άλμπουμ[ἄλμπουμ] άλ-μπουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δεμένα φύλλα από χοντρό υλικό, συνήθ. χαρτόνι, με ή χωρίς ειδικές υποδοχές για την ταξινόμηση και προστασία διάφορων συλλογών: οικογενειακό/φωτογραφικό ~. ~ γραμματοσήμων/νομισμάτων.|| Ψηφιακό ~ φωτογραφιών. Πβ. λεύκωμα. 2. μουσική συνήθ. ηχογράφηση που κυκλοφορεί σε ψηφιακό δίσκο ή σε δίσκο του πικάπ: διπλό/ζωντανό (= λάιβ)/μονό ~. Η δημοφιλής τραγουδίστρια ετοιμάζει/κυκλοφορεί το νέο προσωπικό της ~. Πβ. σιντί. 3. έντυπη, συνήθ. πολυτελής, συλλογή εικόνων ζωγραφικής, στίχων: ~ με γκραβούρες. [< γαλλ.-αγγλ. album]
δυστύχημα[ἀναφορά] α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. προφορικός ή γραπτός λόγος για κάτι: άμεση/αναλυτική/απλή/αόριστη/γενική/ειδική/εκτενής/έμμεση/ευθεία (: χωρίς περιστροφές)/ευρεία/περιληπτική/σαφής/συχνή/τυχαία/υπαινικτική (πβ. νύξη) ~. ~ σε γεγονότα του παρελθόντος/στην κατάσταση/σε κάποιο πρόβλημα. Έκανε ~ στο/για το ... Γίνεται/υπάρχει ~ σε κάτι. Ντοκιμαντέρ με ~ στο περιβάλλον. Το κείμενο δεν περιέχει καμιά ~ στο ... ~ές στο επιστημονικό έργο. Πβ. μνεία. Βλ. αυτο~, ετερο~. 2. παράθεση: ενδεικτική/εξαντλητική/λεπτομερής/ονομαστική/συνοπτική ~. (Σωστή) ~ των γεγονότων/του ονόματος/της πηγής (πβ. παραπομπή). Βιβλιογραφική ~ (: παρουσίαση της βιβλιογραφίας στο τέλος μιας μελέτης). Βλ. ετερο~. 3. καταγγελία· (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο έγγραφο: έγγραφη ~. Του έκανε ~.|| Μηνυτήρια/υπηρεσιακή ~. Καταθέτω/στέλνω/συντάσσω/υποβάλλω ~ (στην Υπηρεσία/στο Υπουργείο). 4. (γραπτή) έκθεση στοιχείων: εβδομαδιαία/εσωτερική/ετήσια/ημερήσια ~. Επίσημη ~ του ΟΗΕ (= υπόμνημα). Πβ. ραπόρτο. 5. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. ενημέρωση του χρήστη σχετικά με την επιτυχία χρήσης μιας υπηρεσίας: (στο διαδίκτυο:) ~ λαθών/προβλημάτων/σφαλμάτων.|| (στο κινητό:) ~ές παράδοσης (μηνυμάτων). 6. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία κατά την οποία οι οπλίτες μονάδας (ή υποδιαίρεσής της) παρατάσσονται και δηλώνεται επίσημα στον επικεφαλής ο αριθμός των παρόντων, των απόντων και των κωλυομένων: απογευματινή (: πριν από την απογευματινή εκπαίδευση)/βραδινή (: πριν από το σιωπητήριο)/πρωϊνή ~. Ο στρατιώτης βγήκε στην ~ παραπονούμενος για .../και ζήτησε να του δοθεί ολιγοήμερη άδεια. Τον έβγαλε στην ~ (: ο λοχίας τον στρατιώτη, λόγω απείθειας ή παραπτώματος). 7. σύνδεση, συσχέτιση: άξονας/βάση/δεδομένα/μοντέλο ~άς. 8. ΓΛΩΣΣ. συσχετισμός γλωσσικού στοιχείου με ένα προηγούμενο ή επόμενο, όπως αντωνυμίας με ουσιαστικό· σύνδεση κειμενικού στοιχείου με οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, ιδιότητα, κατάσταση) του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου, γνωστή στον ακροατή ή τον αναγνώστη: ενδοκειμενική/εξωκειμενική ~. Βλ. δείξη. 9. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) η έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι", που εκφράζεται με εμπρόθετο ή ονοματικό προσδιορισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικείμενο αναφοράς 1. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος· ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή της προσοχής: Προσέχουμε να αλλάζουμε παράγραφο, όταν περνάμε από μια έννοια σε άλλη ή αλλάζει το ~ ~.|| Ο αρχιτέκτονας διατηρεί γραφείο με κύριο ~ ~ μελέτες δημοσίων έργων. 2. ΓΛΩΣΣ. οντότητα του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου η οποία συνδέεται με το γλωσσικό σημείο (απλούστερα, τη λέξη) με εξωτερική σχέση δήλωσης (λατ. denotatio)· το αντικείμενο που δηλώνεται από το γλωσσικό σημείο ως όνομα: Το ~ ~ της λέξης "τραπέζι" είναι το ίδιο το πράγμα "τραπέζι"., βιβλίο/έργο αναφοράς & (σπανιότ.) εργασία αναφοράς: βασικό έργο, κυρ. λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, στο οποίο ανατρέχει κανείς για άντληση πληροφοριών. [< αγγλ. reference book/work] , δικαίωμα αναφοράς: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη, μεμονωμένα ή συλλογικά, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις Αρχές· το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος-μέλος, να υποβάλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Σύνταγμα καθιερώνει το ~ ~ των Ελλήνων προς τις Αρχές. , κέντρο αναφοράς 1. συντονιστικό όργανο (που παρέχει έγκυρη πληροφόρηση ή βοήθεια): εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~. ~ ~ AIDS/γρίπης. ~ ~ για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. 