Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [9980-10000]


  • βιβλιοθηκονομία βι-βλι-ο-θη-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος που σχετίζεται με την επεξεργασία, οργάνωση, διαχείριση και διάθεση γνώσεων και πληροφοριών σε βιβλιοθήκες ή άλλα κέντρα πληροφόρησης (π.χ. αρχεία, μουσεία): ~ και Επιστήμη της Πληροφόρησης. Τμήμα Αρχειονομίας-~ας. Βλ. καταλογογράφηση. [< γαλλ. bibliothéconomie]
  • βιβλιοθηκονομικός , ή, ό βι-βλι-ο-θη-κο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιβλιοθηκονόμο ή τη βιβλιοθηκονομία: ~ή: εκπαίδευση/επεξεργασία (υλικού). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: υποστήριξη χρηστών συστήματος. ~ό: πρόγραμμα. Διεθνή ~ά πρότυπα. [< γαλλ. bibliothéconomique]
  • βιβλιοθηκονόμος βι-βλι-ο-θη-κο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ειδικευμένο στη βιβλιοθηκονομία: αρχειονόμος-~. Σχολικός ~. Βλ. -νόμος.
  • βιβλιοκαφέ βι-βλι-ο-κα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βιβλιοπωλείο με ειδικά διαμορφωμένο χώρο για καφέ και σνακ, όπου συνήθ. πραγματοποιούνται παρουσιάσεις νέων βιβλίων, αφιερώματα σε συγγραφείς ή μικρές μουσικές εκδηλώσεις. Βλ. καφεθέατρο, καφωδείο.
  • βιβλιοκρισία βι-βλι-ο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): βιβλιοκριτική: εκτενής/σύντομη. ~ες και βιβλιοπαρουσιάσεις.
  • βιβλιοκριτικός , ή, ό βι-βλι-ο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιβλιοκρισία: ~ή: μελέτη. ~ό: δοκίμιο. ~ά: άρθρα/σημειώματα. ● Ουσ.: βιβλιοκριτική (η): δημοσιευμένη κριτική ενός συνήθ. πρόσφατα εκδοθέντος έργου: στήλη ~ής σε περιοδικό. Βλ. βιβλιοπαρουσίαση, δισκοκριτική. ΣΥΝ. βιβλιοκρισία, βιβλιοκριτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με τη βιβλιοκρισία.
  • βιβλιολογία βι-βλι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη του βιβλίου ως φυσικού αντικειμένου (π.χ. τεχνικές κατασκευής, προώθησης στο εμπόριο) ή μέσω διαφόρων επιστημονικών κλάδων (π.χ. βιβλιογραφία, ιστορία του βιβλίου). Βλ. -λογία. [< γαλλ. bibliologie, αγγλ. bibliology]
  • βιβλιομανία βι-βλι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με αρνητ. συνυποδ.): πάθος για ανάγνωση ή/και συλλογή βιβλίων. Πβ. βιβλιο-φαγία, -φιλία. Βλ. -μανία. [< γερμ. Bibliomanie, γαλλ. bibliomanie]
  • βιβλιοπαραγωγή βι-βλι-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): το σύνολο των βιβλίων που εκδίδονται: εγχώρια/ελληνική/ξένη/παιδική/σύγχρονη ~. Βλ. -παραγωγή.
  • βιβλιοπαρουσίαση βι-βλι-ο-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση στο κοινό βιβλίου που εκδόθηκε πρόσφατα: ~ και συζήτηση με τον συγγραφέα. Εκδήλωση ~ης. Σελίδες/στήλη ~ης και βιβλιοκριτικής.
  • βιβλιοπρόταση βι-βλι-ο-πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόταση για ανάγνωση βιβλίων που γίνεται κυρ. από περιοδικό, εφημερίδα ή ιστοσελίδα.
  • βιβλιοπωλείο [βιβλιοπωλεῖο] βι-βλι-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα βιβλίων και συχνά γραφικής ύλης και ειδών δώρων: κεντρικό/ξενόγλωσσο ~. Το λεξικό βρίσκεται ήδη στις προθήκες/στα ράφια των ~ων. Βλ. παλαιο~.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Πβ. βιβλιοχαρτοπωλείο. Βλ. -πωλείο. [< μτγν. βιβλιοπωλεῖον]
  • βιβλιοπώλης βι-βλι-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) {θηλ. βιβλιοπώλισσα}: ιδιοκτήτης ή υπάλληλος βιβλιοπωλείου. Πβ. βιβλιοχαρτοπώλης. Βλ. -πώλης. [< αρχ. βιβλιοπώλης]
  • βιβλιόσημο βι-βλι-ό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): έντυπο ή εγχάρακτο σήμα ή σφραγίδα που δηλώνει τον κάτοχο, τον εκδοτικό οίκο ή τη βιβλιοθήκη όπου ανήκει ένα βιβλίο και τοποθετείται συνήθ. στο εσώφυλλό του: επικολλημένο ~. Βλ. οικόσημο, -σημο.
  • βιβλιοστάσιο βι-βλι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): τμήμα βιβλιοθήκης, με περιορισμένη συνήθ. πρόσβαση, στο οποίο φυλάσσονται ή αποθηκεύονται βιβλία σε ειδικά ράφια: ανοικτά/κλειστά ~α. Βλ. -στάσιο.
  • βιβλιοστάτης βι-βλι-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): βάση που συγκρατεί τα βιβλία όρθια σε βιβλιοθήκη: μεταλλικός/ξύλινος ~. Πβ. γωνίες βιβλίων. Βλ. -στάτης. [< γαλλ. serre-livre(s), 1936]
  • βιβλιοφαγία βι-βλι-ο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): πάθος για ανάγνωση βιβλίων. Πβ. βιβλιο-μανία, -φιλία. Βλ. -φαγία.
  • βιβλιοφάγος βι-βλι-ο-φά-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): φανατικός αναγνώστης βιβλίων: βιβλιόφιλος και ~. Πβ. πολυδιαβασμένος. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. bibliophage, αγγλ. bibliophagist]
  • βιβλιοφιλία βι-βλι-ο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): η αγάπη για τα βιβλία, το διάβασμα. Πβ. βιβλιομανία. Βλ. φιλαναγνωσία, -φιλία. [< γαλλ. bibliophilie, γερμ. Bibliophilie]
  • βιβλιοφιλικός , ή, ό βι-βλι-ο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βιβλιόφιλο ή τη βιβλιοφιλία: ~ό: μπλογκ/παζάρι.

