Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [10000-10020]


  • βιβλιόφιλος , η, ο βι-βλι-ό-φι-λος επίθ./ουσ. {γεν. αρσ. ουσ. -ων (λόγ.) -ίλων}: πρόσωπο που του αρέσει το διάβασμα και συνήθ. συλλέγει πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις βιβλίων: το ~ο κοινό. Βλ. φιλαναγνώστης, -φιλος. [< ιταλ. bibliofilo, γαλλ. bibliophile, γερμ. bibliophil]
  • βιβλιοχαρτοπωλείο [βιβλιοχαρτοπωλεῖο] βι-βλι-ο-χαρ-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης βιβλίων και χαρτικών. Πβ. βιβλιοπωλείο.
  • βιβλιοχαρτοπώλης βι-βλι-ο-χαρ-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος βιβλιοχαρτοπωλείου. Πβ. βιβλιοπώλης. Βλ. -πώλης.
  • βίβλος βί-βλος ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. το αρχικό Β) η Αγία Γραφή: τα βιβλία/χωρία της ~ου. Πβ. Ιερά Γράμματα, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Βλ. Ιερές Γραφές, Κοράνι, Ταλμούδ. 2. σύγγραμμα, εγχειρίδιο που θεωρείται το πιο έγκυρο σε κάποιον τομέα: η ~ του καλού/σύγχρονου επιχειρηματία. ● ΣΥΜΠΛ.: Λευκή Βίβλος/Λευκό Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν προτάσεις κοινοτικής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς: ~ ~ για την ανάπτυξη/την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. [< αγγλ. White Paper] , Μαύρη Βίβλος: βιβλίο ή σύνολο κειμένων που αναφέρονται σε αρνητικά και κατακριτέα στοιχεία (καθεστώτος, κράτους, προσώπου): η ~ ~ του καπιταλισμού/του φασισμού. [< γαλλ. Livre Noir] , Μπλε Βίβλος & Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν τους στρατηγικούς στόχους και τις συστάσεις της Επιτροπής για κοινοτική δράση στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. [< αγγλ. Blue Paper] , Πράσινη Βίβλος/Πράσινο Βιβλίο: ΠΟΛΙΤ. καθένα από τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στην προώθηση του προβληματισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο για συγκεκριμένο θέμα: ~ ~ για την ενέργεια/την επιχειρηματικότητα. [< αγγλ. Green Paper, 1967] , χαρτί βίβλου: ΤΥΠΟΓΡ. λεπτό αδιαφανές χαρτί εκτύπωσης [< αγγλ. Bibel paper, 1903, γαλλ. Papier bible] , χρυσή βίβλος 1. (μτφ., συνήθ. στον αθλητισμό) καταγραφή των πιο λαμπρών ονομάτων, στιγμών ή περιστατικών που αφορούν έναν χώρο: η ~ ~ του κυπέλλου/των μεταλλίων/των πρωταθλητών/των τελικών. 2. ΙΣΤ. κατάλογος με τα ονόματα των ευγενών την περίοδο της Ενετοκρατίας, κυρ. στα Επτάνησα. ΣΥΝ. λίμπρο ντ' όρο [< ιταλ. libro d'oro] [< 1: μτγν. Βίβλος 2: γαλλ.-αγγλ. bible]
  • βιβούρνο [βιβοῦρνο] βι-βούρ-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικoί θάμνοι (γένος Viburnum) με πυκνό πράσινο φύλλωμα, αρωματικά άνθη λευκού ή ροζ χρώματος και σκουρόχρωμους καρπούς. Πβ. χιονόσφαιρα. [< ιταλ. viburno]
  • βίγκαν βί-γκαν & βέγκαν (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: άτομο που δεν καταναλώνει κρέας, ψάρι και γενικά κάθε είδους ζωικά προϊόντα, αυστηρός χορτοφάγος. || (ως επίθ.) ~ διατροφή/κουζίνα/συνταγές. Πβ. βετζετέριαν. [< αγγλ. vegan, 1944 < veg(etari)an, ιταλ. ~, 1993]
  • βιγκανισμός βι-γκα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): φιλοσοφία και τρόπος ζωής των βίγκαν που συνδέεται κατά βάθος με τις ηθικές αξίες του σεβασμού στα ζώα και το περιβάλλον. ΣΥΝ. αυστηρή/ολική χορτοφαγία. [< αγγλ. veganism, 1944, γαλλ. véganisme, 1963, ιταλ. veganismo, 1977]
  • βίγλα βί-γλα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λογοτ.): θέση σε ψηλό σημείο από την οποία μπορεί κάποιος να εποπτεύει, να ελέγχει μια περιοχή. Πβ. καραούλι, παρατηρητήριο, σκοπιά. [< μεσν. βίγλα]
  • βιγλάτορας βι-γλά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λογοτ.): πρόσωπο που εποπτεύει μια περιοχή από τη βίγλα. Πβ. παρατηρητής, σκοπός, φρουρός. Βλ. -τορας. [< μεσν. βιγλάτορας]
  • βιγλίζω βι-γλί-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (παρωχ.-λογοτ.): εποπτεύω, παρατηρώ μια περιοχή από τη βίγλα· κατ' επέκτ. αγναντεύω. Βλ. κατοπτεύω, παρακολουθώ. [< μεσν. βιγλίζω]
  • βιγόνια βλ. μπιγκόνια