2. σημείο αναφοράς. [< γαλλ. centre de référence] , ορθή αναφορά: ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης αντικειμένου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού μήκους. Βλ. απόκλιση. [< αγγλ. right ascension] , σημείο αναφοράς 1. (μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση σε ένα σύνολο ή αποκτά κομβική σημασία: ~ ~ της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία. Η Εκκλησία είναι ~ ~ για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Πβ. τοπόσημο. ΣΥΝ. κέντρο αναφοράς (2) 2. ΤΟΠΟΓΡ. ακριβής θέση στην επιφάνεια της Γης, με δεδομένες συντεταγμένες και υψόμετρο, που χρησιμοποιείται για τοπογραφικούς σκοπούς. [< γαλλ. point de référence] , σύστημα αναφοράς: ΦΥΣ. που χρησιμοποιεί συντεταγμένες για τον εντοπισμό ορισμένης θέσης: αδρανειακό ~ ~. [< γαλλ. système (de) référence] , τιμή αναφοράς: που θεωρείται βάση για τον υπολογισμό αξίας, μεγέθους: βασική/καθαρή/ρυθμιζόμενη ~ ~. ~ ~ μετοχών/πετρελαίου/συναλλάγματος/χρυσού. ~ ~ για τα ελλείμματα/το χρέος. Βλ. αντικειμενική αξία. [< αγγλ. reference price/ value] , αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") βλ. αιτιατική, γενικευτική αναφορά βλ. αναφορά, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, εργαστήριο αναφοράς βλ. εργαστήριο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κόλλα αναφοράς βλ. κόλλα, ομάδα αναφοράς βλ. ομάδα, τοπικότητα της αναφοράς βλ. τοπικότητα ● ΦΡ.: δίνω (σε κάποιον) αναφορά (συχνά ειρων.): τον ενημερώνω λεπτομερώς για κάτι· λογοδοτώ: Έχω κάθε δικαίωμα να πάω όπου θέλω, χωρίς να δώσω ~ σε κανέναν. ~ θα σου δώσω;, σε αναφορά με & (λόγ.) εν αναφορά προς (επίσ.): ως προς, όσον αφορά, σχετικά με: ~ ~ την ανωτέρω επιστολή, σας πληροφορούμε ότι ... [< 1,2,3: αρχ. ἀναφορά 1,2: αγγλ. reference, γαλλ. référence 3,4,5,6: αγγλ. report, γαλλ. rapport 7: μτγν. άναφορά, γαλλ. rapport, relation 8: αγγλ. anaphora, γαλλ. anaphore 9: μτγν.]
βιβλιο- & βιβλιό- & βιβλι-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών με αναφορά στο βιβλίο: βιβλιο-θήκη/~παρουσίαση/~πώλης. Βιβλιόφιλος.|| Bιβλιο-γραφικός.|| Bιβλιο-δετώ.|| Βιβλι-άριο.
βίβλοςβί-βλος ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. το αρχικό Β) η Αγία Γραφή: τα βιβλία/χωρία της ~ου. Πβ. Ιερά Γράμματα, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Βλ. Ιερές Γραφές, Κοράνι, Ταλμούδ. 2. σύγγραμμα, εγχειρίδιο που θεωρείται το πιο έγκυρο σε κάποιον τομέα: η ~ του καλού/σύγχρονου επιχειρηματία. ● ΣΥΜΠΛ.: Λευκή Βίβλος/Λευκό Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν προτάσεις κοινοτικής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς: ~ ~ για την ανάπτυξη/την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. [< αγγλ. White Paper] , Μαύρη Βίβλος: βιβλίο ή σύνολο κειμένων που αναφέρονται σε αρνητικά και κατακριτέα στοιχεία (καθεστώτος, κράτους, προσώπου): η ~ ~ του καπιταλισμού/του φασισμού. [< γαλλ. Livre Noir] , Μπλε Βίβλος & Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν τους στρατηγικούς στόχους και τις συστάσεις της Επιτροπής για κοινοτική δράση στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. [< αγγλ. Blue Paper] , Πράσινη Βίβλος/Πράσινο Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στην προώθηση του προβληματισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο για συγκεκριμένο θέμα: ~ ~ για την ενέργεια/την επιχειρηματικότητα. [< αγγλ. Green Paper, 1967] , χαρτί βίβλου: ΤΥΠΟΓΡ. λεπτό αδιαφανές χαρτί εκτύπωσης [< αγγλ. Bibel paper, 1903, γαλλ. Papier bible] , χρυσή βίβλος 1. (μτφ., συνήθ. στον αθλητισμό) καταγραφή των πιο λαμπρών ονομάτων, στιγμών ή περιστατικών που αφορούν έναν χώρο: η ~ ~ του κυπέλλου/των μεταλλίων/των πρωταθλητών/των τελικών. 2. ΙΣΤ. κατάλογος με τα ονόματα των ευγενών την περίοδο της Ενετοκρατίας, κυρ. στα Επτάνησα. ΣΥΝ. λίμπρο ντ' όρο [< ιταλ. libro d'oro] [< 1: μτγν. Βίβλος 2: γαλλ.-αγγλ. bible]
γονιδιωματικός, ή, ό γο-νι-δι-ω-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το γονιδίωμα: ~ή: ανάλυση/ιατρική. Βλ. γονιδιακός, γονοτυπικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιωματική βιβλιοθήκη: συλλογή κλωνοποιημένων τμημάτων του συνολικού DNA ενός οργανισμού, το καθένα από τα οποία διατηρείται ξεχωριστά. Βλ. τράπεζα γενετικού υλικού. [< αγγλ. genomic, 1934, γαλλ. génomique, περ. 1950]
-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.
