Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [10020-10040]


  • βιμπράφωνο βι-μπρά-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} & βιμπραφόν: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο με δύο σειρές μεταλλικών πλήκτρων που πάλλονται καθώς τα χτυπά ο μουσικός με δύο μπαγκέτες: μέθοδοι τζαζ για ~. Πβ. μαρίμπα, μεταλλό-, ξυλό-φωνο. [< γαλλ. vibraphone, 1930, αγγλ. ~, 1926]
  • βινεγκρέτ βι-νε-γκρέτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρύα σάλτσα από λάδι, ξίδι και αλάτι, συνήθ. αρωματισμένη, που συνοδεύει κυρ. σαλάτες και λαχανικά: σος ~. ~ λεμονιού/μελιού/μουστάρδας/ντομάτας/πορτοκαλιού. Πβ. λαδόξιδο. Βλ. ντρέσινγκ. [< γαλλ. vinaigrette]
  • βινιέτα βι-νιέ-τα & βι-νι-έ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό, διαφημιστικό ή άλλου είδους σχέδιο, σε έντυπο ή ιστοσελίδα· (ειδικότ. στα κόμικς) καρέ μέσα στο οποίο σχεδιάζεται ένα σκίτσο· (κυρ. παλαιότ.) σχεδίασμα στην πρώτη σελίδα ή στο τέλος των κεφαλαίων ενός βιβλίου ή περίγραμμα σελίδων. Βλ. σκιαγράφηση. 2. σύντομο πεζογράφημα τριών έως πέντε σελίδων· (κυρ. ΚΙΝΗΜ.) καθεμία από τις φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες που αποτελούν ένα φιλμ: Επτά ξεκαρδιστικές ~ες συνθέτουν την τελευταία του ταινία. Πβ. στιγμιότυπο. 3. μικρό αυτοκόλλητο που επικολλάται συνήθ. σε αντικείμενο ή προϊόν με νομική ισχύ: ~ες διοδίων. Πβ. ένσημα. Βλ. -έτα. [< γαλλ. vignette, ιταλ. vignetta]
  • βινίλ βλ. βινύλ
  • βιντάζ βι-ντάζ επίθ. {άκλ.} & βίντατζ: που ακολουθεί την παλιά μόδα: ~ αυτοκίνητα/φωτογραφίες. Πβ. παλιομοδίτικος, ρετρό. Βλ. κλασικός, ντεμοντέ, πασέ. ΑΝΤ. μοντέρνος (2) [< γαλλ.-αγγλ. vintage]
  • βίντεο βί-ντε-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ. (προφ. -ου | -α)} 1. βιντεοκασέτα ή κυρ. το περιεχόμενό της (π.χ. ταινία): ερασιτεχνικό ~ (: που έχει γυριστεί από ερασιτέχνη). Αρχείο/μοντάζ/προβολή (= βιντεοπροβολή) ~. Έφτιαξε ένα ~ για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πβ. βιντεοταινία. Βλ. ντιβιντί.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-ντοκουμέντο/σοκ. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή μαγνητικής καταγραφής εικόνας και ήχου που μεταδίδονται συνήθ. από τηλεόραση ή βιντεοκάμερα ή και αναπαραγωγής τους σε οθόνη· η αντίστοιχη διαδικασία, τεχνική: λήψη/σήμα (: που συμβάλλει στη μετάδοση μιας εικόνας, πβ. εικονοσήμα)/σύστημα ~. Γράφω ταινίες στο ~. Πβ. μαγνητοσκόπιο. ● Υποκ.: βιντεάκι (το): στη σημ. 1: ~ που κυκλοφορεί στο ίντερνετ. Τράβηξα ~ με το κινητό μου. [< αγγλ. video, 1935, γαλλ. vidéo, 1960]
  • βίντεο αρτ βλ. βιντεοτέχνη
  • βίντεο γκέιμ βλ. βιντεοπαιχνίδι
  • βίντεο γουόλ βλ. βιντεοοθόνη
  • βιντεογράφηση βι-ντε-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & βιντεογραφία: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βιντεογραφώ: φωτογράφιση και ~ γάμων, βαπτίσεων και άλλων εκδηλώσεων. ~ και ηχογράφηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών. Πβ. βιντεοσκόπηση. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. videography, 1969, γαλλ. vidéographie, 1975]
  • βιντεογραφώ [βιντεογραφῶ] βι-ντε-ο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {βιντεογραφ-είς ... | βιντεογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω σε βίντεο, μαγνητοσκοπώ: ~ησα την εκπομπή/τη σκηνή. ~ήθηκαν στιγμιότυπα. ~ημένο: ντοκουμέντο/υλικό. Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. video, 1971]
  • βιντεοδίσκος βι-ντε-ο-δί-σκος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ντιβιντί. [< αγγλ. videodisc, 1964, γαλλ. vidéodisque, 1972]
  • βιντεοεγγραφή βι-ντε-ο-εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): εγγραφή σε βίντεο, μαγνητοσκόπηση: συσκευή ~ής. [< αγγλ. video (tape) recording, 1949]
  • βιντεοεγκατάσταση βι-ντε-ο-ε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) & βίντεο εγκατάσταση: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος σύγχρονης τέχνης στην οποία δημιουργίες προβάλλονται και με χρήση βίντεο, συνήθ. στο πλαίσιο έκθεσης ή φεστιβάλ. Πβ. βιντεοτέχνη. [< αγγλ. video installation]
  • βιντεοεπιτήρηση βι-ντε-ο-ε-πι-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. παρακολούθηση ιδιωτικών ή δημόσιων χώρων με κάμερες ασφαλείας: μέτρα/συστήματα ~ης. Βλ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. video surveillance]
  • βιντεοθήκη βι-ντε-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): συλλογή από βιντεοταινίες και κατ' επέκτ. ειδικός χώρος όπου φυλάσσονται: εκπαιδευτική/ηλεκτρονική/μουσική ~.|| Δανειστική ~. ~ με ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ. Σχολείο με βιβλιοθήκη και ~. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. vidéothèque, 1970]
  • βιντεοκάμερα βι-ντε-ο-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή μαγνητικής εγγραφής εικόνας και ήχου που προορίζονται για αναπαραγωγή σε οθόνη: επαγγελματική/ψηφιακή ~. Καταγραφή/λήψη με ~. Πήρε/τράβηξε με την ~ την τελετή του γάμου. [< αγγλ. video camera, 1939]
  • βιντεοκασέτα βι-ντε-ο-κα-σέ-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κασέτα μαγνητικής εγγραφής και αναπαραγωγής εικόνας και ήχου: ~ες με εκπαιδευτικά προγράμματα/κινούμενα σχέδια. Ταινία που κυκλοφόρησε σε ~. Νοίκιαζα ~ες. Πβ. βιντεοταινία. Βλ. ντιβιντί. [< αγγλ. video cassette, 1969, γαλλ. vidéocassette, 1971]
  • βιντεοκλάμπ βι-ντε-ο-κλάμπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βίντεο κλαμπ (κυρ. παλαιότ.): κατάστημα ενοικίασης ή/και πώλησης βιντεοκασετών. Πβ. βιντεολέσχη. Βλ. δισκοπωλείο. [< αγγλ. video club, γαλλ. vidéoclub, περ. 1980]
  • βιντεοκλήση βι-ντε-ο-κλή-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. κλήση με ταυτόχρονη αποστολή και λήψη εικόνας και ήχου: κάμερα για ~. Κινητό με δυνατότητα ~ης. ~ήσεις μέσω ίντερνετ. Βλ. σκάιπ. [< αγγλ. video-call]

