Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [6640-6660]


  • αποθνήσκω [ἀποθνήσκω] α-πο-θνή-σκω ρ. (αμτβ.) {απέθανε, αποθάνει, μτχ. αποθαν-ών, -ούσα, -όν} (αρχαιοπρ.): πεθαίνω. ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! βλ. βασιλιάς [< αρχ. ἀποθνῄσκω]
  • αποθορυβοποίηση [ἀποθορυβοποίηση] α-πο-θο-ρυ-βο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική μείωσης ή εξάλειψης του θορύβου από ηχητικό σήμα: ψηφιακή ~ εικόνας και ήχου. Βλ. -ποίηση.
  • αποθράσυνση [ἀποθράσυνση] α-πο-θρά-συν-ση ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του αποθρασύνομαι. Βλ. αποχαλίνωση, ασυδοσία, εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. αυτοέλεγχος (1)
  • αποθρασύνω [ἀποθρασύνω] α-πο-θρα-σύ-νω ρ. (μτβ.) {αποθράσυ-νε, αποθρασύ-νθηκε, -μένος, αποθρασυν-όμενος, συνήθ. στην παθ. φωνή} (λόγ.): ωθώ κάποιον να φερθεί με θρασύτητα: Η ανοχή ~ει τους ταραξίες. ● Παθ.: αποθρασύνομαι: γίνομαι θρασύς: Έχεις ~νθεί εντελώς! Πβ. αυθαδιάζω, εκτροχιάζομαι, παραφέρομαι. [< αρχ. ἀποθρασύνομαι]
  • αποθυμιά [ἀποθυμιά] α-πο-θυ-μιά ουσ. (θηλ.) & πεθυμιά (λαϊκό-λογοτ.): έντονη επιθυμία, συνήθ. για πρόσωπο που έχει καιρό κάποιος να συναντήσει· νοσταλγία. [< μεσν. αποθυμιά]
  • αποθυμώ [ἀποθυμῶ] α-πο-θυ-μώ ρ. (μτβ.) {αποθυμ-άς ... | αποθύμ-ησα} & πεθυμώ, πεθύμ-ησα} (λαϊκό-λογοτ.): επιθυμώ πολύ, νοσταλγώ: Σ' ~ησα! [< μεσν. αποθυμώ]
  • αποϊδεολογικοποίηση [ἀποϊδεολογικοποίηση] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποϊδεολογικοποιώ: ~ της πολιτικής. Η ~ και η αποκομματικοποίηση της παιδείας. ΑΝΤ. ιδεολογικοποίηση [< αγγλ. de-ideologization]
  • αποϊδεολογικοποιώ [ἀποϊδεολογικοποιῶ] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποϊδεολογικοποιεί | αποϊδεολογικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απαλλάσσω από ιδεολογική χροιά: Το κόμμα ~ήθηκε. ΑΝΤ. ιδεολογικοποιώ
  • αποϊδρυματοποίηση [ἀποϊδρυματοποίηση] α-πο-ϊ-δρυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποϊδρυματισμός (ο): ΨΥΧΟΛ. αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη ατόμων που έχουν νοσηλευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ιδρύματα, συνήθ. μέσω ειδικών προγραμμάτων και υπηρεσιών: ~ παιδιών με αναπηρίες/με νοητική στέρηση. ~ χρόνια πασχόντων από ψυχικά νοσήματα. ΣΥΝ. αποασυλοποίηση ΑΝΤ. ιδρυματοποίηση [< αγγλ. deinstitutionalization, 1955]
  • αποίκηση βλ. αποίκιση
  • αποικία [ἀποικία] α-ποι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.-συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) χώρα που καταλαμβάνεται από άλλη ισχυρότερη και ελέγχεται από αυτή οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά: Οι πρώην ~ες της Αγγλίας/Γαλλίας. Ο αγώνας των ~ών για ανεξαρτησία. Πβ. κτήση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η χώρα δεν θα μεταβληθεί σε ~ των ξένων δυνάμεων. Πβ. προτεκτοράτο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πόλη-κράτος που ίδρυε η μητρόπολη σε ζωτικής, συνήθ. εμπορικής, σημασίας περιοχές: δωρικές/ιωνικές ~ες. Οι ελληνικές ~ες στη Μ. Ασία. Βλ. κληρουχία, παροικία. 3. το σύνολο των ζώων ή μικροοργανισμών του ίδιου είδους που διαβιούν μαζί σε συγκεκριμένο περιβάλλον: (ΟΙΚΟΛ.) ~ ερωδιών/κοραλλιών/μελισσών/μυρμηγκιών.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ες. ~ες βακτηρίων/κυττάρων/μυκήτων. [< αρχ. ἀποικία, γαλλ. colonie]