-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.
δερματόδετος, η, ο δερ-μα-τό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) που είναι βιβλιοδετημένο με δερμάτινο κάλυμμα (εξώφυλλο): ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. πανόδετος. [< γαλλ. relié en cuir.]
εβίβα & βίβα[ἐβίβα] ε-βί-βα επιφών.: τυπική ευχή σε πρόποση: ~ παιδιά! Άντε ~, και χρόνια πολλά. ΣΥΝ. γεια μας!, στην υγειά (σου/του/μας) [< ιταλ. evviva, μεσν. βίβα < ιταλ. viva]
εγκυκλοπαίδεια[ἐγκυκλοπαίδεια] ε-γκυ-κλο-παί-δει-α ουσ. (θηλ.) & (παλαιότ.) εγκυκλοπαιδεία: έργο το οποίο περιλαμβάνει με αλφαβητική ή θεματική ταξινόμηση το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης ή των γνώσεων συγκεκριμένης επιστήμης: γεωγραφική/έντυπη/επιστημονική/επίτομη/ιατρική/ιστορική/λογοτεχνική/μαθηματική/μουσική/παγκόσμια/πολύτομη/σχολική ~. Διαδικτυακή/ελεύθερη/ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ (βλ. βικιπαίδεια). Άρθρα/έκδοση/λήμματα/συμπλήρωμα ~ας. Γενικές/έγκυρες/ειδικές ~ες. ~ εννέα τόμων. Εικονογραφημένη ~ υγείας/φυσικών επιστημών. Βλ. βιβλίο/έργο αναφοράς, λεξικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θεματική εγκυκλοπαίδεια: που έχει οργανωμένα τα λήμματά της σε θεματικές ενότητες, ανάλογα με τον τομέα του επιστητού στον οποίο αναφέρονται. ● ΦΡ.: είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια (μτφ.): πρόσωπο με εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Πβ. παντογνώστης, φωστήρας. Βλ. πολύξερος. [< γαλλ. encyclopédie, αγγλ. encyclop(a)edia]
ηλεκτρονική[ἠλεκτρονική] η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος της Φυσικής και της Τεχνολογίας που ασχολείται με τη μελέτη της κίνησης των ηλεκτρονίων και με τον σχεδιασμό ηλεκτρικών συσκευών και κυκλωμάτων. Πβ. ηλεκτρονικά (τα). Βλ. μικρο~, νανο~, οπτο~. [< αγγλ. electronics, 1910, γαλλ. électronique, περ. 1930]
-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.
-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).
ιερός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἱερός] ι-ε-ρός επίθ. 1. (συχνά με κεφαλ. Ι) που αναφέρεται στον Θεό, στα θεία, στη θρησκεία ή που έχει μεγάλη θρησκευτική σημασία: ~ός: μήνας/ναός/τόπος (βλ. προσκύνημα)/ύμνος/χορός. ~ή: ακολουθία/εικόνα/κοινότητα/λειτουργία (= Θεία)/Μονή/μορφή/πηγή (= αγίασμα)/προσευχή/συγκίνηση/σύναξη. ~ό: ανάγνωσμα/ένδυμα/λείψανο/μυστήριο/νησί. ~ές: τελετές. ~ά: άμφια. Η ~ά Αρχιεπισκοπή/Μητρόπολη. Βλ. πανίερος.|| (για Άγιο, συνήθ. λόγιο) Ο ~ Αυγουστίνος/Φώτιος.|| Τα ~ά ζώα αρχαίων πολιτισμών. 2. που του οφείλουμε σεβασμό, γιατί έχει μεγάλη ηθική αξία και σημασία: ~ός: αγώνας/θεσμός/όρκος/σκοπός. ~ή: αποστολή/γη/ιδέα/μνήμη/προσφορά/υποχρέωση/φλόγα. ~ό: καθήκον/όνομα/πρόσωπο/σύμβολο/χρέος. ~ά: χώματα (= άγια). Πβ. αξιοσέβαστος, σεβαστός. ΑΝΤ. ανίερος 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στο ιερό οστό: ~ός: σπόνδυλος. ~ή: αρτηρία/μοίρα. ~ά: τρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Γράμματα: ΘΕΟΛ. η Αγία Γραφή. Πβ. Βίβλος., ιερά νόσος (ευφημ.-παλαιότ.): επιληψία., Ιερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. το ανώτατο διοικητικό όργανο κάθε αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας., ιερή τέχνη: που υπηρετεί τη θρησκευτική λατρεία: η ~ ~ της αγιογραφίας., Ιερό Βιβλίο/Κείμενο: ΘΡΗΣΚ. γραπτό, συνήθ. παλαιό έργο, που θεωρείται θεόπνευστο και αποτελεί τη βάση της πίστης και της λατρευτικής ζωής σε μια θρησκεία: τα ~ά ~α του Χριστιανισμού (πβ. Αγία Γραφή).