Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [7700-7720]


  • άρμοση [ἅρμοση] άρ-μο-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναρμολόγηση. [< μτγν. ἅρμοσις]
  • αρμοστεία [ἁρμοστεία] αρ-μο-στεί-α ουσ. (θηλ.) & αρμοστία (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΣΤ. διοίκηση προστατευόμενης ή υποτελούς περιοχής· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα: ~ των Ιονίων Νήσων/της Σμύρνης. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ): ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός θεσμός· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα ή το κτίριο όπου στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες: ~ ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/τους Πρόσφυγες. [< γαλλ. Haut-Commissariat (des Nations Unies)]
  • αρμοστής [ἁρμοστής] αρ-μο-στής ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΙΣΤ. διοικητής αρμοστείας. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατος/Ύπατη Αρμοστής: ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός αξιωματούχος διεθνούς οργανισμού: ~ ~ του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες. ~ ~ για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. High Commissioner] [< αρχ. ἁρμοστής]
  • αρμόστοκος [ἁρμόστοκος] αρ-μό-στο-κος ουσ. (αρσ.): στόκος για γέμισμα αρμών. Βλ. αρμολόγηση.
  • αρμπαρόριζα [ἀρμπαρόριζα] αρ-μπα-ρό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) & αμπαρόριζα: ΒΟΤ. ανθεκτική αρωματική πόα (επιστ. ονομασ. Pelargonium odoratissimum) με ερυθρά-βιολετί άνθη και ανοιχτά πράσινα, δαντελωτά φύλλα, που χρησιμοποιούνται ως μυρωδικά σε φαγητά και γλυκίσματα. Βλ. γεράνι. [< ιταλ. albarosa, erba rosa]
  • αρμπιτράζ [ἀρμπιτράζ] αρ-μπι-τράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πρόκριση συναλλαγής: ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών αξιών, συναλλάγματος ή εμπορευμάτων, σε δύο ή περισσότερες αγορές, με σκοπό τη (χωρίς ρίσκο) αποκόμιση κέρδους από τις διαφορές των τιμών· εξισορροπητική κερδοσκοπία: ~ επιτοκίων. [< γαλλ. arbitrage]
  • άρμπουρο βλ. άλμπουρο
  • αρμύρα βλ. αλμύρα
  • αρμυρήθρα [ἁρμυρήθρα] αρ-μυ-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) & αλμυρήθρα: ΒΟΤ. ποικιλία ποωδών φυτών με πλούσια σαρκώδη φύλλα (επιστ. ονομασ. Arthrocnemum glaucum, Salicornia fruticulosa), που φυτρώνουν σε παραθαλάσσια μέρη ή υγρότοπους. Πβ. αλμύρα, θαλασσόχορτο, κρίταμο. Βλ. -ήθρα. [< μεσν. αλμυρήθρα]