βιβλιοπαρουσίαση

βιβλιοπαρουσίασηβι-βλι-ο-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση στο κοινό βιβλίου που εκδόθηκε πρόσφατα: ~ και συζήτηση με τον συγγραφέα. Εκδήλωση ~ης. Σελίδες/στήλη ~ης και βιβλιοκριτικής.

καταλογογράφηση

καταλογογράφησηκα-τα-λο-γο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή σε κατάλογο: αναδρομική/ηλεκτρονική/θεματική ~. ~ των βιβλίων/των μνημείων/της συλλογής/των χειρογράφων. Βλ. αποδελτίωση, αρχειοθέτηση, ευρετηρίαση, ταξινόμηση, -γράφηση. [< γαλλ. catalogage, 1928]

καφεθέατρο

καφεθέατροκα-φε-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.): μικρός χώρος όπου παρουσιάζονται θεατρικά ή μουσικά δρώμενα και σερβίρονται ποτά. Βλ. βιβλιοκαφέ, καφωδείο. [< γαλλ. café-théâtre, περ. 1965]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-μανία

-μανία(αφηρ.): το ουσιαστικό μανία ως β' συνθετικό λέξεων: βιβλιο~ (= -φιλία). Εργασιο~ (βλ. -θεραπεία).|| (συνήθ. αρνητ.) Aρχαιο~ (πβ. -πληξία)/αρχο~/δικο~/εξουσιο~ (πβ. -λαγνεία)/ξενο~/τελειο~ (πβ. -θηρία).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μεγαλο~/μυθο~. Eπιδειξιο~/ερωτο~ (πβ. νυμφο~, σεξο~)/κλεπτο~/πυρο~/τοξικο~.

-νόμος

-νόμοςεπίθημα ουσιαστικών για τη δήλωση 1. ειδικού σε έναν τομέα: (ο/η) αρχειο~ (πβ. -θέτης)/βιβλιοθηκο~. Αστρο~.|| Γαστρο~. 2. υπαλλήλου υπηρεσίας, αρμόδιας για την εφαρμογή κανόνων ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/δασο~.|| Αστυ~ (πβ. -φύλακας)/τροχο~. (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/στρατο~. 3. μηχανήματος ή εργαλείου: ηλεκτρο~/μετρο~. 4. νόμου: κουκουλο~/τρομο~.