βιντεοοθόνη

βιντεοοθόνηβι-ντε-ο-ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) & βίντεο γουόλ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σύστημα αποτελούμενο από πολλά μόνιτορ που σχηματίζουν στο σύνολό τους μία μεγάλη οθόνη προβολής εικόνας και ήχου. Πβ. γιγαντοοθόνη. [< αγγλ. video wall, πβ. ιταλ. videowall, 1993]

βιντεοπαιχνίδι

βιντεοπαιχνίδιβι-ντε-ο-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) & βίντεο γκέιμ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονικό παιχνίδι που αναπαράγεται σε οθόνη τηλεόρασης ή υπολογιστή: ~ια δράσης. [< αγγλ. video game, 1973]

βιντεοτέχνη

βιντεοτέχνηβι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]

βινύλ

βινύλβι-νύλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βινίλ: ΤΕΧΝΟΛ. πλαστικό υλικό που μοιάζει με δέρμα, με ποικίλες εφαρμογές σε είδη ρουχισμού και επίπλωσης: γυαλιστερό ~. Πβ. δερματίνη.|| (ως επίθ.) ~ μπότες. [< γαλλ. vinyle]

-γράφηση

-γράφηση{-γράφησης (λόγ.) -γραφήσεως | -γραφήσεις, -γραφήσεων}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών με αναφορά στη γραφή, τη σχεδίαση, την απεικόνιση ή την καταγραφή: αγιο~/δακτυλο~/ηχο~/κινηματο~/(απο)κρυπτο~/λημματο~/μηχανο~/οπισθο~/πλαστο~/πολυ~/στενο~/συνταγο~/φωνο~/φωτο~/χαρτο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινο~/ραδιο~/σπινθηρο~. Πβ. -γραφία.|| Καταλογο~/κτηματο~/πολιτο~.