  • αρμυρίκι [ἁρμυρίκι] αρ-μυ-ρί-κι ουσ. (ουδ.) & αλμυρίκι: ΒΟΤ. κοινή ονομασία (γένος Tamarix) θάμνων ή χαμηλών δέντρων των μεσογειακών ακτών, με μικρά βελονοειδή φύλλα και υπόλευκα ή ρόδινα άνθη, που είναι πολύ ανθεκτικά σε ξηρά, υψηλής αλατότητας εδάφη, καθώς και στα σταγονίδια της θάλασσας. ΣΥΝ. μυρίκη [< αρχ. μυρίκη]
  • αρμυρός , ή, ό βλ. αλμυρός
  • άρνηση [ἄρνηση] άρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μη αποδοχή: αιτιολογημένη/καθολική/μερική ~. ~ ανάληψης ευθυνών/διαλόγου/έγκρισης/εισόδου/εκτέλεσης (διαταγής)/επιβίβασης/εφαρμογής (απόφασης)/κατάθεσης (στοιχείων)/παροχής (πληροφοριών)/πρόσβασης/συμμετοχής/συμμόρφωσης/υποταγής/χορήγησης (άδειας).|| ~ της εργασίας/πίστης/στρατιωτικής θητείας (βλ. αντιρρησίας συνείδησης). Σχολική ~ (= σχολική φοβία). Πβ. αποκήρυξη.|| ~ της αλήθειας/κάθε εξουσίας/της ζωής/παράδοσης/πραγματικότητας (πβ. απόρριψη). Βλ. απ~. 2. απάντηση, στάση, συμπεριφορά που δηλώνει απόρριψη ή/και αδιαφορία: κατηγορηματική/πεισματική ~. ~ για συνεργασία. Την ~ του Προέδρου αντιμετωπίζουν/εισέπραξαν/συνάντησαν οι εργαζόμενοι. Εξέφρασε την ~ή της να ... 3. ΓΡΑΜΜ. αποφατική εκφορά του λόγου. Βλ. δεν, μη. ΑΝΤ. κατάφαση (1) [< αρχ. ἄρνησις, γαλλ. négation, refus]
  • αρνησι- & αρνησί- (σε σύνθ. του απαιτ. λεξιλογ.): α' συνθετικό που δηλώνει άρνηση της έννοιας του β' συνθετικού: (ΝΟΜ.) αρνησι-δικία/~κυρία.|| Αρνησί-θρησκος.
  • αρνησιά [ἀρνησιά] αρ-νη-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): απάρνηση, λησμονιά. Πβ. λήθη.
  • αρνησιδικία [ἀρνησιδικία] αρ-νη-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. άρνηση ή κωλυσιεργία εκ μέρους του δικαστή, σχετικά με την έκδοση απόφασης σε εκδικασμένη υπόθεση ή τη διεξαγωγή δίκης. [< γερμ. Rechtsverweigerung, γαλλ. déni de justice]
  • αρνησίθεος , η, ο [ἀρνησίθεος] αρ-νη-σί-θε-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): αρνητής του Θεού. ΣΥΝ. άθεος (1), άπιστος (1) [< μτγν. ἀρνησίθεος]
  • αρνησίθρησκος , η, ο [ἀρνησίθρησκος] αρ-νη-σί-θρη-σκος επίθ./ουσ. (λόγ.): που απαρνήθηκε ή απαρνιέται τη θρησκεία του (κυρ. για χριστιανό που αλλαξοπίστησε). ΣΥΝ. εξωμότης (1)
  • αρνησικυρία [ἀρνησικυρία] αρ-νη-σι-κυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το δικαίωμα κράτους-μέλους (του ΝΑΤΟ, του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης) να αντιτεθεί στη λήψη ομόφωνης απόφασης, όταν θεωρεί ότι αυτή θίγει τα εθνικά του συμφέροντα· το δικαίωμα αρχηγού κράτους να αρνηθεί την επικύρωση νόμου. ΣΥΝ. βέτο (1)
  • αρνητής [ἀρνητής] αρ-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρνήτρια} (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που αποκηρύσσει κάτι ή κάποιον, λόγω ιδεολογίας ή πεποιθήσεων: ολικός ~. ~ στράτευσης (= αντιρρησίας συνείδησης). ~ές των αξιών/της δημοκρατίας/των εμβολίων (πβ. αντιεμβολιαστής)/της ζωής/του κορονοϊού. Βλ. απ~. [< μτγν. ἀρνητής, μεσν. αρνήτρια]