οικόσημο

οικόσημο[οἰκόσημο] οι-κό-ση-μο ουσ. (ουδ.): επίσημο σύμβολο ευγενικής καταγωγής, κυρ. οικογένειας, ή αξιώματος, το οποίο φέρει παραστάσεις και γενικότ. διακριτικό έμβλημα πόλης, ιδρύματος, οργανισμού: βασιλικό/ενετικό ~. ~ αρχοντικού/παλατιού/πανεπιστημίου. ~α της δυναστείας των .../των ιπποτών. Επιβλητικό ~ στην είσοδο πύργου. Σπίτια με ~α. Πβ. θυρεός. Βλ. εθνόσημο.|| (κατ' επέκτ.) Σακάκια με ~α. Βλ. -σημο. [< γερμ. Hauswappen]

-παραγωγή

-παραγωγή: το ουσιαστικό παραγωγή ως β' συνθετικό με αναφορά σε συγκεκριμένο προϊόν ή είδος: βαμβακο~/γαλακτο~/ελαιο~/ιχθυο~/καπνο~/σπορο~/σταφιδο~.|| Βιβλιο~.

-πωλείο

-πωλείο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για δήλωση καταστήματος, χώρου πώλησης συγκεκριμένου είδους: ανθο~/βιβλιο~/δισκο~/οινο~ (βλ. -ποιείο). Παντο~.|| Μεζεδο~.

-πώλης

-πώλης{-πωλών | σπάν. θηλ. -πώλισσα} (λόγ.): επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον πωλητή, έμπορο συγκεκριμένου είδους: βενζινο~/λαχειο~/χαρτο~. Aνθο-πώλισσα.

-στάσιο

-στάσιο{-στασίου (σπανιότ.) -στάσιου | -στασίων} (λόγ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει 1. κτηνοτροφική μονάδα: βου~/χοιρο~. 2. εγκατάσταση μηχανημάτων, χώρο αποθήκευσης ή στάθμευσης: λεβητο~/μηχανο~.|| Βιβλιο~/οπλο~.|| Αμαξο~. 3. θεσμό ελέγχου, προσωρινή αναστολή, αναβολή: ενοικιο~.|| Δικαιο~. Xρεο~.

-στάτης

-στάτης{-στατών} (λόγ.) επίθημα κυρ. αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. σημείο στερέωσης, τοποθέτησης: βιβλιο~/κηρο~/φανο~. 2. όργανο, εξάρτημα ή διακόπτη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: θερμο~/κρυο~/υδρο~. (ΗΛΕΚΤΡ.) Ροο~. 3. το άτομο που στέκεται κοντά σε κάτι ή κάποιον: παρα~.|| (μτφ.) Συμπαρα~.

-φαγία

-φαγία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει κατανάλωση συγκεκριμένης κατηγορίας, ποσότητας ή/και ποιότητας τροφών: κρεατο~/ξηρο~/χορτο~.|| Μονο~/πολυ~/υπερ~.|| Καλο~.|| (κατ' επέκτ.) Ονυχο~. || ανθρωπο~/θεο~.

-φάγος & -φαγος

-φάγος & -φαγος, ος, ο (λόγ.) επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών με αναφορά σε 1. άνθρωπο ή ζώο που τρέφεται με συγκεκριμένη κατηγορία ή ποσότητα τροφής: κρεατο-φάγος/χορτο~.|| Λιγό-φαγος (πβ. λιτο-δίαιτος).|| Μυρμηγκο-φάγος/ξυλο~/πτωματο~/σαρκο~/φυλλο~.|| (περιληπτ.) (Τα) παµ-φάγα/φυτο~. 2. (μτφ.) άτομο με πάθος για ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: βιβλιο-φάγος (βλ. -φιλος). 3. καταπατητή: οικοπεδο~. 4. ασθένεια: τριχο~.

φιλαναγνωσία

φιλαναγνωσίαφι-λα-να-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για το διάβασμα, συνήθ. λογοτεχνικών βιβλίων: βραβείο ~ας. Ενίσχυση/καλλιέργεια της ~ας των μαθητών. Βλ. βιβλιοφιλία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.