Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [6860-6880]


  • απομόνωση [ἀπομόνωση] α-πο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκούσια ή αναγκαστική απομάκρυνση προσώπου από το κοινωνικό του περιβάλλον: ιδεολογική ~ (= αποξένωση). Ζει σε απόλυτη ~ (πβ. μοναξιά). Άνθρωποι που βιώνουν την κοινωνική ~. || Θάλαμος/κελιά ~ης (: για ασθενείς και κρατούμενους, αντίστοιχα). Πβ. εγκλεισμός, καραντίνα. 2. (για χώρα, περιοχή, φορέα) ηθελημένη ή επιβεβλημένη διακοπή κάθε επαφής και επικοινωνίας: διπλωματική/οικονομική/πολιτική (πβ. απομονωτισμός)/πολιτιστική ~. Εγκατάλειψη και ~ της υπαίθρου. Συγκοινωνιακή ~ νησιού. Γεωγραφική ~ πληθυσμών. ~ επιχειρήσεων/πανεπιστημίων. Βγήκε από την/βρίσκεται σε διεθνή ~ (πβ. αποκλεισμός, εμπάργκο). 3. απόσπαση στοιχείου από το σύνολο στο οποίο ανήκει· ειδικότ. εξαγωγή ουσίας με χημική μέθοδο, προκειμένου να εξεταστεί ή να χρησιμοποιηθεί σε πείραμα: ~ λέξεων/φράσεων από το κείμενο. ~ ήχων/θορύβων.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ώσεις. ~ βλαστοκυττάρων (από έμβρυο)/DNA (από ζωικό ιστό)/(στελέχους) ιού. Πβ. ανεύρεση, ανίχνευση, εντοπισμός. ● ΦΡ.: στην απομόνωση: (συνήθ. για κρατούμενο ή τρόφιμο ψυχιατρικού ιδρύματος) σε απομονωτήριο: Τον έκλεισαν/έχουν ~ ~. [< μεσν. απομόνωσις, γαλλ. isolement]
  • απομονωτήριο [ἀπομονωτήριο] α-πο-μο-νω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος απομόνωσης, κυρ. σε σωφρονιστικό ή ψυχιατρικό ίδρυμα: ~α και κρατητήρια. Βλ. ησυχαστήριο, -τήριο.
  • απομονωτής [ἀπομονωτής] α-πο-μο-νω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε είδους διάταξη που παρεμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ δύο κυκλωμάτων, εξαρτημάτων, συστημάτων: οπτικός ~. ~ βραχυκυκλώματος/τάσης. ~ές και μετατροπείς σημάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εξόδου (: μονάδα προσωρινής αποθήκευσης δεδομένων). ~ές αρχείων. [< γαλλ. isolateur, αγγλ. buffer, 1948]
  • απομονωτικός , ή, ό [ἀπομονωτικός] α-πο-μο-νω-τι-κός επίθ.: που συντελεί ή αποσκοπεί στην απομόνωση. ● επίρρ.: απομονωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: απομονωτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες παρατίθενται αμετάβλητα στοιχεία που η σειρά τους καθορίζει το νόημα των προτάσεων (π.χ. Κινέζικα). Πβ. αναλυτικές γλώσσες. [< γαλλ. langues isolantes] [< γαλλ. isolant]
  • απομονωτισμός [ἀπομονωτισμός] α-πο-μο-νω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική τακτική κράτους που δεν επεμβαίνει στα εσωτερικά άλλων κρατών και δεν επιτρέπει την επέμβαση άλλων στις δικές του υποθέσεις· γενικότ. τάση απομόνωσης: οικονομικός ~ (πβ. προστατευτισμός). Εθνικισμός/ξενοφοβία και ~. Χώρα που οδηγείται σε κατάσταση ~ού (και περιχαράκωσης).|| (κατ' επέκτ.) Κοινωνικός/ψυχολογικός ~ του ανθρώπου. Αποξένωση και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. isolationnisme, 1931]
  • απομυελίνωση [ἀπομυελίνωση] α-πο-μυ-ε-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια ή καταστροφή της μυελίνης που περιβάλλει τις νευρικές ίνες. Βλ. σκλήρυνση κατά πλάκας. [< γαλλ. démyélinisation, 1920, αγγλ. demyelination, 1932]
  • απομυελινωτικός , ή, ό [ἀπομυελινωτικός] α-πο-μυ-ε-λι-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την απομυελίνωση: ~ή: νευροπάθεια. ~ά: νοσήματα. [< γαλλ. démyélinisant, αγγλ. demyelinating, 1961]
  • απομύζηση [ἀπομύζηση] α-πο-μύ-ζη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απόσπαση χρημάτων, πόρων ή ζωτικών στοιχείων και κατ' επέκτ. εκμετάλλευση: οικονομική ~. ~ του εθνικού πλούτου/του μόχθου των εργαζομένων/των παραγωγικών πηγών. Πβ. άρμεγμα, ξεζούμισμα. ΣΥΝ. αφαίμαξη (1) 2. ρούφηγμα, συνήθ. υγρού: ~ αίματος (από κουνούπι/νυχτερίδα).|| ~ δακτύλου.
  • απομυζώ [ἀπομυζῶ] α-πο-μυ-ζώ ρ. (μτβ.) {απομυζ-άς ... | απομύζ-ησα, -ήσει, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αφαιρώ, αποσπώ από κάποιον υλικά αγαθά ή ζωτικά στοιχεία κατά τρόπο παράνομο και εξαντλητικό: Τον ~ησε οικονομικά. ~ήθηκαν και οι τελευταίες τους δυνάμεις (από την κοπιαστική εργασία). Πβ. αρμέγω, αφαιμάσσω, ξεζουμίζω. 2. ρουφώ, συνήθ. ζωτικές ουσίες: Έντομα που ~ούν το αίμα (π.χ. κουνούπια). Παράσιτα που ~ούν τους χυμούς των φύλλων και των βλαστών. [< 1: γαλλ. sucer 2: μτγν. ἀπομυζῶ]