  • αρνητικός , ή, ό [ἀρνητικός] αρ-νη-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. θετικός 1. δυσμενής, κακός: ~ός: αντίκτυπος/απολογισμός/ρυθμός (ανάπτυξης)/χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/βαθμολογία/γνώμη/εικόνα (της οικονομίας)/έκβαση/έννοια/εντύπωση/εξέλιξη (= άσχημη)/επίδραση/επιρροή/ιδιότητα/κατάσταση/κριτική/πορεία/προοπτική/πρωτιά (στο κάπνισμα)/σημασία/συγκυρία/συμπεριφορά. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/κλίμα/περιβάλλον/πόρισμα/ρεκόρ/συμπέρασμα/φαινόμενο. ~ές: επιδόσεις/συνέπειες. ~ά: βιώματα/σημεία/σχόλια/χαρακτηριστικά. Η ~ή πλευρά της δημοσιότητας. ΑΝΤ. ευμενής, ευνοϊκός, καλός.|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι ότι ... (πβ. δυσάρεστο, κακό).|| ~ή: διάθεση/σκέψη/στάση ζωής/ψυχολογία. Πβ. απαισιόδοξος. 2. που εκφράζει άρνηση, αντίθεση: ~ή: αντίδραση/απάντηση (= απορριπτική)/απόφαση/στάση/ψήφος. ~ό: δημοψήφισμα.|| (για πρόσ.) Είναι/εμφανίζεται (απόλυτα/κατηγορηματικά) ~ (απέναντι) στη σύναψη συμφωνίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: μόριο (= αποφατικό· ΑΝΤ. βεβαιωτικό). ΑΝΤ. καταφατικός 3. ΜΑΘ. που είναι μικρότερος του μηδενός (συμβ. -): ~ός: ακέραιος/άξονας (: με όλους τους ~ούς αριθμούς). ~ή: τιμή. ~ό: πρόσημο (π.χ. -1, -2)/σύμβολο.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: δείκτης/ισολογισμός/πληθωρισμός. ~ή: απόδοση/διακύμανση (μετοχής). ~ό: υπόλοιπο.|| (ΦΥΣ.) ~ή: αντίσταση/θερμοκρασία/πίεση/φορά. ~ό: βάρος 4. ΦΥΣ. που σχετίζεται με πλεόνασμα ηλεκτρονίων: ~ός: πόλος (λ.χ. μπαταρίας). ~ό: ηλεκτρόδιο (= κάθοδος)/ιόν/(ηλεκτρικό) φορτίο. 5. ΙΑΤΡ. στον οποίο δεν ανιχνεύεται ουσία ή στοιχείο: ~ός: ορός. ~ή: μαστογραφία. ~ό: αποτέλεσμα/δείγμα. ~ές: εξετάσεις/καλλιέργειες. Ρέζους ~ό. Το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε ~ό.|| (για πρόσ.) Βρέθηκε ~ σε απαγορευμένες ουσίες/στον ιό του ... ● Ουσ.: αρνητικό (το) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΩΤΟΓΡ. φιλμ στο οποίο οι φωτεινές περιοχές παρουσιάζονται σκοτεινές και οι σκοτεινές φωτεινές: ασπρόμαυρα/έγχρωμα ~ά. [< γαλλ. négatif, γερμ. Negativfilm] ● επίρρ.: αρνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: gram αρνητικός βλ. γκραμ, αρνητική ανάδραση βλ. ανάδραση, αρνητική/θετική ενέργεια βλ. ενέργεια, αρνητική/μαύρη διαφήμιση βλ. διαφήμιση, αρνητικός πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός [< 1,3,4,5: γαλλ. négatif, αγγλ. negative 2: μτγν. ἀρνητικός]