|| Τα ~ά ~α του Ινδουισμού (πβ. Βέδες)/Ιουδαϊσμού (πβ. Ταλμούδ, Τορά)/Μουσουλμανισμού (πβ. Κοράνι). ΣΥΝ. Ιερές Γραφές, ιερό οστό & (λόγ.) ιερό οστούν: ΑΝΑΤ. τριγωνικό οστό που βρίσκεται στο κάτω άκρο της σπονδυλικής στήλης. Βλ. κόκκυγας., ιερός/θρησκευτικός πόλεμος: που γίνεται στο όνομα μιας θρησκείας. Βλ. σταυροφορία, τζιχάντ., [< γαλλ. guerre sainte], (Ιερά) Σύνοψη βλ. σύνοψη, Διαρκής Iερά Σύνοδος βλ. σύνοδος, θείος/ιερός νόμος βλ. νόμος, Ιερά Εξέταση βλ. εξέταση, ιερά σινδόνη βλ. σινδόνη, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, ιερά τέρατα βλ. τέρας, Ιερά/Ιερή Παράδοση βλ. παράδοση, Ιερές Γραφές βλ. γραφή, ιερή αγελάδα βλ. αγελάδα, ιερή αποδημία βλ. αποδημία, ιερή πόλη βλ. πόλη, ιερό άλσος βλ. άλσος, ιερό τοτέμ βλ. τοτέμ, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, ιεροί/θείοι κανόνες βλ. κανόνας, ιερός χώρος βλ. χώρος, ο Ιερός Βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο: δεν σέβεται τίποτα, δεν έχει ηθικούς φραγμούς, είναι αδίστακτος, αχρείος., σε ό,τι έχω ιερό: (σε όρκο): Σας τ' ορκίζομαι ~ ~, δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο., τα ιερά και τα όσια: το σύνολο των αξιών και γενικότ. ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος: ~ ~ της πατρίδας/πίστης/φυλής. Βεβηλώνω/θίγω/προσβάλλω ~ ~ κάποιου. Πβ. θεία (τα). ● βλ. ιερό [< αρχ. ἱερός]
κανονικός, ή, ό κα-νο-νι-κός επίθ. 1. ομαλός, συνηθισμένος, φυσιολογικός: ~ός: σφυγμός (ΑΝΤ. ακανόνιστος). ~ή: αναπνοή (πβ. σταθερή)/ανάπτυξη/πίεση (αίματος)/συμπεριφορά (: αναμενόμενη· ΑΝΤ. αποκλίνουσα, προβληματική). ~ές για την εποχή θερμοκρασίες. ~ά: χαρακτηριστικά (= αρμονικά, συμμετρικά). ~ό δέρμα/~ά μαλλιά (βλ. λιπαρός, ξηρός). Διακόπηκε η ~ή ροή του προγράμματος. Επιστρέψαμε στους ~ούς μας ρυθμούς. Η κίνηση στο αεροδρόμιο παραμένει σε ~ά επίπεδα.|| Ζει μια ~ή ζωή. Ήταν μια ~ή (= τυπική) μέρα στη δουλειά. Ένας ~ άνθρωπος είναι, όπως όλοι (πβ. απλός). ΑΝΤ. διαφορετικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός.|| (ως ουσ.) Βάρος πάνω απ' το ~ό. 2. που είναι σύμφωνος με τους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς ή νόμους, που δεν τους αντιβαίνει: ~ός: διορισμός/μισθός. ~ή: άδεια/λειτουργία/προσπέραση (ΑΝΤ. αντικανονική)/ταχύτητα. ~ό: εισιτήριο (βλ. μειωμένος)/πρόγραμμα/ωράριο (εργασίας). Έκπτωση 50% επί των ~ών τιμών. Ο ~ αγώνας έληξε 1-1 (βλ. παράταση). Πβ. νόμιμος, νομότυπος. Βλ. παρά-νομος, -τυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ σχηματισμός παραθετικών/του μέλλοντα. Βλ. ανώμαλος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= δίκαιο, πρέπον, σωστό) θα ήταν να ζητήσει συγγνώμη. 3. περιοδικός, τακτός: ~ά: δρομολόγια (ΑΝΤ. έκτακτα). Συντήρηση σε ~ά διαστήματα. Το μωρό κοιμάται/τρώει σε ~ές ώρες. ΑΝΤ. ακανόνιστος. 4. αληθινός, πραγματικός, σωστός: Ποιο είναι το ~ό σου όνομα (βλ. ψεύτικος); Κάντε κλικ για να δείτε τη φωτογραφία σε ~ό μέγεθος/~ές διαστάσεις (: όπως είναι αποθηκευμένη στο αρχείο· βλ. μεγέθυνση, σμίκρυνση).|| ~ό: δείπνο/πρωινό/φαγητό. Πβ. πλήρης. ΑΝΤ. ελαφρύς, πρόχειρος.|| (προφ.) Έβγαλε άδεια κι είναι πια ~ δικηγόρος! ● επίρρ.: κανονικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δουλεύει/λειτουργεί ~ (: σωστά, χωρίς προβλήματα).|| ~ θα έπρεπε να σε τιμωρήσω, αλλά έχε χάρη!|| Ο αγώνας συνεχίζεται ~ (: σύμφωνα με το πρόγραμμα).|| Αναπτύσσεται ~ (= φυσιολογικά).|| Έφαγε ~ (: όσο πρέπει, ικανοποιητικά).|| Παρακολουθεί τα μαθήματα ~ (= τακτικά).