  • απομυθοποίηση [ἀπομυθοποίηση] α-πο-μυ-θο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάργηση και αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι μύθο και απόδοση σε αυτό(ν) των πραγματικών του διαστάσεων: πλήρης ~. ~ του παρελθόντος. ~ήσεις ιστορικών προσώπων. Βλ. αποδαιμονοποίηση, -ποίηση. ΣΥΝ. απομάγευση ΑΝΤ. εξιδανίκευση, μυθοποίηση [< γερμ. Entmythologisierung, αγγλ. demythologisation, 1950, γαλλ. démythification, 1961]
  • απομυθοποιητικός , ή, ό [ἀπομυθοποιητικός] α-πο-μυ-θο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απομυθοποιεί. ● επίρρ.: απομυθοποιητικά
  • απομυθοποιώ [ἀπομυθοποιῶ] α-πο-μυ-θο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απομυθοποι-είς ... | απομυθοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: προσδίδω σε κάποιον ή κάτι τις πραγματικές του διαστάσεις, αφαιρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που το(ν) καθιστούν μύθο: Βιβλίο που ~εί και αμφισβητεί ιστορικά γεγονότα/κυρίαρχες αντιλήψεις. Είδωλα/ήρωες ~ούνται (στη σύγχρονη εποχή). ΑΝΤ. εξιδανικεύω, μυθοποιώ [< γερμ. entmythologisieren, αγγλ. demythologise, 1950, γαλλ. démythifier, 1959]
  • αποναρκοθέτηση [ἀποναρκοθέτηση] α-πο-ναρ-κο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): απενεργοποίηση ναρκών: ~ περιοχής/συνόρων. Πρόγραμμα ~ης παλιών ναρκοπεδίων. Πβ. ναρκαλιεία. ΣΥΝ. απονάρκωση (2) ΑΝΤ. ναρκοθέτηση (1) [< γαλλ. déminage, περ. 1945]
  • απονάρκωση [ἀπονάρκωση] α-πο-νάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (εμφατ.) πλήρης πνευματική νάρκωση: ~ του μυαλού. Πβ. απο-βλάκωση, -κοίμιση, -χαύνωση. 2. (σπάν.) αποναρκοθέτηση. [< 1: αρχ. ἀπονάρκωσις, γαλλ. engourdissement]
  • απονεκρώνω [ἀπονεκρώνω] α-πο-νε-κρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονέκρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: (εμφατ.) καθιστώ κάτι εντελώς ανενεργό ή νεκρό: Ασθένεια που ~ει το ανοσοποιητικό σύστημα. Κλιματολογικές αλλαγές που απειλούν να ~σουν το περιβάλλον. Πβ. νεκρώνω.|| (μτφ.) ~θηκε (και αποτελματώθηκε) η οικονομική ζωή του τόπου. Πβ. αφανίζω, καταστρέφω. [< αρχ. ἀπονεκρῶ, γαλλ. nécroser]
  • απονέκρωση [ἀπονέκρωση] α-πο-νέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-εμφατ.): πλήρης νέκρωση: ιδεολογική/πνευματική/συναισθηματική ~ (πβ. αδρανοποίηση, απονάρκωση). ~ της υπαίθρου (πβ. αφανισμός, ερήμωση). [< μτγν. ἀπονέκρωσις]
  • απονεμητής [ἀπονεμητής] α-πο-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που απονέμει κάτι: ~ του βραβείου.|| ~ της δικαιοσύνης.
  • απονέμω [ἀπονέμω] α-πο-νέ-μω ρ. (μτβ.) {απένειμα, απονείμει, απονεμ-ήθηκε (λόγ. απενεμήθη), -ηθεί, -όμενος, -οντας, -ηθείς} (επίσ.) ΣΥΝ. δίνω 1. προσφέρω τιμητική διάκριση, βραβείο, τίτλο: Του απένειμαν μετάλλιο/παράσημο/πλακέτα. Του ~ήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Θα ~ηθούν έπαινοι στους αριστούχους μαθητές. ~όμενα: πτυχία. ~οντας εύσημα στους εθελοντές. 2. αποδίδω κάτι με βάση το δίκαιο: ~ χάρη. ~εται δικαιοσύνη. [< αρχ. ἀπονέμω, γαλλ. attribuer]
  • απονενοημένος , η, ο [ἀπονενοημένος] α-πο-νε-νο-η-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πράξη) που γίνεται λόγω απόγνωσης, με αποτέλεσμα να μην υπακούει στη λογική: ~η: κίνηση/προσπάθεια. ● επίρρ.: απονενοημένα ● ΣΥΜΠΛ.: απονενοημένο (διάβημα) (λόγ.): απεγνωσμένη ενέργεια, συνήθ. αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας ή έγκλημα: Οδηγήθηκε/προέβη/προχώρησε στο ~ ~. Πβ. αυτοχειρία. [< γαλλ. démarche désespérée] [< αρχ. ἀπονενοημένος]
  • απόνερα [ἀπόνερα] α-πό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. υγρά απόβλητα: αστικά/βιομηχανικά ~. ~ και λάσπες/όμβρια ύδατα. Λακκούβες με ~. Ανακύκλωση ~ων. Δίκτυα αποχέτευσης ~ων και λυμάτων. Πβ. απόπλυμα. 2. αφρίζοντα νερά που δημιουργεί πλεούμενο, καθώς διασχίζει τη θάλασσα. 3. (μτφ.) δυσάρεστα επακόλουθα: Βούλιαξε στ' ~ του σκανδάλου. Προσπαθούν να μαζέψουν τ' ~ από τον σάλο που προκλήθηκε.