άλμπουρο

άλμπουρο[ἄλμπουρο] άλ-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) & άρμπουρο: ΝΑΥΤ. κατάρτι, ιστός σκάφους: Έδεσε τη σημαία στο ~. [< βεν. alboro]

αλμύρα

αλμύρα[ἁλμύρα] αλ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) & αρμύρα 1. λεπτή επίστρωση αλατιού που απομένει μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού: η ~ της θάλασσας. Βράχια φαγωμένα απ' την ~. Πβ. άλμη. 2. (σπανιότ.) η ιδιότητα του αλμυρού: Με τα μυρωδικά στη σαλάτα, θα σπάσει η ~ του τυριού (πβ. αλμυρότητα). Τα ψάρια μυρίζουν ~ (= θάλασσα, είναι φρέσκα). 3. ΒΟΤ. φυτό που φυτρώνει σε παραθαλάσσια εδάφη και τρώγεται βραστό. Πβ. κρίταμο. [< μεσν. αλμύρα]

αλμυρός

αλμυρός, ή, ό [ἁλμυρός] αλ-μυ-ρός επίθ. & αρμυρός 1. που περιέχει ή του έχουν ρίξει πολύ αλάτι: ~ή: κρέπα (: με αλμυρά συστατικά. ΑΝΤ. γλυκιά)/μυζήθρα/πίτα. ~ό: τυρί/φαγητό (ΣΥΝ. αλατισμένος, ΑΝΤ. ανάλατος). ~ές: τροφές. ~ά: μπισκότα/πιάτα (= μεζέδες). ~ή και πικάντικη γεύση.|| Παράκτια ~ή λίμνη. Νερό γλυκό, υφάλμυρο ή ~ό. 2. (μτφ.-προφ.) σχετικά ακριβός, δαπανηρός: ~ός: λογαριασμός. Είναι ~οί στις τιμές τους. Πβ. τσιμπημένος, τσουχτερός. ΑΝΤ. φτηνός (1) ● Ουσ.: αλμυρά (τα): τρόφιμα που διατηρούνται σε αλάτι ή που έχουν (πολύ) αλάτι: μπουφές με ~ και γλυκά. Τα ~ συνοδεύουν το αλκοόλ. Πβ. παστά. ● Υποκ.: αλμυρούτσικος , η/ια, ο & αρμυρούτσικος: ΣΥΝ. υφάλμυρος ● επίρρ.: αλμυρά & αρμυρά: ακριβά. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! βλ. φιστίκι [< 1: αρχ. ἁλμυρός]

ανάδραση

ανάδραση[ἀνάδραση] α-νά-δρα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ανατροφοδότηση. Βλ. βιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική ανάδραση & αρνητική ανατροφοδότηση: που τείνει να σταθεροποιήσει μια διαδικασία, μειώνοντας τον ρυθμό ή το αποτέλεσμά της σε περίπτωση που οι επιδράσεις της είναι υπερβολικά μεγάλες. [< αγγλ. negative feedback, 1934] , θετική ανάδραση & θετική ανατροφοδότηση: που στοχεύει ή καταλήγει στη διεύρυνση ή αύξηση του αποτελέσματος μιας διαδικασίας: ~ ~ της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου.|| ~ ~ του πολιτισμού (πβ. ενθάρρυνση, ενίσχυση, στήριξη). [< αγγλ. positive feedback, 1934]

αντιρρησίας

αντιρρησίας[ἀντιρρησίας] α-ντιρ-ρη-σί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιρρησιών}: πρόσωπο που φέρνει συνεχώς αντιρρήσεις, διαφωνεί. Πβ. αμφισβητίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης: πρόσωπο που αρνείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ή να φέρει όπλο για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Βλ. ανυπότακτος, εναλλακτική θητεία. [< γαλλ. objecteur de conscience, 1933]

αρμολόγηση

αρμολόγηση[ἁρμολόγηση] αρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. έγχυση κονιάματος στους αρμούς μεταξύ δομικών στοιχείων: ~ πέτρας/πλακιδίων. Βλ. στοκάρισμα, τσιμεντένεση. ΣΥΝ. αρμολόγημα 2. (λόγ.) συναρμολόγηση. ΣΥΝ. άρμοση [< μεσν. αρμολόγησις]

γεράνι

γεράνιγε-ρά-νι ουσ. (ουδ.) {γεραν-ιού}: ΒΟΤ. ανθεκτικό καλλωπιστικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Geranium ή Pelargonium) με παχιά και χνουδωτά φύλλα, σχεδόν στρογγυλά και συνήθ. λευκά, ροζ ή κόκκινα άνθη σε ταξιανθίες. Βλ. πελαργόνι. [< μτγν. γεράνιον]

γκραμ

γκραμ: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: gram αρνητικός & αρνητικός κατά gram: που παίρνει κόκκινο χρώμα, όταν εφαρμόζεται η χρώση gram: ~ ~ά βακτήρια. ~ ~οί κόκκοι (: γονό-, μηνιγγιτιδό-κοκκος).|| (κατ' επέκτ.) ~ ~ή λοίμωξη. [< γαλλ. gram négatif] , gram θετικός & θετικός κατά gram: που διατηρεί το μοβ χρώμα, όταν εφαρμόζεται η χρώση gram: ~ ~ά βακτήρια. ~ ~οί κόκκοι (: εντερό-, πνευμονιό-, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος). [< γαλλ. gram positif] ● ΦΡ.: χρώση (κατά) gram & (κατά) gram χρώση: μέθοδος επεξεργασίας ιστών ή σωματικών υγρών που έχουν υποστεί βακτηριακή μόλυνση, κατά την οποία τα βακτήρια αρχικά χρωματίζονται μοβ και στη συνέχεια με διαδοχική χρήση οργανικού διαλύτη και δεύτερης χρωστικής είτε διατηρούν το χρώμα αυτό είτε αποχρωματίζονται και βάφονται κόκκινα, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν (gram θετικά ή gram αρνητικά αντίστοιχα). [< γαλλ. coloration de Gram] [< γαλλ. gram, δανέζικο ανθρ. Hans C. J. Gram]