-γραφώ

-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.

δισκοπωλείο

δισκοπωλείο[δισκοπωλεῖο] δι-σκο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται κυρ. σιντί, μουσικά ντιβιντί αλλά και δίσκοι βινυλίου: ηλεκτρονικό/κεντρικό ~. Αλυσίδα ~ων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. δισκάδικο

-έτα

-έτα: κατάληξη για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: βεντ~/βιολ~/ετικ~/ζακ~/κασ~/κλακ~/κοκ~/κοτολ~/κροκ~/μακ~/μαριον~/μοτοσικλ~/μπαγκ~/ομελ~/οπερ~/παλ~/πλακ~/ρακ~/ροζ~/ρουκ~/ρουλ~/σιλου~/τουαλ~/τριπλ~/τρομπ~/φουρκ~.

-θήκη

-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).

κλασικός

κλασικός, ή, ό κλα-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αρχαία ελληνική ή ρωμαϊκή περίοδο και ειδικότ. με τους αιώνες ακμής τους· κατ' επέκτ. που μιμείται πολιτιστικά τους στοιχεία ή εμπνέεται από αυτά: ~ός: ναός/πολιτισμός. ~ή: γεωμετρία (= ευκλείδεια)/γραμματεία/εποχή/κληρονομιά/τέχνη. ~ό: πνεύμα. ~οί: φιλόσοφοι. ~ά: αγάλματα/μνημεία. Εφορεία Προϊστορικών και ~ών Αρχαιοτήτων. Τα ~ά γράμματα/χρόνια.|| (που αναφέρεται στην πνευματική ή καλλιτεχνική παραγωγή των χρόνων αυτών:) ~ός: φιλόλογος. ~ή: αρχαιολογία/ιστορία/μόρφωση/παιδεία. ~ές: γλώσσες/επιστήμες/σπουδές. Σπουδαστήριο/τομέας ~ής Φιλολογίας.|| ~ό: Λύκειο (: στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και λατινικών).|| (κατ' επέκτ.) (ΑΘΛ.) ~ός: μαραθώνιος. (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ή: απλότητα/αρχιτεκτονική (: που χαρακτηρίζεται από τον λιτό, επιβλητικό και συμμετρικό ρυθμό της σχετικής περιόδου). ~ό: στιλ (: σε αντιδιαστολή με το μπαρόκ). Βλ. μετα~, νεο~, προ~. 2. που αποτελεί διαχρονικό αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, πρότυπο· σπουδαίος, αναγνωρισμένης αξίας, ανυπέρβλητος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: θεωρία/λογοτεχνία/ομορφιά/ταινία. ~ό: αριστούργημα/άρωμα/βιβλίο/θέατρο/τραγούδι. ~οί: πίνακες (ζωγραφικής). ~ές: δημιουργίες/επιτυχίες/κωμωδίες/μελέτες/μελωδίες/μπαλάντες. ~ά: παραμύθια. Η ~ή ιατρική (= αλλοπαθητική)/μηχανική/στατιστική/φυσική/χημεία/ψυχολογία. Έργο που θεωρείται ~ό στο είδος του. Πβ. αξεπέραστος, άριστος. 3. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα (της κατηγορίας του), χαρακτηριστικός, τυπικός και συνηθισμένος· κατ' επέκτ. που μένει προσηλωμένος στο καθιερωμένο και παραδοσιακό, που δεν υιοθετεί σύγχρονες τάσεις και δεν είναι εξεζητημένος, με αποτέλεσμα να θεωρείται απλός, σοβαρός και αποδεκτός: ~ός: έλεγχος/(ιατρικός) εξοπλισμός/κανόνας/ορισμός/τύπος (εκκλησίας). ~ή: απάντηση/διδασκαλία/ερώτηση/θεραπεία/νοοτροπία/περίπτωση/προσέγγιση/συμπεριφορά. ~ό: δίλημμα/επιχείρημα/παράδειγμα/πείραμα/πρόβλημα/φαινόμενο/χαρακτηριστικό. ~οί: (ταξιδιωτικοί) προορισμοί. ~ές: αντιλήψεις/αξίες/ατάκες/διαδρομές/μέθοδοι/συνταγές/τεχνικές (πβ. κοινός). ~ και εναλλακτικός τουρισμός. Με την ~ή έννοια του όρου. ~ό δείγμα ημιμάθειας. Έκανε το ~ό λάθος. Επαναλαμβάνεται το ~ό σκηνικό.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: τεμπέλης/ψεύτης (πβ. πρώτης τάξεως). ΑΝΤ. ασυνήθιστος, σπάνιος.