αποδελτιώνω[ἀποδελτιώνω] α-πο-δελ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδελτίω-σα, -θηκε, -μένος, αποδελτιών-οντας} : συλλέγω στοιχεία από συγκεκριμένες πηγές και τα καταγράφω σε δελτία: ~ κείμενα/λέξεις/πληροφορίες/χειρόγραφα. ~θηκαν ιδιωματικές εκφράσεις. ~μένα: άρθρα/δημοσιεύματα/έντυπα/περιοδικά. Πβ. αποθησαυρίζω. Βλ. αρχειοθετώ, ευρετηριάζω, καταλογογραφώ. [< αγγλ. index]
αποδελτίωση[ἀποδελτίωση] α-πο-δελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): συλλογή και καταγραφή στοιχείων από συγκεκριμένες πηγές σε δελτία: ~ αρχείου/βιβλίων/κειμένων/γλωσσικού υλικού. Ηλεκτρονική ~ τύπου. Βλ. ευρετηρίαση. [< αγγλ. indexing]
αποθέτης[ἀποθέτης] α-πο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που αναθέτει σε εταιρεία την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων της· πελάτης εταιρείας η οποία παρέχει υπηρεσίες επιμελητείας: επιτηδευματίες ~ες. Βλ. αποθηκευτής, -θέτης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος για την κατάχωση ιερών αντικειμένων, κυρ. αναθημάτων που είχαν περιπέσει σε αχρηστία: ~ες αμφορέων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) μηχανή απόρριψης και επεξεργασίας των άγονων υλικών λιγνιτωρυχείου: ηλεκτροκίνητοι ~ες. Βλ. ταινιόδρομος. [< 1: γαλλ. panier de rebut]
αποθηκευτής[ἀποθηκευτής] α-πο-θη-κευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να κατέχει προϊόν με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά: εγκεκριµένος/πιστοποιημένος ~. ~ αγαθών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. αποθέτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης: ~ νερού.
-άριος: επίθημα αρσενικών κυρ. ουσιαστικών που παράγονται από ουσιαστικά και δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: αποθηκ~/βιβλιοθηκ~.|| (προφ.) Πεζικ~/πυροβολικ~/πληροφορικ~.|| (ειρων.-μειωτ.) Νομικ~.|| Αρχ~.
ασφάλιστρα[ἀσφάλιστρα] α-σφά-λι-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ασφάλιστρο}: ΝΟΜ. ποσό που καταβάλλει περιοδικά ο ασφαλιζόμενος για ασφάλιση (προσώπου ή περιουσιακού στοιχείου): ενιαία/μηνιαία/μικτά ~. Ετήσια/μειωμένα ~. Υψηλά/χαμηλά ~. Αύξηση ~ίστρων. ~ αυτοκινήτου/ζωής/κινδύνου/κλοπής/μεταφορών/πυρός/υγείας. ~ οδικής βοήθειας. Βλ. αντ~, επασφάλιστρο, -τρο. [< γαλλ. pris d'assurance]
ενεχυρόγραφο[ἐνεχυρόγραφο] ε-νε-χυ-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έγγραφο που πιστοποιεί την ενεχυρίαση. Βλ. αποθετήριο.
-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).
καταθετήριοκα-τα-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): απόδειξη πληρωμής: ονομαστικό ~. ~ της τράπεζας. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο: ψηφιακή βιβλιοθήκη που παρέχει ελεύθερη και χωρίς περιορισμό πρόσβαση στο επιστημονικό και ερευνητικό υλικό ακαδημαϊκού ιδρύματος: ~ ~ για τις διδακτορικές διατριβές και τις μεταπτυχιακές εργασίες που έχουν εκπονηθεί στο Πανεπιστήμιο. [< αγγλ. Institutional Repository]
ταινιόδρομοςται-νι-ό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινούμενος ιμάντας μεταφοράς: ~ αποσκευών (: σε αεροδρόμια)/ζύγισης/τροφοδοσίας/φόρτωσης εμπορευμάτων (= ραουλόδρομος). Βλ. -δρομος. ΣΥΝ. κυλιόμενος διάδρομος (1) [< αγγλ. conveyor belt, 1906]
-τήριος, α/ος, ο (λόγ.): επίθημα που δηλώνει δυνατότητα, καταλληλότητα του προσδιοριζόμενου για ό,τι εκφράζει το θέμα: διαβιβασ~/δρασ~/εξιλασ~/ευχαρισ~/κατατακ~/κινη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Η) παρακαμπ~. (Το) αισθη-τήριο/αναγγελ~/εισι~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