  • βίδα βί-δα ουσ. (θηλ.) {βιδών}: καρφί ποικίλων διαστάσεων με ελικοειδείς αυλακώσεις στον κορμό και εσοχή στην κεφαλή, το οποίο με περιστροφικές κινήσεις εισχωρεί συνήθ. σε οπές ανάλογου μεγέθους, για να στερεωθούν ή να συναρμολογηθούν αντικείμενα ή κατασκευές: ανοξείδωτες/εξάγωνες/μεταλλικές/φρεζάτες ~ες. Οι βόλτες/το σπείρωμα μιας ~ας. ~ες ασφάλισης/ρύθμισης (π.χ. της παροχής νερού)/συγκράτησης (π.χ. της κόρνας στο τιμόνι). Τοποθέτηση των ραφιών με ~ες στον τοίχο. (Ξε)βιδώνω/σφίγγω τη ~. Οι ~ες του τραπεζιού έχουν (ξε)λασκάρει/χαλαρώσει. Πβ. κοχλίας. Βλ. γκρόβερ, ούπα, παξιμάδι, ροδέλα, ξυλό-, σταυρό-βιδα.βίδες (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φουζίλι. Βλ. λαζάνια, πένες, φαρφάλες. ● Υποκ.: βιδάκι (το), βιδούλα & βιδίτσα (η) ● ΦΡ.: γίναμε/θα γίνουμε βίδες (αργκό): για άσχημο τσακωμό: Πρόσεξε πώς μιλάς, γιατί θα γίνουμε ~ εδώ μέσα! ΣΥΝ. γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες), γίνομαι μπίλιες (με κάποιον), κάνω βίδες (λαϊκό-μτφ.) 1. (για αντικείμενα, συσκευές, μηχανές) διαλύω, αποσυναρμολογώ ή καταστρέφω: Έκανε ~ το κινητό/τον υπολογιστή.|| (για ατύχημα) Το αυτοκίνητο έγινε βίδες (= σμπαράλια). Πβ. φύλλο (και) φτερό. ΣΥΝ. κάνω κομμάτια (1), σμπαραλιάζω (1) 2. (για πρόσ.) αποστομώνω, νικώ: Τους έκανε όλους ~., του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα (μτφ.-προφ.): τρελάθηκε, παλάβωσε: Γιατί κάνει έτσι; Του ~ ~; Τελικά δεν θέλει και πολύ για να σου στρίψει η βίδα. [< βεν. vida]
  • βιδολόγος βι-δο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο κοπής του σπειρώματος της βίδας· κατσαβίδι: ηλεκτρικός ~. ~ μπαταρίας. ~οι και τρυπάνια. Πβ. κολαούζο, σπειροτόμος, φιλιέρα. Βλ. γλύφανο, ξύστρα, -λόγος.
  • βίδρα βί-δρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. υδρόβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Lutra-Lutra), στο μέγεθος της νυφίτσας, με νηκτικές μεμβράνες στα δάχτυλα των ποδιών, το οποίο απειλείται με εξαφάνιση, γι' αυτό και είναι αυστηρά προστατευόμενο είδος. Βλ. λουτρ. ΣΥΝ. ενυδρίδα [< σλαβ. vidră]
  • βίδωμα βί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {βιδώμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βιδώνω: μαλακό/σκληρό ~. ~ με δράπανο/ούπα. ~ για τη συναρμολόγηση αρμών. Εργαλεία ~ατος. ΑΝΤ. ξεβίδωμα
  • βιδώνω βι-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βίδω-σα, βιδώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος, βιδών-οντας}: κάνω μία βίδα να εισχωρήσει σε οπή με περιστροφικές κινήσεις· κατ' επέκτ. στερεώνω, συνδέω κάτι, περιστρέφοντάς το: ~ το καπάκι/τη λάμπα. Προβολέας που ~ει (: στηρίζεται με βίδα) στον προφυλακτήρα. Κοχλίας που ~ει δεξιόστροφα. Δεν ~θηκε καλά/σωστά η τάπα. Μεντεσέδες ~μένοι στην πόρτα.|| (μτφ.-προφ.) Δεν ξέρω τι ~θηκε (= καρφώθηκε) στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.|| Άνθρωποι ~μένοι (= ακινητοποιημένοι, καθηλωμένοι, κολλημένοι) στον καναπέ. ΑΝΤ. ξεβιδώνω (1) ● ΦΡ.: μου τη βιδώνει (αργκό) 1. για ενέργεια ή σκέψη που γίνεται αυθόρμητα, απερίσκεπτα, ξαφνικά ή αυθαίρετα: Έτσι του τη βίδωσε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου καπνίζει, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1), μου την καρφώνει 2. με εκνευρίζει: ~ ~ το υφάκι της. ΣΥΝ. μου τη βαράει, μου τη δίνει/μου τη σπάει
  • βιδωτός , ή, ό βι-δω-τός επίθ.: που συνδέεται ή στερεώνεται με βίδες ή βίδωμα: ~ή: κατασκευή/λάμπα (βλ. μπαγιονέτ). ~ό: βύσμα/καπάκι. Δοχεία με ~ά ή κουμπωτά πώματα. Πβ. κοχλιωτός.
  • βιενουά βιε-νου-ά επίθ. {άκλ.}: (για ρόφημα ή φαγητό) που ο τρόπος παρασκευής του προέρχεται από την Βιέννη: καφές/σοκολάτα ~ (: με σαντιγί).|| Σνίτσελ ~. Βλ. πανέ. [< γαλλ. viennois]
  • βίζα βί-ζα ουσ. (θηλ.): θεώρηση διαβατηρίου που επιτρέπει την είσοδο και παραμονή σε χώρα ή την έξοδο από αυτή, η οποία χορηγείται στον αιτούντα από τις διπλωματικές της Αρχές (πρεσβεία, προξενείο): μεταναστευτική/τουριστική/φοιτητική ~. Ανανέωση/έγκριση/έκδοση/κάτοχος/χορήγηση ~ας. Νόμιμες/παράνομες ~ες. [< γαλλ.-αγγλ. visa]
  • βιζαβί βι-ζα-βί επίρρ. (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά: Βρέθηκαν/ήρθαν/κάθισαν/στάθηκαν ~. Πβ. ανφάς, ενώπιος ενωπίω, φάτσα με φάτσα, φέις του φέις. [< γαλλ. vis-à-vis]