δεν

δενμόρ. (αρν.) {κ. δε, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει με εξακολουθητικό σύμφωνο} 1. για δήλωση άρνησης: ~ είμαι καλά. ~ έχω αντίρρηση. ~ πήγα στη δουλειά. Μήπως ~ διάβασα καλά; (εμφατ.) ~ θέλω ούτε να τον βλέπω. 2. για προτροπή, παρακίνηση, παρότρυνση: ~ ανοίγεις το παράθυρο (: άνοιξέ το); -Να 'ρθω κι εγώ; -Και ~ έρχεσαι (: έλα); ~ μου λες (: πες μου), ...; 3. για περιπτώσεις όπου ζητείται επιβεβαίωση, επαλήθευση: Δίκιο ~ έχω; 4. σε σχήμα λιτότητας: Ποσοστό που ~ είναι αμελητέο (: είναι σημαντικό). ~ είναι κακό να λέμε τη γνώμη μας (: είναι καλό). 5. (εμφατ.) για να δηλωθεί ότι ελέχθη ή συνέβη κάτι: ~ σου έχω πει να προσέχεις (: σου έχω πει …); ~ με είδες χθες, το ξέχασες; 6. (με επανάληψη του ρήματος) μόλις και μετά βίας· περίπου, σχεδόν, πάνω κάτω, κατά προσέγγιση: Μικρό γήπεδο, που χωράει ~ χωράει χίλια άτομα. Ήταν (και) ~ ήταν τριάντα χρονών. ● ΦΡ.: και τι δε(ν) … (εμφατ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία ή μεγάλη ποσότητα: ~ ~ θα 'δινα για έναν καφέ τώρα (: θα ήθελα πολύ ...)! ~ ~ έχει μέσα αυτή η πίτα (: περιέχει πολλά υλικά)! ~ ~ έχουν δει τα μάτια μου (: πάρα πολλά)! , αμ δε βλ. αμ, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, δε(ν) λέγεται βλ. λέω, δε(ν) λέω βλ. λέω, δεν είναι έτσι βλ. έτσι, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι [< μεσν. δεν]

διαφήμιση

διαφήμισηδι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή και το αποτέλεσμα του διαφημίζω: αθέμιτη/διαδικτυακή//εμπορική/έντυπη/ηλεκτρονική/κινητή/κρατική/πληρωμένη/πολιτική/προσωπική/υπαίθρια ~. ~ εναλλακτικών μορφών τουρισμού. ~ κατά των ναρκωτικών. Βλ. αερο~, αυτο~.|| Διασκεδαστική/εξαιρετική/έξυπνη/ευρηματική/ευφάνταστη/κακόγουστη/πετυχημένη/πρωτότυπη ~. Πβ. ρεκλάμα.|| (σε ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές:) Μικρή διακοπή για ~ίσεις. Βλ. προ~. 2. διαφημιστικός κλάδος, τομέας: Ασχολείται με τη/δουλεύει στη ~. Παραγωγός/υπεύθυνος ~ης. Η βιομηχανία της/μέσα/τεχνικές/υπηρεσίες ~ης. 3. προβολή, έπαινος: Κάνει ~ στον εαυτό του (= αυτοδιαφημίζεται). Αγώνας/ματς ~ του ποδοσφαίρου (: συναρπαστικός, συνήθ. με πολλά γκολ). ΑΝΤ. δυσφήμιση ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/μαύρη διαφήμιση 1. που άμεσα ή έμμεσα δημιουργεί αρνητική εικόνα ή δυσφημεί ανταγωνιστικό προϊόν ή υπηρεσία. 2. που στοχεύει στη δυσφήμιση του πολιτικού αντιπάλου., γκρίζα διαφήμιση & έμμεση/συγκεκαλυμμένη/συγκαλυμμένη διαφήμιση: έμμεσος τρόπος που επιλέγει μια εταιρεία για την προώθηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών της. Πβ. τοποθέτηση προϊόντων. , παραπλανητική διαφήμιση: που οδηγεί τον καταναλωτή σε λάθος συμπεράσματα και συνήθ. βλάπτει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. [< αγγλ. misleading advertising] , συγκριτική διαφήμιση: που προσδιορίζει άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα ενός ανταγωνιστή ή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρει. [< αγγλ. comparative advertising] , άμεσο μάρκετινγκ/άμεση διαφήμιση βλ. μάρκετινγκ [< γαλλ. réclame, publicité, αγγλ. advertisement]