  • αποικιακός , ή, ό [ἀποικιακός] α-ποι-κι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αποικία: ~ός: ζυγός. ~ή: διοίκηση/εξάπλωση (= αποικισμός)/κυριαρχία. ~ό: κράτος. ~οί: πόλεμοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. Βλ. αντι~, μητροπολιτικός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που δημιουργεί καθεστώς εξάρτησης και ελέγχου από ισχυρότερη χώρα: Ρύθμιση/συνθήκη/σχέσεις ~ού τύπου/χαρακτήρα. Συμφωνία με ~ούς όρους. ● Ουσ.: αποικιακά (τα) (παρωχ.): (ενν. είδη, προϊόντα) που εισάγονται από τις αποικίες (καφές, κακάο, τσάι, μπαχαρικά): (παλαιότ. σε ταμπέλες παντοπωλείων:) Εδώδιμα ~. Βλ. εξωτικός. [< γαλλ. colonial]
  • αποικίζω [ἀποικίζω] α-ποι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {αποίκι-σε, αποικί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σπάν. -σμένος} 1. ιδρύω αποικία: (παλαιότ.) Νησιά/παράλια που ~στηκαν (κατά την αρχαιότητα) από αιολικά/δωρικά/ιωνικά φύλα.|| (κατ’ επέκτ.) Γίνονται προσπάθειες να ~στεί το Διάστημα. Πβ. αποικώ. Βλ. επ-, μετ-οικίζω. 2. ΒΙΟΛ. (για διακριτή ομάδα μικροβίων) εγκαθίσταμαι στον οργανισμό: Βακτήρια που ~ουν τη φυσιολογική χλωρίδα του δέρματος. [< αρχ. ἀποικίζω, γαλλ. coloniser]
  • αποικιοκράτης [ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]
  • αποικιοκρατία [ἀποικιοκρατία] α-ποι-κι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): το καθεστώς της πολιτικής και οικονομικής επικυριαρχίας μιας ισχυρής χώρας σε ασθενέστερη· συνεκδ. η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε: απελευθέρωση από την ~.|| Κατά την ~ ... Βλ. αποικιοποίηση, ιμπεριαλισμός, νεο~, -κρατία. [< αγγλ. colonialism]
  • αποικιοκρατικός , ή, ό [ἀποικιοκρατικός] α-ποι-κι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποικιοκρατία: ~ός: ζυγός. ~ό: καθεστώς. Βλ. ιμπεριαλιστικός.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ές: συμβάσεις/συμφωνίες. Βλ. αντι~, νεο~. ● επίρρ.: αποικιοκρατικά
  • αποικιοποίηση [ἀποικιοποίηση] α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επιβολή αποικιοκρατικού καθεστώτος από ισχυρότερη χώρα σε ασθενέστερη: αγώνας ενάντια στην ~. Βλ. ιμπεριαλισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποαποικιοποίηση [< γαλλ. colonisation]
  • αποίκιση [ἀποίκιση] α-ποί-κι-ση ουσ. (θηλ.) & αποίκηση 1. ίδρυση αποικίας: ~ νησιών.|| (κατ' επέκτ.) ~ του Άρη. ΣΥΝ. αποικισμός 2. ΒΙΟΛ. (για ομάδα μικροβίων) εγκατάσταση στον οργανισμό: βακτηριακή ~. [< 1: μτγν. ἀποίκησις 2: γαλλ. colonisation]
  • αποικισμός [ἀποικισμός] α-ποι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): αποίκιση. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀποικισμός]
  • αποικιστής [ἀποικιστής] α-ποι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (για άτομο ή κράτος) ιδρυτής αποικίας. Βλ. έποικος. 2. ΒΙΟΛ. κάθε μικρόβιο διακριτής ομάδας μικροοργανισμών: ~ές του γαστρεντερικού συστήματος. [< 1: μτγν. ἀποικιστής, γαλλ. colonisateur 2: αγγλ. colonist]