αποδαιμονοποίηση

αποδαιμονοποίηση[ἀποδαιμονοποίηση] α-πο-δαι-μο-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι δαιμονικό, σατανικό, επικίνδυνο και γενικότ. απαλλαγή από αντίστοιχες αντιλήψεις: ~ του ίντερνετ/της τεχνολογίας. Βλ. απομυθοποίηση. ΑΝΤ. δαιμονοποίηση

ησυχαστήριο

ησυχαστήριο[ἡσυχαστήριο] η-συ-χα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αναχωρητήριο, ερημητήριο: (ΕΚΚΛΗΣ.) ιερό ~. ΣΥΝ. ασκητήριο, σκήτη.|| (μτφ.) Κατέφυγε στο ~ό του. Βλ. -τήριο. [< μεσν. ησυχαστήριον]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

σκλήρυνση

σκλήρυνσησκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αλλαγή της στάσης, της συμπεριφοράς κάποιου ή μιας κατάστασης προς την ακαμψία, την αδιαλλαξία, την αυστηρότητα ή τη σκληρότητα: ιδεολογική ~. ~ των θέσεων/της πολιτικής (κάποιου).|| ~ της αστυνόμευσης/του καθεστώτος/των κανονισμών/των κυρώσεων/των μέτρων/της νομοθεσίας/των συνθηκών (εργασίας). ~ των όρων/προϋποθέσεων εισαγωγής εταιρειών στο χρηματιστήριο. Πβ. αυστηροποίηση. 2. ΙΑΤΡ. & σκλήρωση: παθολογική μεταβολή ιστού ή οργάνου του σώματος προς το σκληρότερο, η οποία οφείλεται σε αύξηση του συνδετικού ιστού λόγω υπερβολικής παραγωγής κολλαγόνου: αρτηριακή (= αρτηριοσκλήρωση)/δερματική ~. ~ των αγγείων/μυών. Συστηματική ~ (= σκληρόδερμα).|| (συνεκδ., τα σημεία του δέρματος που παρουσιάζουν τέτοιες μεταβολές:) ~ύνσεις αγκώνων. Θεραπεία των ~ύνσεων. Βλ. κάλος, νεφρο~, οστεο~, ωτο~. 3. προοδευτική αύξηση της στερεότητας και της αντοχής υλικού, κυρ. μετά από ειδική επεξεργασία: ~ του σκυροδέματος/τσιμέντου. ~ μετάλλων/χάλυβα. Πβ. βαφή. ΑΝΤ. μαλάκωμα ● ΣΥΜΠΛ.: πλαγία μυατροφική σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλιστική νόσος του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις των κινητικών νευρώνων και επιφέρει μυϊκή αδυναμία, αναπηρία και τελικά τον θάνατο. [< γαλλ. sclérose latérale amyotrophique] , σκλήρυνση κατά πλάκας & (σπάν.) πολλαπλή σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλεί απομυελίνωση των νεύρων και οδηγεί σε σταδιακή παράλυση. [< γαλλ. sclérose en plaques, αγγλ. multiple sclerosis, 1885] [< μτγν. σκλήρυνσις, γαλλ. durcissement, induration, sclérose]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.