βιντεοοθόνηβι-ντε-ο-ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) & βίντεο γουόλ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σύστημα αποτελούμενο από πολλά μόνιτορ που σχηματίζουν στο σύνολό τους μία μεγάλη οθόνη προβολής εικόνας και ήχου. Πβ. γιγαντοοθόνη. [< αγγλ. video wall, πβ. ιταλ. videowall, 1993]
βιντεοπαιχνίδιβι-ντε-ο-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) & βίντεο γκέιμ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονικό παιχνίδι που αναπαράγεται σε οθόνη τηλεόρασης ή υπολογιστή: ~ια δράσης. [< αγγλ. video game, 1973]
βιντεοτέχνηβι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]
βινύλβι-νύλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βινίλ: ΤΕΧΝΟΛ. πλαστικό υλικό που μοιάζει με δέρμα, με ποικίλες εφαρμογές σε είδη ρουχισμού και επίπλωσης: γυαλιστερό ~. Πβ. δερματίνη.|| (ως επίθ.) ~ μπότες. [< γαλλ. vinyle]
-γράφηση{-γράφησης (λόγ.) -γραφήσεως | -γραφήσεις, -γραφήσεων}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών με αναφορά στη γραφή, τη σχεδίαση, την απεικόνιση ή την καταγραφή: αγιο~/δακτυλο~/ηχο~/κινηματο~/(απο)κρυπτο~/λημματο~/μηχανο~/οπισθο~/πλαστο~/πολυ~/στενο~/συνταγο~/φωνο~/φωτο~/χαρτο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινο~/ραδιο~/σπινθηρο~. Πβ. -γραφία.|| Καταλογο~/κτηματο~/πολιτο~.
-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.
δισκοπωλείο[δισκοπωλεῖο] δι-σκο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται κυρ. σιντί, μουσικά ντιβιντί αλλά και δίσκοι βινυλίου: ηλεκτρονικό/κεντρικό ~. Αλυσίδα ~ων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. δισκάδικο
-έτα: κατάληξη για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: βεντ~/βιολ~/ετικ~/ζακ~/κασ~/κλακ~/κοκ~/κοτολ~/κροκ~/μακ~/μαριον~/μοτοσικλ~/μπαγκ~/ομελ~/οπερ~/παλ~/πλακ~/ρακ~/ροζ~/ρουκ~/ρουλ~/σιλου~/τουαλ~/τριπλ~/τρομπ~/φουρκ~.
-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).
κλασικός, ή, ό κλα-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αρχαία ελληνική ή ρωμαϊκή περίοδο και ειδικότ. με τους αιώνες ακμής τους· κατ' επέκτ. που μιμείται πολιτιστικά τους στοιχεία ή εμπνέεται από αυτά: ~ός: ναός/πολιτισμός. ~ή: γεωμετρία (= ευκλείδεια)/γραμματεία/εποχή/κληρονομιά/τέχνη. ~ό: πνεύμα. ~οί: φιλόσοφοι. ~ά: αγάλματα/μνημεία. Εφορεία Προϊστορικών και ~ών Αρχαιοτήτων. Τα ~ά γράμματα/χρόνια.|| (που αναφέρεται στην πνευματική ή καλλιτεχνική παραγωγή των χρόνων αυτών:) ~ός: φιλόλογος. ~ή: αρχαιολογία/ιστορία/μόρφωση/παιδεία. ~ές: γλώσσες/επιστήμες/σπουδές. Σπουδαστήριο/τομέας ~ής Φιλολογίας.|| ~ό: Λύκειο (: στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και λατινικών).|| (κατ' επέκτ.) (ΑΘΛ.) ~ός: μαραθώνιος. (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ή: απλότητα/αρχιτεκτονική (: που χαρακτηρίζεται από τον λιτό, επιβλητικό και συμμετρικό ρυθμό της σχετικής περιόδου). ~ό: στιλ (: σε αντιδιαστολή με το μπαρόκ). Βλ. μετα~, νεο~, προ~. 2. που αποτελεί διαχρονικό αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, πρότυπο· σπουδαίος, αναγνωρισμένης αξίας, ανυπέρβλητος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: θεωρία/λογοτεχνία/ομορφιά/ταινία. ~ό: αριστούργημα/άρωμα/βιβλίο/θέατρο/τραγούδι. ~οί: πίνακες (ζωγραφικής). ~ές: δημιουργίες/επιτυχίες/κωμωδίες/μελέτες/μελωδίες/μπαλάντες. ~ά: παραμύθια. Η ~ή ιατρική (= αλλοπαθητική)/μηχανική/στατιστική/φυσική/χημεία/ψυχολογία. Έργο που θεωρείται ~ό στο είδος του. Πβ. αξεπέραστος, άριστος. 3. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα (της κατηγορίας του), χαρακτηριστικός, τυπικός και συνηθισμένος· κατ' επέκτ. που μένει προσηλωμένος στο καθιερωμένο και παραδοσιακό, που δεν υιοθετεί σύγχρονες τάσεις και δεν είναι εξεζητημένος, με αποτέλεσμα να θεωρείται απλός, σοβαρός και αποδεκτός: ~ός: έλεγχος/(ιατρικός) εξοπλισμός/κανόνας/ορισμός/τύπος (εκκλησίας). ~ή: απάντηση/διδασκαλία/ερώτηση/θεραπεία/νοοτροπία/περίπτωση/προσέγγιση/συμπεριφορά. ~ό: δίλημμα/επιχείρημα/παράδειγμα/πείραμα/πρόβλημα/φαινόμενο/χαρακτηριστικό. ~οί: (ταξιδιωτικοί) προορισμοί. ~ές: αντιλήψεις/αξίες/ατάκες/διαδρομές/μέθοδοι/συνταγές/τεχνικές (πβ. κοινός). ~ και εναλλακτικός τουρισμός. Με την ~ή έννοια του όρου. ~ό δείγμα ημιμάθειας. Έκανε το ~ό λάθος. Επαναλαμβάνεται το ~ό σκηνικό.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: τεμπέλης/ψεύτης (πβ. πρώτης τάξεως). ΑΝΤ. ασυνήθιστος, σπάνιος.|| ~ή: αισθητική/διακόσμηση/εμφάνιση/επίπλωση. ~ό: γούστο/ντύσιμο. Βλ. νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. (ως ουσ.) Η γοητεία του ~ού. Παντρεύω το ~ό με το μοντέρνο. 4. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην κλασική μουσική: ~ός: πιανίστας/συνθέτης (= μουσουργός). ~ή: κιθάρα. ● Ουσ.: Κλασικοί (οι) 1. οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές, ρήτορες, ιστορικοί και φιλόσοφοι: μετάφραση των (έργων των) ~ών. 2. δημιουργοί ή ερευνητές που το έργο τους θεωρείται πρότυπο, καθιερωμένο και διαχρονικό: οι μεγάλοι ~. Άπαντα Νεοελλήνων ~ών. Έχεις διαβάσει τους ~ούς;|| Οι ~ της αριθμητικής ανάλυσης/της κοινωνιολογίας. ● επίρρ.: κλασικά: ως συνήθως, όπως συνηθίζεται: Πήγαμε ~ για ένα καφεδάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Κλασικά Εικονογραφημένα: (παλαιότ.) τεύχη με εικονογραφημένα έργα της κλασικής λογοτεχνίας: οι αναγνώστες/οι εκδόσεις/τα εξώφυλλα των ~ών ~ων. [< αγγλ. classics illustrated, 1941] , κλασικά οικονομικά & κλασική οικονομική (σχολή): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οικονομικών θεωριών που διατυπώθηκαν από τα τέλη του 18ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. και αποτέλεσαν τις βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Βλ. φιλελευθερισμός., κλασική μουσική & (προφ.) κλασική (η): ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην περίοδο η οποία εκτείνεται από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι., αντιπροσωπεύεται κυρ. από τους Βιεννέζους δημιουργούς και χαρακτηρίζεται από φορμαλισμό και απλότητα (σε αντίθεση με τη ρομαντική)· γενικότ. έντεχνη (κυρ. δυτική) μουσική που διακρίνεται από τη λαϊκή ή παραδοσιακή. Βλ. σονάτα, συμφωνία., ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, κλασικό μπαλέτο βλ. μπαλέτο, κλασικός αθλητισμός βλ. αθλητισμός [< μτγν. κλασσικοί ‘ναυτικοί αξιωματούχοι’, γαλλ. classique, αγγλ. classic(al), γερμ. klassisch – παλαιότ. ορθογρ. κλασσικός]
ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]
ντρέσινγκντρέ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντρέσιγκ: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα με καρυκεύματα, που συνοδεύει συνήθ. σαλάτες και κρεατικά: ~ με ελαιόλαδο, ξίδι και μουστάρδα. Περιχύστε τα ζυμαρικά/τα λαχανικά με το ~. Πβ. σος. Βλ. άρτυμα, βινεγκρέτ. [< αγγλ. dressing]
σκάιπσκά-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ χρηστών, κυρ. τις βιντεοκλήσεις μέσω ίντερνετ σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. συνομιλία μέσω ~. Βλ. εμ ες εν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. skype, 2003 < sky + pe(er-to-peer)]
σκιαγράφησησκι-α-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): περιληπτική περιγραφή, παρουσίαση των βασικών στοιχείων: ~ του έργου (κάποιου)/των ηρώων/της κοινωνίας/της προσωπικότητας/του προφίλ (π.χ. του καταναλωτή). Αδρή ~ (= διαγραφή) χαρακτήρων. Ψυχολογική ~ των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Πβ. ιχνογράφηση. Βλ. -γράφηση.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