γκρόβερ

γκρόβεργκρό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικός δακτύλιος για τη σταθεροποίηση του παξιμαδιού, ώστε να μη χαλαρώνει. Βλ. βίδα, ροδέλα. [< αγγλ. gro(o)ver]

γλύφανο

γλύφανογλύ-φα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό ή κωνικό εργαλείο πολλαπλών κόψεων, για τη διεύρυνση οπών ή/και τη λείανση της εσωτερικής επιφάνειας αντικειμένων. 2. γλυφίδα. [< μτγν. γλύφανος]

κατοπτεύω

κατοπτεύωκα-το-πτεύ-ω ρ. (μτβ.) {σπάν. κατόπτευ-σε} (λόγ.): κάνω κατόπτευση: Κλειστό κύκλωμα ~ει (= καταγράφει) τις κινήσεις όσων μπαίνουν στην τράπεζα. Πβ. ελέγχω, επιθεωρώ, εποπτεύω, κατασκοπεύω, παρατηρώ. [< αρχ. κατοπτεύω]

λαζάνια

λαζάνιαλα-ζά-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαζάνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. επίπεδα μακρόστενα ζυμαρικά, σαν λωρίδες: πράσινα ~ στο φούρνο με κιμά/λαχανικά. ~ στον φούρνο. Βλ. ταλιατέλες, φουζίλι. [< μεσν. λαζάνια < ιταλ. lasagna < λατ. *lasania, lasanum < αρχ. λάσανον ‘τρίποδας που υποβαστάζει μια χύτρα’]

λουτρ

λουτρουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γούνα βίδρας. Βλ. βιζόν, ερμίνα, λούτρινος, ρακούν, ρενάρ. [< γαλλ. loutre]

μπιγκόνια

μπιγκόνιαμπι-γκό-νια ουσ. (θηλ.) & μπιγόνια & (σπάν.) βιγόνια: ΒΟΤ. καλλωπιστικό ποώδες φυτό (γένος Begonia) εσωτερικού και εξωτερικού χώρου με ασύμμετρα πυκνά φύλλα και άνθη σε διάφορα χρώματα. [< ιταλ. bigonia, γαλλ. bégonia, γαλλ. ανθρ. Michel Bégon, πβ. γαλλ. bignonia]

πανέ

πανέπα-νέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. παναρισμένος: κοτόπουλο/σνίτσελ ~. [< γαλλ. pané]

-πώλης

-πώλης{-πωλών | σπάν. θηλ. -πώλισσα} (λόγ.): επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον πωλητή, έμπορο συγκεκριμένου είδους: βενζινο~/λαχειο~/χαρτο~. Aνθο-πώλισσα.

-τορας

-τορας{-τόρων} & -τωρ {-τορος} : επίθημα ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα και δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο έχει συγκεκριμένη ιδιότητα ή επαγγελματική δραστηριότητα: γεννή~. (Ο/η) διδάκ~.|| Εισπράκ~.

φιλαναγνώστης

φιλαναγνώστηςφι-λα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο που αγαπά το διάβασμα: φανατικός ~. Πβ. βιβλιόφιλος. Βλ. φιλίστωρ. [< μτγν. φιλαναγνώστης ‘αυτός που του αρέσει η ανάγνωση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.