|| (προφ.) Μ' έγραψε ~ (: αδιαφόρησε πλήρως)! ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικά βιβλία: ΕΚΚΛΗΣ. Κανόνας., κανονικό γεύμα 1. που έχει την απαιτούμενη θρεπτική και θερμιδική αξία: Τρώει σνακ αντί για ~ ~ (= πλήρες). 2. {στον πληθ.} που καταναλώνεται σε τακτά διαστήματα: μικρά ~ά ~ατα (ΑΝΤ. ακανόνιστα)., Κανονικό Δίκαιο: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των θεσμοθετημένων διατάξεων και καθιερωμένων πρακτικών της Εκκλησίας: ορθόδοξο/ρωμαιοκαθολικό ~ ~. Βλ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο., κανονικό πολύγωνο: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι πλευρές και οι γωνίες είναι ίσες., κανονικό πολύεδρο: ΓΕΩΜ. του οποίου οι έδρες είναι κυρτά κανονικά πολύγωνα, ίσα μεταξύ τους. Βλ. οκτά-, τετρά-εδρο, κύβος., κανονικές συνθήκες βλ. συνθήκη, κανονική γλώσσα βλ. γλώσσα, κανονική έκφραση βλ. έκφραση ● ΦΡ.: κανονικά και με τον νόμο βλ. νόμος [< μτγν. κανονικός ‘σύμφωνος με τον κανόνα ή τους κανόνες’, γαλλ. régulier, normal]
κατάλογοςκα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου} 1. παράθεση στοιχείων με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, που γίνεται κατά συστηματικό τρόπο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: αλφαβητικός (πβ. ίντεξ)/δημόσιος/διαδικτυακός/δίγλωσσος/διεθνής/εκτενής/επαγγελματικός/επίσημος/επιχειρηματικός/ονομαστικός/συλλογικός/συνοδευτικός/χρονολογικός/ψηφιακός ~. Αναλυτικοί/βαθμολογικοί (πβ. βαθμολόγιο)/διαφημιστικοί ~οι. ~ βιβλίων/δημοσιεύσεων/διευθύνσεων/εκδηλώσεων/εκδόσεων/εκθέσεων/ελέγχου/έργων/καταστημάτων/μαθημάτων/φαρμάκων/φωτογραφιών. ~ (με τα ονόματα των) ενδιαφερομένων/επιλαχόντων/μελών/υποψηφίων. Δημοσίευση/ενημέρωση/κατάρτιση ~όγου. Πβ. κατάσταση, λίστα, πίνακας. Βλ. ευρετήριο, -λόγιο.|| ~ κρασιών/ποτών/φαγητών. Πβ. εδεσματολόγιο, μενού, τιμο~.|| (μτφ.) Μακραίνει διαρκώς ο ~ (= αριθμός) των θυμάτων. Βλ. -λογος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιεραρχικά δομημένο σύνολο στοιχείων, συνήθ. αρχείων, με πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενό τους. Βλ. υπο~. ● Υποκ.: καταλογάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικός κατάλογος: λίστα με τα ονόματα των εκλογέων μιας περιφέρειας., κατάλογος βιβλιοθήκης: ΠΛΗΡΟΦ. βάση δεδομένων με βιβλιογραφικές εγγραφές που αφορούν ολόκληρο το υλικό μιας βιβλιοθήκης: αυτοματοποιημένος/θεματικός ~ ~., τηλεφωνικός κατάλογος: που περιέχει τα στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, διεύθυνση) και το τηλέφωνο των συνδρομητών. Βλ. Χρυσός Οδηγός., βραχεία λίστα βλ. λίστα, πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου βλ. πληροφορία ● ΦΡ.: φωνάζω τον κατάλογο (προφ.): εκφωνώ τα ονόματα ενός καταλόγου. Βλ. παίρνω παρουσίες. [< 1: αρχ. κατάλογος, γαλλ.-αγγλ. catalogue 2: αγγλ. catalog]
κλείνωκλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλει-σα, κλεί-σει, -στηκα, -στεί, κλείν-οντας, (σπάν.) -όμενος, κλει-σμένος} 1. μετακινώ ή τοποθετώ κινητό τμήμα ενός αντικειμένου ή μιας κατασκευής με τρόπο ώστε να φράξω τη δίοδο ή να εμποδίσω την οπτική επαφή με εσωτερικό χώρο· τον καθιστώ μη προσβάσιμο: ~ τα παντζούρια/το παράθυρο/την πόρτα (με κλειδί = κλειδώνω)/το συρτάρι. Η εξώπορτα ~ει από μέσα/ερμητικά. (σε αυτοκίνητο) Οροφή που ανοίγει και ~ει (= ανοιγοκλείνει) αυτόματα. ~σα το καπάκι. Βλ. μισο~, ξανα~.