/υλικού. Απογραφή/βιβλίο ~ης. Πβ. ντεπό.|| (Ψυχόμενη) ~ συντήρησης. Διαμέρισμα με γκαράζ και ~. Βλ. ξυλ~, οιν~, σιτ~, υδατ~, φαρμακ~, χορτ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλισμού/πυρομαχικών.|| (μτφ.) ~ες σιδήρου (: στον ανθρώπινο οργανισμό· πβ. φερριτίνη). Βλ. -θήκη. 2. επιχείρηση που διαθέτει το εμπόρευμά της κυρ. σε τιμές χονδρικής: ~ ανταλλακτικών/επίπλων/χαρτικών. Είδη σε τιμές ~ης. Πβ. στοκ. ● Υποκ.: αποθηκούλα (η): μικρός βοηθητικός αποθηκευτικός χώρος μέσα ή έξω από το σπίτι. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικές Αποθήκες (επίσ.) : που ανήκουν κυρ. στο Δημόσιο και διατίθενται για αποθήκευση προϊόντων σε περισσότερους του ενός προμηθευτές έναντι καταβολής δικαιώματος. Βλ. αποθηκευτής.|| Oι ~ ~ του Στρατού/της Πολεμικής Αεροπορίας. [< 1: αρχ. ἀποθήκη· πβ. γερμ. Apotheke]
  • αποθηλασμός [ἀποθηλασμός] α-πο-θη-λα-σμός ουσ. (αρσ.): απογαλακτισμός. [< μτγν. ἀποθηλασμός ‘θηλασμός’, γαλλ. ablactation]
  • αποθησαυρίζω [ἀποθησαυρίζω] α-πο-θη-σαυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αποθησαύρι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αποθησαυρίζ-οντας} 1. συλλέγω γλωσσικό κυρ. υλικό, για να το συμπεριλάβω σε μελέτη ή κυρ. σε λεξικό: Η ελληνική γλώσσα/ο γλωσσικός πλούτος της .../η σοφία του παρελθόντος ~στηκε σε πέντε τόμους/σιντί. Οι λέξεις/όροι έχουν ~στεί από ιατρικά βιβλία. ~σμένα: κείμενα. Πβ. καταγράφω, σταχυολογώ. Βλ. αποδελτιώνω. 2. συγκεντρώνω, συσσωρεύω πολύτιμα αντικείμενα, στοιχεία: ~ πλούτη. ~ει τεράστια ποσά κάθε χρόνο (πβ. αποταμιεύω). ~σμένο: χρήμα.|| Δεκάδες χειρόγραφα έχουν ~στεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη. ~σμένα: κειμήλια/(ιερά) λείψανα. Πβ. μαζεύω.|| (μτφ.) Έχει ~σει γνώσεις ετών. ~σμένη: εμπειρία/πείρα. ~σμένες: μνήμες. [< μτγν. ἀποθησαυρίζω, γαλλ. thésauriser]
  • αποθησαύριση [ἀποθησαύριση] α-πο-θη-σαύ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & αποθησαυρισμός (ο) 1. συλλογή γλωσσικού κυρ. υλικού για την εκπόνηση μελέτης ή τη σύνταξη λεξικού: ~ εκφράσεων/λέξεων/όρων. ~ μαρτυριών/παροιμιών. Πβ. καταγραφή, σταχυολόγηση. Βλ. αποδελτίωση. 2. αποταμίευση, συγκέντρωση: ~ κεφαλαίων (: μετατροπή τους σε απόθεμα)/πλούτου (πβ. συσσώρευση)/υλικών αγαθών/χρυσού.|| (μτφ.) Το έργο του αποτελεί ~ γνώσης/σοφίας. Πβ. αποθησαύρισμα. [< μεσν. αποθησαύρισις, γαλλ. thésaurisation, μτγν. ἀποθησαυρισμός 'αποθήκευση']
  • αποθησαύρισμα [ἀποθησαύρισμα] α-πο-θη-σαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {αποθησαυρίσμ-ατα} (λόγ.): αποθησαύριση και συνεκδ. οτιδήποτε αποθησαυρισμένο: γλωσσικό/πνευματικό ~. Ιστορικά/λαογραφικά ~ατα. Έργο που αποτελεί ~ γνώσεων/εμπειριών.