|| ~ή: αισθητική/διακόσμηση/εμφάνιση/επίπλωση. ~ό: γούστο/ντύσιμο. Βλ. νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. (ως ουσ.) Η γοητεία του ~ού. Παντρεύω το ~ό με το μοντέρνο. 4. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην κλασική μουσική: ~ός: πιανίστας/συνθέτης (= μουσουργός). ~ή: κιθάρα. ● Ουσ.: Κλασικοί (οι) 1. οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές, ρήτορες, ιστορικοί και φιλόσοφοι: μετάφραση των (έργων των) ~ών. 2. δημιουργοί ή ερευνητές που το έργο τους θεωρείται πρότυπο, καθιερωμένο και διαχρονικό: οι μεγάλοι ~. Άπαντα Νεοελλήνων ~ών. Έχεις διαβάσει τους ~ούς;|| Οι ~ της αριθμητικής ανάλυσης/της κοινωνιολογίας. ● επίρρ.: κλασικά: ως συνήθως, όπως συνηθίζεται: Πήγαμε ~ για ένα καφεδάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Κλασικά Εικονογραφημένα: (παλαιότ.) τεύχη με εικονογραφημένα έργα της κλασικής λογοτεχνίας: οι αναγνώστες/οι εκδόσεις/τα εξώφυλλα των ~ών ~ων. [< αγγλ. classics illustrated, 1941] , κλασικά οικονομικά & κλασική οικονομική (σχολή): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οικονομικών θεωριών που διατυπώθηκαν από τα τέλη του 18ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. και αποτέλεσαν τις βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Βλ. φιλελευθερισμός., κλασική μουσική & (προφ.) κλασική (η): ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην περίοδο η οποία εκτείνεται από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι., αντιπροσωπεύεται κυρ. από τους Βιεννέζους δημιουργούς και χαρακτηρίζεται από φορμαλισμό και απλότητα (σε αντίθεση με τη ρομαντική)· γενικότ. έντεχνη (κυρ. δυτική) μουσική που διακρίνεται από τη λαϊκή ή παραδοσιακή. Βλ. σονάτα, συμφωνία., ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, κλασικό μπαλέτο βλ. μπαλέτο, κλασικός αθλητισμός βλ. αθλητισμός [< μτγν. κλασσικοί ‘ναυτικοί αξιωματούχοι’, γαλλ. classique, αγγλ. classic(al), γερμ. klassisch – παλαιότ. ορθογρ. κλασσικός]

ντιβιντί

ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]

ντρέσινγκ

ντρέσινγκντρέ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντρέσιγκ: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα με καρυκεύματα, που συνοδεύει συνήθ. σαλάτες και κρεατικά: ~ με ελαιόλαδο, ξίδι και μουστάρδα. Περιχύστε τα ζυμαρικά/τα λαχανικά με το ~. Πβ. σος. Βλ. άρτυμα, βινεγκρέτ. [< αγγλ. dressing]

σκάιπ

σκάιπσκά-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ χρηστών, κυρ. τις βιντεοκλήσεις μέσω ίντερνετ σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. συνομιλία μέσω ~. Βλ. εμ ες εν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. skype, 2003 < sky + pe(er-to-peer)]

σκιαγράφηση

σκιαγράφησησκι-α-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): περιληπτική περιγραφή, παρουσίαση των βασικών στοιχείων: ~ του έργου (κάποιου)/των ηρώων/της κοινωνίας/της προσωπικότητας/του προφίλ (π.χ. του καταναλωτή). Αδρή ~ (= διαγραφή) χαρακτήρων. Ψυχολογική ~ των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Πβ. ιχνογράφηση. Βλ. -γράφηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.