αλλόφυλος

αλλόφυλος, η, ο [ἀλλόφυλος] αλ-λό-φυ-λος επίθ. (παρωχ.): που ανήκει σε διαφορετική φυλή ή έθνος: ~οι: εισβολείς.|| (συνήθ. ως ουσ.) Αφομοίωση/ένταξη ~ύλων. Κοινωνία που ανέχεται τον ~ο, τον αλλόγλωσσο, τον αλλόθρησκο. Πβ. αλλο-γενής, -εθνής. ΑΝΤ. ομόφυλος (2) ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων (ΠΔ): λέγεται όταν κάποιος επιλέγει να ζημιωθεί και ο ίδιος, προκειμένου να υποστούν βλάβη οι εχθροί του. [< αρχ. ἀλλόφυλος]

αποικιοποίηση

αποικιοποίηση[ἀποικιοποίηση] α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επιβολή αποικιοκρατικού καθεστώτος από ισχυρότερη χώρα σε ασθενέστερη: αγώνας ενάντια στην ~. Βλ. ιμπεριαλισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποαποικιοποίηση [< γαλλ. colonisation]

αποίκιση

αποίκιση[ἀποίκιση] α-ποί-κι-ση ουσ. (θηλ.) & αποίκηση 1. ίδρυση αποικίας: ~ νησιών.|| (κατ' επέκτ.) ~ του Άρη. ΣΥΝ. αποικισμός 2. ΒΙΟΛ. (για ομάδα μικροβίων) εγκατάσταση στον οργανισμό: βακτηριακή ~. [< 1: μτγν. ἀποίκησις 2: γαλλ. colonisation]

αποχαλίνωση

αποχαλίνωση[ἀποχαλίνωση] α-πο-χα-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): απελευθέρωση, απαλλαγή από κάθε ηθικό ή άλλο περιορισμό: σεξουαλική ~. ~ της βίας/των ενστίκτων/των παθών. Αναρχία και ~. Πβ. εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. χαλιναγώγηση (1) [< γαλλ. débridement]

βασιλιάς

βασιλιάςβα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi]

εξωτικός

εξωτικός, ή, ό [ἐξωτικός] ε-ξω-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) ξωτικός (θετ. συνυποδ.) 1. που σχετίζεται με, βρίσκεται σε ή προέρχεται από μακρινές περιοχές, συνήθ. τροπικές: ~ός: παράδεισος. ~ή: κουζίνα/παραλία. ~οί: προορισμοί. ~ά: νησιά/πουλιά/φρούτα/φυτά. 2. (μτφ.) ασυνήθιστος: κοπέλα με ~ή ομορφιά (= σπάνια). ΑΝΤ. κοινός, συνηθισμένος. [< μτγν. ἐξωτικός 'εξωτερικός', γαλλ. exotique, αγγλ. exotic]

επ-

επ-βλ. επι-

έποικος

έποικος[ἔποικος] έ-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: πρόσωπο που συμμετέχει σε εποικισμό: αποχώρηση/εγκατάσταση/εισαγωγή/επαναπατρισμός/παραμονή/μεταφορά ~οίκων. Βλ. άπ-, μέτ-οικος. ΑΝΤ. αυτόχθων (1) [< αρχ. ἔποικος]

ιμπεριαλισμός

ιμπεριαλισμός[ἰμπεριαλισμός] ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική ισχυρού κράτους η οποία βασίζεται στην άσκηση ελέγχου και στην κυριαρχία του σε άλλα κράτη, συνήθ. ασθενέστερα: οικονομικός/πολιτιστικός ~. Βλ. αποικιοκρατία, -ισμός. ΣΥΝ. επεκτατισμός ΑΝΤ. αντιιμπεριαλισμός [< γαλλ. impérialisme]

ιμπεριαλιστικός

ιμπεριαλιστικός, ή, ό [ἰμπεριαλιστικός] ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ιμπεριαλισμό ή τους ιμπεριαλιστές: ~ός: ανταγωνισμός/πόλεμος. ~ή: δύναμη/εισβολή/επίθεση/πολιτική. ~οί: κύκλοι. ~ές: χώρες. Πβ. επεκτατ-, κατακτητ-ικός. Βλ. αποικιοκρατικός, -ιστικός1. ΣΥΝ. αυτοκρατορικός (3) ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστικός [< γαλλ. impérialiste]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

κληρουχία

κληρουχίακλη-ρου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των ναυτών που υπηρετούν τη θητεία τους στο Πολεμικό Ναυτικό και ανήκουν στην ίδια σειρά. 2. ΑΡΧ. διανομή κλήρων στους Αθηναίους που εγκαθίσταντο ως φρουρά σε συμμαχικές ή υποτελείς πόλεις-κράτη. Βλ. αποικία. [< 2: αρχ. κληρουχία]

-ποίηση

-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.