|| ~ουμε (= σκεπάζουμε) τη χύτρα και βράζουμε για μιάμιση ώρα. Θήκες που ~ουν με φερμουάρ. Πβ. σφαλίζω. ΑΝΤ. ανοίγω (1) 2. μαζεύω ή διπλώνω κάτι ανοιχτό, απλωμένο ή ξεδιπλωμένο: ~ το βιβλίο. Κρεβάτι που ανοίγει και ~ει (= πτύσσεται) εύκολα. 3. (για συσκευή ή επιχείρηση, ίδρυμα) παύω τη λειτουργία, προσωρινά ή μόνιμα: ~ τον απορροφητήρα/τον εκτυπωτή/την οθόνη/τον υπολογιστή. Το μηχάνημα ~ει αυτόματα. Κλείσε τον ήχο/την τηλεόραση!|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το σάιτ. Πατώντας το κουμπί ~ει το παράθυρο.|| Το κατάστημα ~ει στις τρεις. ~ουν τα θέατρα/τα σχολεία (ενν. για το καλοκαίρι). ~σε το εργοστάσιο (πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο). 4. τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι (δραστηριότητα, χρονική περίοδο, προφορικό ή γραπτό κείμενο), το διευθετώ οριστικά· ειδικότ. συμπληρώνω: Η εταιρεία ~σε με επιτυχία τη χρονιά. ~σε τον λόγο/την ομιλία του με μια παράκληση. (ελλειπτ.) ~ με ένα σχόλιο. (σε τελική παράγραφο) ~οντας (= τέλος), θα ήθελα να ... Καθένα από τα κεφάλαια ~ει με ανακεφαλαίωση των βασικών θέσεων. ~ουν οι εκκρεμότητες (πβ. τακτοποιώ). Το θέμα/η ιστορία ~σε (= έληξε).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~σε τον ισολογισμό/το ταμείο (: έκανε απολογισμό). Έχει ~σει ο προϋπολογισμός. (στο χρηματιστήριο) Ο Γενικός Δείκτης Τιμών ~σε (= οριστικοποιήθηκε) με απώλειες/στις ... μονάδες.|| Τα πόσα (ενν. χρόνια) ~ει; ~ει τα τριάντα. ~σε τρεις μήνες ζωής. ~σαν (= πέρασαν) ήδη δέκα χρόνια από την ίδρυση του συλλόγου. ΑΝΤ. ανοίγω (7) 5. σταματώ τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου: ~ τον διακόπτη της συσκευής. (ειδικότ.) ~σα (= έσβησα) το φως. Κλείσε τη βρύση! ~ει η βαλβίδα.|| (μτφ.) Θα ~σει η στρόφιγγα των επιχορηγήσεων. 6. διακόπτω τηλεφωνική συνομιλία: ~ το ακουστικό (= κατεβάζω)/το τηλέφωνο. (ελλειπτ.) Συγγνώμη, αλλά πρέπει να ~σω, χτυπάει το κουδούνι.|| ~σε (: έπεσε) η γραμμή. 7. δεσμεύω, κρατώ, εξασφαλίζω: ~ δωμάτιο σε ξενοδοχείο/θέση σε αεροπλάνο/τραπέζι σε εστιατόριο (= κάνω κράτηση). ~σαμε εισιτήρια για τη συναυλία. (προφ.) ~σα διακοπές στο ... 8. συνάπτω σύμβαση· έρχομαι σε συμφωνία (για κάτι): ~ουν δουλειές/παραγγελίες. Έχω ~σει ραντεβού με γιατρό. Έχει ~σει συμβόλαιο με ... ~στηκε (η) συνάντηση (πβ. ορίζω). ~σε η συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Πβ. συνομολογώ. 9. φράζω έναν χώρο, για να εμποδίσω τη δίοδο· δεν επιτρέπω σε κάποιον να περάσει: Μην ~εις τον διάδρομο/το πέρασμα! Ο δρόμος ~σε εξαιτίας κατολισθήσεων. ~σαν τα σύνορα. (στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) Ο παίκτης ~στηκε από δύο αμυντικούς. Πβ. αποκλείω, μπλοκάρω. 10. εγκλείω, περιορίζω: Τον συνέλαβαν και τον ~σαν στο κρατητήριο. ~στηκε σε άσυλο/στη φυλακή/σε ψυχιατρείο. 11. (συνήθ. μτφ.) μειώνω: ~ει η ψαλίδα μεταξύ των δύο υποψηφίων (στις δημοσκοπήσεις). ~σε τη διαφορά του από τον πρωτοπόρο της βαθμολογίας. 12. γράφω το δεύτερο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: ~ την αγκύλη. ~ουν τα εισαγωγικά.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) ~ την παρένθεση κι επιστρέφω στο θέμα μας! ΑΝΤ. ανοίγω (11) ● κλείνει 1. (κυριολ. κ. μτφ.) θεραπεύεται, επουλώνεται: Πληγή/τραύμα βαθύ που δεν ~ (= δεν γιατρεύεται). 2. (μτφ.) περιέχει, περιλαμβάνει: Λεύκωμα που ~ μέσα του (= εμπεριέχει, εμπερικλείει) μια ολόκληρη εποχή. ● Παθ.: κλείνομαι 1. περιορίζομαι, απομονώνομαι ή εγκλωβίζομαι: ~στηκε μόνος στο γραφείο του. Έχω ~στεί μέσα τελευταία (: δεν βγαίνω από το σπίτι για διασκέδαση).|| ~στηκα στο ασανσέρ. 2. αποκλείομαι από κάπου: ~στηκα έξω (απ' το σπίτι). ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο & ένα κεφάλαιο (μτφ.): για ζήτημα ή χρονική περίοδο που ξεκινά ή ολοκληρώνεται, έρχεται σε πέρας: Κλείνει ένα κεφάλαιο της ζωής μου. ~ ~ των μεταρρυθμίσεων., κλείνει η μύτη μου: βουλώνει, συνήθ. λόγω ασθένειας: Έχει κλείσει ~ ~ από το συνάχι., κλείνει η φωνή μου & ο λαιμός μου: δεν μπορώ να μιλήσω ή βραχνιάζω: Κρύωσα και έκλεισε ~., κλείνομαι στον εαυτό μου: γίνομαι εσωστρεφής, λιγότερο κοινωνικός, εκδηλωτικός ή διαχυτικός: Έχει ~στεί ~ της.|| (κατ' επέκτ.) Χώρα που ~εται ~ της. Βλ. ενδοστρέφεια. ΣΥΝ. κλείνομαι στο καβούκι μου, κλείνουν τα μάτια μου: νυστάζω, μου έρχεται ύπνος: ~ ~ από τη νύστα., κλείνω στην αγκαλιά μου (κάποιον): τον αγκαλιάζω: Την ~σε ~ του και τη φίλησε.|| (μτφ.) Κόλπος που ~ει ~ του το νησάκι., κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) (μτφ.): αγαπώ πολύ., κλείνω τα βιβλία: ΛΟΓΙΣΤ. κάνω ισολογισμό: ~ ~ και τους λογαριασμούς της εταιρείας., κλείνω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. τον κρατώ σε άγνοια, τον παραπλανώ: Με την παραπληροφόρηση, προσπαθούν να ~σουν ~ των πολιτών. ΑΝΤ. ανοίγω τα μάτια (κάποιου) 2. φροντίζω κάποιον στις τελευταίες του στιγμές: Του ~σε τα μάτια., κλείνω τα μάτια (μου) (μτφ.-προφ.) 1. πεθαίνω, φεύγω από τη ζωή: Θέλω να κλείσω ~ ~ ευτυχισμένος. Πβ. αποβιώνω. 2. προσποιούμαι ότι δεν είδα ή δεν αντιλήφθηκα κάτι: ~ ~ στα προβλήματα. Πβ. εθελοτυφλώ., κλείνω το μάτι (σε κάποιον): κλείνω στιγμιαία το ένα μάτι, για να αφήσω κάποιο υπονοούμενο: Μου ~ει ~ με νόημα/πονηρά.|| (μτφ.) Ο σκηνοθέτης κλείνει ~ στους θεατές., κλείνω τον φάκελο/κλείνει ο φάκελος (μτφ.): παύω να εξετάζω/παύει να εξετάζεται ένα θέμα, μια υπόθεση: Η αστυνομία ~σε τον ~ο της δολοφονίας του ... Με την καταδίκη του, ~σε οριστικά ο ~ του σκανδάλου. Βλ. βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι. ΑΝΤ. ανοίγω τον φάκελο, μου/μας έχει κλείσει το σπίτι (μτφ.-προφ.) 1. για πολύ μεγάλη καταστροφή, συμφορά: Μας ~σαν τα σπίτια μας, μας ρημάξανε. 2. (συνήθ. για γυναίκα) έγινε αιτία χωρισμού, μπήκε ανάμεσα σε ζευγάρι., ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα βλ. στόμα, δεν κλείνω μάτι βλ. μάτι, θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο βλ. Δαφνί, κλείνει τις πόρτες του βλ. πόρτα, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, κλείνομαι στο καβούκι μου βλ. καβούκι, κλείνω τ' αυτιά μου βλ. αυτί, κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον βλ. πόρτα, κλείνω το τηλέφωνο στα μούτρα κάποιου βλ. μούτρο, κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου βλ. στόμα, κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες βλ. τρύπα, κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα βλ. πόρτα, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα, τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα βλ. μέσα [< μεσν. κλείνω, κλείω γαλλ. fermer, αγγλ. close]
ληξιαρχικός, ή, ό λη-ξι-αρ-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το ληξιαρχείο: ~ά: στοιχεία (γάμου). ● ΣΥΜΠΛ.: ληξιαρχικά βιβλία: στα οποία καταχωρούνται οι ληξιαρχικές πράξεις: ~ ~ γάμων/γεννήσεων/θανάτων., ληξιαρχική πράξη βλ. πράξη [< αρχ. ληξιαρχικός ‘σχετικός με τον αξιωματούχο του μητρώου’]