ενέργεια

ενέργεια[ἐνέργεια] ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας | -ών} 1. συγκεκριμένη δράση υποκειμένου ή φορέα για την επίτευξη ορισμένου σκοπού· κίνηση, πράξη: αυθαίρετη (= αυθαιρεσία)/επιθετική (= επίθεση)/εχθρική (: εισβολή)/πραξικοπηματική (= πραξικόπημα)/πολιτική/προκλητική/πρωτοφανής/τρομοκρατική ~. Υλοποίηση μιας ~ας. Αποσπασματικές/αποτελεσματικές/αποφασιστικές/άστοχες/διπλωματικές/καινοτόμες/κοινές/μεμονωμένες/λανθασμένες/νομικές/προπαρασκευαστικές/σπασμωδικές/συντονισμένες ~ες. ~ες ανάδειξης και προβολής/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (βλ. μέτρο, σχέδιο). Έγιναν όλες οι αναγκαίες/δυνατές/κατάλληλες ~ες. Κατόπιν ~ών μου. Έχουν προβεί/προχωρήσει στις απαραίτητες ~ες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Βλ. αντ~, αυτ~, δι~. 2. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει το ποσό του έργου που απαιτείται για να μεταβεί ένα φυσικό σύστημα από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση: ύλη και ~. ~ και ισχύς. Κατανάλωση ~ας. Αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια ~ας. Αρχή διατήρησης της ~ας. Οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση απαιτεί ή απελευθερώνει ~. Βλ. βιο~, ραδι~, τηλ~, υδρο~. Βλ. τζάουλ.|| (με αναφορά στην ηλεκτρική ~) Αγορά/διαχείριση/εξοικονόμηση/κατανάλωση/παροχή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ., για τις ανανεώσιμες ή τις συμβατικές μορφές ~ας) Βιώσιμη/πράσινη/φτηνή ~. Ήπιες/καθαρές πηγές ~ας.|| Η ~ των τροφών υπολογίζεται σε θερμίδες. 3. ενεργητικότητα, ζωντάνια: Είναι γεμάτη ~. Η ~ά της είναι ανεξάντλητη. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ~ας. Πβ. δυναμισμός, ζωτικότητα, σφρίγος.|| Ανάλωσε πολλή ~ μέχρι να την πείσει (= έκανε πολύ κόπο). Το μέλι μάς χαρίζει ~. 4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα: ανεπιθύμητη ~ φαρμάκου (= παρ~). Θεραπευτική ~ των ιαματικών νερών. Βλ. μετ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/θετική ενέργεια: αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, προκαλώντας στους άλλους κακή ή καλή διάθεση: Βγάζει/εκπέμπει ~ ~. Πβ. αύρα.|| (νεαν. αργκό) Σας στέλνουμε (όλη) τη θετική μας ~ (: θερμές και ειλικρινείς ευχές)! [< γαλλ. énergie négative/positive] , ελεύθερη ενέργεια (συστήματος): ΦΥΣ. που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή ωφέλιμου έργου (μέσω ορισμένων διεργασιών). Βλ. εντροπία. [< αγγλ. free energy] , αιολική ενέργεια βλ. αιολικός2, ανάκτηση ενέργειας βλ. ανάκτηση, ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, ατομική ενέργεια βλ. ατομικός, γεωθερμική ενέργεια βλ. γεωθερμικός, δυναμική ενέργεια βλ. δυναμικός, δυναμικό ενέργειας βλ. δυναμικό, εγκληματική ενέργεια βλ. εγκληματικός, ενέργεια ιονισμού βλ. ιονισμός, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηλεκτρική ενέργεια βλ. ηλεκτρικός, ηλιακή ενέργεια βλ. ηλιακός, θερμική ενέργεια βλ. θερμικός, ισοκατανομή της ενέργειας βλ. ισοκατανομή, κινητική ενέργεια βλ. κινητικός, μηχανική ενέργεια βλ. μηχανικός, ποιόν ενεργείας βλ. ποιόν, πυρηνική ενέργεια βλ. πυρηνικός, σκοτεινή ενέργεια βλ. σκοτεινός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός, υδραυλική ενέργεια βλ. υδραυλικός, υδροηλεκτρική ενέργεια βλ. υδροηλεκτρικός, φωτεινή ενέργεια βλ. φωτεινός, χημική ενέργεια βλ. χημικός ● ΦΡ.: εν ενεργεία [ἐν ἐνεργείᾳ] (λόγ.) 1. σε ενεργό δράση: αξιωματικός/βουλευτής/εκπαιδευτικός ~ ~. ΑΝΤ. εν αποστρατεία, συνταξιούχος.|| ~ ~ ηφαίστειο. 2. ΦΙΛΟΣ. που έχει πραγματοποιηθεί: ~ ~ ικανότητες. Βλ. εντελέχεια. ΑΝΤ. εν δυνάμει [< γαλλ. en activité] , θέτω/βάζω σε ενέργεια: εφαρμόζω: Έβαλαν σε ~ το σχέδιό τους. Πρόγραμμα δράσης που τέθηκε σε ~. Πβ. βάζω μπροστά/μπρος, ενεργοποιώ. [< γαλλ. mettre en action] , προς ενέργεια & (λόγ.) προς ενέργειαν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. για τη διεκπεραίωση, υλοποίηση (μιας εντολής, υποχρέωσης): αποδέκτες/προθεσμίες ~ ~. [< 1: αρχ. ἐνέργεια 2,3: γαλλ. énergie, αγγλ. energy 4: κατά τη σημ. 3 του ενεργώ]

