Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [10040-10060]


  • βιντεοκλίπ βι-ντε-ο-κλίπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βίντεο κλιπ: μικρής διάρκειας ταινία, που αποτελεί οπτική παρουσίαση συνήθ. τραγουδιού: μουσικό ~. Πβ. κλιπ1. [< αγγλ. video clip]
  • βιντεολέσχη βι-ντε-ο-λέ-σχη ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): λέσχη προβολής, ενοικίασης ή πώλησης βιντεοκασετών στα εγγεγραμμένα μέλη της. Πβ. βιντεοκλάμπ. [< αγγλ. video club]
  • βιντεολόττο βι-ντε-ο-λότ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιντεολότο: το ηλεκτρονικό τυχερό παιχνίδι 'φρουτάκια'. Βλ. στοίχημα.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) ~ μηχανές (= τερματικές).
  • βιντεομήνυμα βι-ντε-ο-μή-νυ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. βιντεοσκοπημένο μήνυμα· συνήθ. σύντομο βιντεοκλίπ που αποστέλλεται προς ή από κινητό τηλέφωνο. [< αγγλ. video message, 1979]
  • βιντεοοθόνη βι-ντε-ο-ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) & βίντεο γουόλ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σύστημα αποτελούμενο από πολλά μόνιτορ που σχηματίζουν στο σύνολό τους μία μεγάλη οθόνη προβολής εικόνας και ήχου. Πβ. γιγαντοοθόνη. [< αγγλ. video wall, πβ. ιταλ. videowall, 1993]
  • βιντεοπαιχνίδι βι-ντε-ο-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) & βίντεο γκέιμ: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονικό παιχνίδι που αναπαράγεται σε οθόνη τηλεόρασης ή υπολογιστή: ~ια δράσης. [< αγγλ. video game, 1973]
  • βιντεοπροβολέας βι-ντε-ο-προ-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λαμβάνει σήμα βίντεο και προβάλλει εικόνα σε οθόνη μέσω συστήματος φακών: ψηφιακός ~. Βλ. διαφανο-, επιδια-σκόπιο, προτζέκτορας. [< αγγλ. video projector]
  • βιντεοπροβολή βι-ντε-ο-προ-βο-λή ουσ. (θηλ.): παρουσίαση θέματος με βίντεο: οθόνη ~ής. Αίθουσα ~ών.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Έκθεση φωτογραφίας και ~ές. Βλ. βιντεοτέχνη. [< αγγλ. video projection]
  • βιντεοσκόπηση βι-ντε-ο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): μαγνητοσκόπηση με βιντεοκάμερα: παράνομη/ψηφιακή ~. Φωτογραφίσεις-~ήσεις γάμων και βαπτίσεων. Πβ. βιντεο-, οπτικο-γράφηση. Βλ. ηχο-, κινηματο-γράφηση, -σκόπηση. [< αγγλ. videotape recording, 1954]
  • βιντεοσκοπώ [βιντεοσκοπῶ] βι-ντε-ο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {βιντεοσκοπ-είς ..., -ώντας | βιντεοσκόπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω με βιντεοκάμερα: Η εκδήλωση/παράσταση/συναυλία ~ήθηκε. Ο χώρος ~είται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. (ελλειπτ.) ~ σε απόσταση είκοσι μέτρων. ~εί με το κινητό του. ~ημένο: μήνυμα (πβ. βιντεομήνυμα)/υλικό. ~ημένες: διαλέξεις/συνομιλίες. ~ημένα: μαθήματα/στιγμιότυπα. Πβ. μαγνητοσκοπώ, τραβώ βίντεο. Βλ. ηχογραφώ, -σκοπώ. [< αγγλ. videotape, 1957]
  • βιντεοταινία βι-ντε-ο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μαγνητική ταινία για την εγγραφή εικόνας και ήχου και κυρ.-συνεκδ. το περιεχόμενό της. Πβ. βιντεοκασέτα. Βλ. ντιβιντί. [< αγγλ. videotape, 1953]
  • βιντεοτέξτ βι-ντε-ο-τέξτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιντεοτέξ: ΤΗΛΕΠ. σύστημα μεταβίβασης πληροφοριών σε κειμενική μορφή από βάσεις δεδομένων προς τηλεοπτικούς δέκτες ή άλλες τερματικές συσκευές. Πβ. τελετέξτ. ΣΥΝ. τηλεεικονογραφία [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. videotex(t), 1977]
  • βιντεοτέχνη βι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]
  • βιντεοτηλέφωνο βι-ντε-ο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τηλεφωνική συσκευή εξοπλισμένη με οθόνη που προσφέρει αμφίδρομη οπτικοακουστική επικοινωνία μεταξύ των συνομιλητών. ΣΥΝ. εικονοτηλέφωνο [< αγγλ. videophone, 1944, γαλλ. vidéophone, 1970]
  • βιντζότρατα βι-ντζό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο, το οποίο σέρνεται με βίντσι πάνω σε προστατευόμενα λιβάδια ποσειδωνίας και αλιεύει σε μεγάλο βαθμό γόνους, θέτοντας σε κίνδυνο τα ιχθυαποθέματα και τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Πβ. γρίπος.
  • βίντσι βί-ντσι ουσ. (ουδ.) {βιντσ-ιού} & βίντζι: βαρούλκο: υδραυλικό ~. Ανέλκυση/ρυμούλκηση με ~. Με τη βοήθεια ~ιού βιράρουν τα σκοινιά. Βλ. γερανός. ● ΦΡ.: ούτε με βίντσι (εμφατ.-λαϊκό): με κανένα τρόπο: Δεν ξεκολλούσε από πάνω του ~ ~. Πάω για ύπνο, ~ ~ δεν θα σηκώνομαι αύριο. [< αγγλ. winch]
  • βινύλ βι-νύλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βινίλ: ΤΕΧΝΟΛ. πλαστικό υλικό που μοιάζει με δέρμα, με ποικίλες εφαρμογές σε είδη ρουχισμού και επίπλωσης: γυαλιστερό ~. Πβ. δερματίνη.|| (ως επίθ.) ~ μπότες. [< γαλλ. vinyle]
  • βινύλιο βι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & βινίλιο: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μονοσθενής οργανική ρίζα (CH2=CH-), από τις ενώσεις της οποίας παράγονται ρητίνες με χρήση στην τεχνολογία· το αντίστοιχο υλικό και κυρ.-συνεκδ. δίσκος μουσικής κατασκευασμένος από αυτό: μονομερές οξικό ~. Χλωρίδιο του ~ου.|| Ανθεκτικό/γυαλιστερό/διάφανο ~. Βαράκια/δίσκος ~ου. Γάντια/κάλυμμα από ~. Εκτύπωση σε αυτοκόλλητο ~. Πβ. βινύλ.|| Διπλό/συλλεκτικό ~. Ψηφιοποίηση ~ου. Τραγούδι που κυκλοφόρησε σε ~ 45 στροφών. Βλ. mp3, πικάπ, σιντί, πολυ~. [< γαλλ. vinyle, αγγλ. vinyl]
  • βιο- & βιό- α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον ανθρώπινο βίο: βιο-γραφία/~παλαιστής/~πορισμός. 2. (επιστ.) σε έμβιους οργανισμούς ή στο σύνολό τους: βιο-γένεση/~ενέργεια/~ηλεκτρισμός.|| Βιο-κοινότητα. Βιό-τοπος. 3. σε παραγωγικούς τομείς που σχετίζονται με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής: βιο-μηχανία/~τεχνία.
  • βιοαγρόκτημα βι-ο-α-γρό-κτη-μα ουσ. (ουδ.): βιολογικό, οικολογικό αγρόκτημα.