λογιστικός, ή, ό λο-γι-στι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με τον λογιστή ή τη λογιστική: ~ός: έλεγχος/προσδιορισμός (καθαρού εισοδήματος)/χειρισμός (αμοιβών). ~ή: αξία (μετοχής)/ενημέρωση/κατάσταση/μέθοδος (βλ. απλο-, διπλο-γραφία)/οργάνωση (επιχείρησης)/χρήση (ή περίοδος). ~ό: αποτέλεσμα (: κέρδος ή ζημία)/σφάλμα. ~οί: κανόνες. ~ές: αρχές (π.χ. η αρχή της συσχέτισης εσόδων-εξόδων)/εγγραφές/εφαρμογές/υπηρεσίες. ~ά: συστήματα. ~ό φοροτεχνικό γραφείο. Βλ. εξω~. 2. κατάλληλος για υπολογισμούς: ~ή: μέθοδος/μηχανή. Πβ. υπο~. ● Ουσ.: λογιστικά (τα): λογιστική., λογιστικό (το): λογιστική. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο λογιστικό: ΝΟΜ. κλάδος του δημοσιονομικού δικαίου που αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, απολογισμό, γενικό ισολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες. Βλ. φορολογικό δίκαιο., Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ακρ. ΔΛΠ): ΛΟΓΙΣΤ. Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης. [< αγγλ. International Accounting Standards - IAS] , λογιστικά βιβλία: ΛΟΓΙΣΤ. για καταγραφή και έλεγχο της οικονομικής κατάστασης επιχείρησης σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ενημέρωση/τήρηση ~ών ~ων. Βλ. μηχανογράφηση. [< γαλλ. livres comptables] , λογιστική μονάδα: ΟΙΚΟΝ. σταθερή νομισματική μονάδα υπολογισμού της αξίας αγαθών, υπηρεσιών και περιουσιακών στοιχείων: (με κεφαλ. το αρχικό Λ κ. Μ, παλαιότ.) Ευρωπαϊκή ~ ~. Βλ. εκιού. [< αγγλ. unit of account] , λογιστικό σχέδιο: ΛΟΓΙΣΤ. πρότυπο τυποποίησης της λογιστικής εργασίας το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των λογαριασμών, μεθοδικά τακτοποιημένων: Ελληνικό Γενικό ~ ~. Κλαδικό ~ ~ ασφαλιστικών επιχειρήσεων. [< γαλλ. plan comptable] , λογιστικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. επιταγές, εμβάσματα, τραπεζικές κάρτες. Πβ. τραπεζικό χρήμα. Βλ. ηλεκτρονικό χρήμα., λογιστική πράξη βλ. πράξη, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< αρχ. λογιστικός, γαλλ. comptable]
μητρώο[μητρῷο] μη-τρώ-ο ουσ. (ουδ.): επίσημος κατάλογος, κυρ. προσώπων με κοινή ιδιότητα· κατ' επέκτ. η δημόσια Αρχή, η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την κατάρτιση, ενημέρωση ή και τήρησή του: γενικό/δημόσιο/εθνικό/ειδικό/ελληνικό/εμπορικό/ευρωπαϊκό/ηλεκτρονικό ~. ~ αγροτών/ανέργων/ανώνυμων εταιρειών/αξιολογητών/ασθενών/εκπαιδευτών/επιχειρήσεων/εργαζομένων/εργοδοτών/κοινωνικής ασφάλισης/µαθητών/μελών/πάγιων περιουσιακών στοιχείων/προπονητών/συμβούλων/συνταξιούχων/φοιτητών. Αριθμός/αρχεία/εκκαθάριση/συγκρότηση/σύνταξη ~ου. Απογραφή/εγγραφή στο ~ (π.χ. ασφαλισμένων). Διαγραφή από ένα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ποινικό μητρώο: στο οποίο εγγράφονται όσοι έχουν καταδικαστεί, οι αξιόποινες πράξεις τους και οι αντίστοιχες ποινές· το σχετικό αντίγραφο: βεβαρημένο/λερωμένο ~ ~. Καθαρό/λευκό ~ ~ (: όταν δεν έχει καταδικαστεί κάποιος). Αντίγραφο/απόσπασμα/πιστοποιητικό ~ού ~ου. [< γερμ. Strafregister] , στρατολογικό μητρώο: ΣΤΡΑΤ. στο οποίο εγγράφονται οι στρατεύσιμοι πολίτες από τα στρατολογικά γραφεία., φορολογικό μητρώο: στο οποίο εγγράφονται οι φορολογούμενοι πολίτες από τις κατά τόπους εφορίες: αριθμός ~ού ~ου (ακρ. ΑΦΜ)., μητρώο αρρένων βλ. άρρην ● ΦΡ.: Βιβλίο Μητρώου Μαθητών/Μητρώο Μαθητών: μαθητολόγιο. [< αρχ. Μητρῷον, γαλλ. matricule]
πρόσκτησηπρό-σκτη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απόκτηση επιπρόσθετων στοιχείων, αγαθών: ~ γνώσεων.|| Ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αρχειακού υλικού/δεδομένων. Τμήμα ~ήσεων (: για βιβλιοθήκη). [< μτγν. πρόσκτησις]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