-ήθρα

-ήθραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. όργανο: δαχτυλ~/καντηλ~/ουρ~. 2. τόπο: κηρ~/κολυμπ~/(νερο)τσουλ~.

πληθωρισμός

πληθωρισμόςπλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. συνεχής αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, που συνοδεύεται συνήθ. από οικονομική ύφεση και ανεργία: αναμενόμενος/ανεξέλεγκτος/διαρθρωτικός/ελεγχόμενος/έντονος/ήπιος/μηδενικός/πραγματικός/υψηλός/χαμηλός ~. Ο επίσημος/ετήσιος/μέσος ~. Άνοδος/επιβράδυνση/μείωση/πτώση/συγκράτηση του ~ού. Στο ... % (ανήλθε/αυξήθηκε/διαμορφώθηκε/κινήθηκε/κυμάνθηκε/υποχώρησε) ο ~ (στην ευρωζώνη/της χώρας). Βλ. εναρμονισμένος, αντι~, απο~, στασιμο~, υπερ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πληθώρα: ~ της εικόνας/πληροφορίας. ~ πτυχίων. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός., δομικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που εξαιρεί συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας (τρόφιμα, ενέργεια) στους οποίους οι τιμές είναι ευμετάβλητες., εισαγόμενος πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από αύξηση των τιμών εισαγόμενων προϊόντων: εγχώριος και ~ ~., καλπάζων πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. υπερπληθωρισμός., κυκλικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. άνοδος του πληθωρισμού προς το τέλος ενός οικονομικού κύκλου, εξαιτίας της αύξησης του κόστους πρώτων υλών και εργασίας., πληθωρισμός ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. που οφείλεται σε υπερβάλλουσα ζήτηση αγαθών: ~ προσφοράς ή ζήτησης. Βλ. ανελαστικότητα (της) ζήτησης., πληθωρισμός κόστους: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής (συνήθ. των πρώτων υλών και κυρ. του πετρελαίου) ή από την υπερβολική αύξηση των μισθών και κατόπιν διαχέεται σε όλη την οικονομία. [< αγγλ. inflation, γαλλ. ~, 1919]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.