αλλόφυλος, η, ο [ἀλλόφυλος] αλ-λό-φυ-λος επίθ. (παρωχ.): που ανήκει σε διαφορετική φυλή ή έθνος: ~οι: εισβολείς.|| (συνήθ. ως ουσ.) Αφομοίωση/ένταξη ~ύλων. Κοινωνία που ανέχεται τον ~ο, τον αλλόγλωσσο, τον αλλόθρησκο. Πβ. αλλο-γενής, -εθνής. ΑΝΤ. ομόφυλος (2) ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων (ΠΔ): λέγεται όταν κάποιος επιλέγει να ζημιωθεί και ο ίδιος, προκειμένου να υποστούν βλάβη οι εχθροί του. [< αρχ. ἀλλόφυλος]
αποικιοποίηση[ἀποικιοποίηση] α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επιβολή αποικιοκρατικού καθεστώτος από ισχυρότερη χώρα σε ασθενέστερη: αγώνας ενάντια στην ~. Βλ. ιμπεριαλισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποαποικιοποίηση [< γαλλ. colonisation]
αποίκιση[ἀποίκιση] α-ποί-κι-ση ουσ. (θηλ.) & αποίκηση 1. ίδρυση αποικίας: ~ νησιών.|| (κατ' επέκτ.) ~ του Άρη. ΣΥΝ. αποικισμός 2. ΒΙΟΛ. (για ομάδα μικροβίων) εγκατάσταση στον οργανισμό: βακτηριακή ~. [< 1: μτγν. ἀποίκησις 2: γαλλ. colonisation]
αποχαλίνωση[ἀποχαλίνωση] α-πο-χα-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): απελευθέρωση, απαλλαγή από κάθε ηθικό ή άλλο περιορισμό: σεξουαλική ~. ~ της βίας/των ενστίκτων/των παθών. Αναρχία και ~. Πβ. εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. χαλιναγώγηση (1) [< γαλλ. débridement]
βασιλιάςβα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi]
εξωτικός, ή, ό [ἐξωτικός] ε-ξω-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) ξωτικός (θετ. συνυποδ.) 1. που σχετίζεται με, βρίσκεται σε ή προέρχεται από μακρινές περιοχές, συνήθ. τροπικές: ~ός: παράδεισος. ~ή: κουζίνα/παραλία. ~οί: προορισμοί. ~ά: νησιά/πουλιά/φρούτα/φυτά. 2. (μτφ.) ασυνήθιστος: κοπέλα με ~ή ομορφιά (= σπάνια). ΑΝΤ. κοινός, συνηθισμένος. [< μτγν. ἐξωτικός 'εξωτερικός', γαλλ. exotique, αγγλ. exotic]
επ-βλ. επι-
έποικος[ἔποικος] έ-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: πρόσωπο που συμμετέχει σε εποικισμό: αποχώρηση/εγκατάσταση/εισαγωγή/επαναπατρισμός/παραμονή/μεταφορά ~οίκων. Βλ. άπ-, μέτ-οικος. ΑΝΤ. αυτόχθων (1) [< αρχ. ἔποικος]
ιμπεριαλισμός[ἰμπεριαλισμός] ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική ισχυρού κράτους η οποία βασίζεται στην άσκηση ελέγχου και στην κυριαρχία του σε άλλα κράτη, συνήθ. ασθενέστερα: οικονομικός/πολιτιστικός ~. Βλ. αποικιοκρατία, -ισμός. ΣΥΝ. επεκτατισμός ΑΝΤ. αντιιμπεριαλισμός [< γαλλ. impérialisme]
ιμπεριαλιστικός, ή, ό [ἰμπεριαλιστικός] ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ιμπεριαλισμό ή τους ιμπεριαλιστές: ~ός: ανταγωνισμός/πόλεμος. ~ή: δύναμη/εισβολή/επίθεση/πολιτική. ~οί: κύκλοι. ~ές: χώρες. Πβ. επεκτατ-, κατακτητ-ικός. Βλ. αποικιοκρατικός, -ιστικός1. ΣΥΝ. αυτοκρατορικός (3) ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστικός [< γαλλ. impérialiste]
-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.
κληρουχίακλη-ρου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των ναυτών που υπηρετούν τη θητεία τους στο Πολεμικό Ναυτικό και ανήκουν στην ίδια σειρά. 2. ΑΡΧ. διανομή κλήρων στους Αθηναίους που εγκαθίσταντο ως φρουρά σε συμμαχικές ή υποτελείς πόλεις-κράτη. Βλ. αποικία. [< 2: αρχ. κληρουχία]
-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