αποδελτιώνω

αποδελτιώνω[ἀποδελτιώνω] α-πο-δελ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδελτίω-σα, -θηκε, -μένος, αποδελτιών-οντας} : συλλέγω στοιχεία από συγκεκριμένες πηγές και τα καταγράφω σε δελτία: ~ κείμενα/λέξεις/πληροφορίες/χειρόγραφα. ~θηκαν ιδιωματικές εκφράσεις. ~μένα: άρθρα/δημοσιεύματα/έντυπα/περιοδικά. Πβ. αποθησαυρίζω. Βλ. αρχειοθετώ, ευρετηριάζω, καταλογογραφώ. [< αγγλ. index]

αποδελτίωση

αποδελτίωση[ἀποδελτίωση] α-πο-δελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): συλλογή και καταγραφή στοιχείων από συγκεκριμένες πηγές σε δελτία: ~ αρχείου/βιβλίων/κειμένων/γλωσσικού υλικού. Ηλεκτρονική ~ τύπου. Βλ. ευρετηρίαση. [< αγγλ. indexing]

αποθέτης

αποθέτης[ἀποθέτης] α-πο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που αναθέτει σε εταιρεία την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων της· πελάτης εταιρείας η οποία παρέχει υπηρεσίες επιμελητείας: επιτηδευματίες ~ες. Βλ. αποθηκευτής, -θέτης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος για την κατάχωση ιερών αντικειμένων, κυρ. αναθημάτων που είχαν περιπέσει σε αχρηστία: ~ες αμφορέων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) μηχανή απόρριψης και επεξεργασίας των άγονων υλικών λιγνιτωρυχείου: ηλεκτροκίνητοι ~ες. Βλ. ταινιόδρομος. [< 1: γαλλ. panier de rebut]

αποθηκευτής

αποθηκευτής[ἀποθηκευτής] α-πο-θη-κευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να κατέχει προϊόν με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά: εγκεκριµένος/πιστοποιημένος ~. ~ αγαθών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. αποθέτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης: ~ νερού.

-άριος

-άριος: επίθημα αρσενικών κυρ. ουσιαστικών που παράγονται από ουσιαστικά και δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: αποθηκ~/βιβλιοθηκ~.|| (προφ.) Πεζικ~/πυροβολικ~/πληροφορικ~.|| (ειρων.-μειωτ.) Νομικ~.|| Αρχ~.

ασφάλιστρα

ασφάλιστρα[ἀσφάλιστρα] α-σφά-λι-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ασφάλιστρο}: ΝΟΜ. ποσό που καταβάλλει περιοδικά ο ασφαλιζόμενος για ασφάλιση (προσώπου ή περιουσιακού στοιχείου): ενιαία/μηνιαία/μικτά ~. Ετήσια/μειωμένα ~. Υψηλά/χαμηλά ~. Αύξηση ~ίστρων. ~ αυτοκινήτου/ζωής/κινδύνου/κλοπής/μεταφορών/πυρός/υγείας. ~ οδικής βοήθειας. Βλ. αντ~, επασφάλιστρο, -τρο. [< γαλλ. pris d'assurance]

ενεχυρόγραφο

ενεχυρόγραφο[ἐνεχυρόγραφο] ε-νε-χυ-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έγγραφο που πιστοποιεί την ενεχυρίαση. Βλ. αποθετήριο.

-θήκη

-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).

καταθετήριο

καταθετήριοκα-τα-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): απόδειξη πληρωμής: ονομαστικό ~. ~ της τράπεζας. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο: ψηφιακή βιβλιοθήκη που παρέχει ελεύθερη και χωρίς περιορισμό πρόσβαση στο επιστημονικό και ερευνητικό υλικό ακαδημαϊκού ιδρύματος: ~ ~ για τις διδακτορικές διατριβές και τις μεταπτυχιακές εργασίες που έχουν εκπονηθεί στο Πανεπιστήμιο. [< αγγλ. Institutional Repository]

ταινιόδρομος

ταινιόδρομοςται-νι-ό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινούμενος ιμάντας μεταφοράς: ~ αποσκευών (: σε αεροδρόμια)/ζύγισης/τροφοδοσίας/φόρτωσης εμπορευμάτων (= ραουλόδρομος). Βλ. -δρομος. ΣΥΝ. κυλιόμενος διάδρομος (1) [< αγγλ. conveyor belt, 1906]

-τήριος

-τήριος, α/ος, ο (λόγ.): επίθημα που δηλώνει δυνατότητα, καταλληλότητα του προσδιοριζόμενου για ό,τι εκφράζει το θέμα: διαβιβασ~/δρασ~/εξιλασ~/ευχαρισ~/κατατακ~/κινη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Η) παρακαμπ~. (Το) αισθη-τήριο/αναγγελ~/εισι~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.