βιντεοτέχνη

βιντεοτέχνηβι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]

γερανός

γερανόςγε-ρα-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την ανύψωση και μεταφορά μεγάλων φορτίων, αποτελούμενο από ψηλή κάθετη δοκό στηριγμένη σε κινητή ή ακίνητη βάση και κινητό βραχίονα, ο οποίος φέρει στο άκρο του σύστημα τροχαλιών με ισχυρό μέσο ανάρτησης και συγκράτησης του φορτίου (γάντζος, μαγνήτης)· κατ΄επέκτ. γερανοφόρο όχημα: περιστρεφόμενος/φορητός ~. Χειριστής ~ού. Κινητοί/πλωτοί (= μπίγες)/τηλεσκοπικοί/υδραυλικοί ~οί. Οικοδομικοί ~οί. ~οί εμπορευματοκιβωτίων. Μπουλντόζες και ~οί. Πβ. παπαγάλος. Βλ. βαρούλκο, βίντσι, περονοφόρο, τρέιλερ, φορτωτής.|| Ο ~ της Πυροσβεστικής. Ο ~ της Τροχαίας απομάκρυνε/πήρε/σήκωσε το παράνομα σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με κινητό βραχίονα που μοιάζει με τη συγκεκριμένη ανυψωτική μηχανή: ~ μικροφώνου. ~ μεταφοράς ασθενών. 3. ΟΡΝΙΘ. ελόβιο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Grus grus), με γκρίζο φτέρωμα, μακρύ μαυρόασπρο λαιμό και κεφάλι (με κόκκινο το επάνω μέρος του), οξύ κωνικό ράμφος και μακριά πόδια με γαμψά νύχια. 4. ΑΡΧ. αιώρημα. 5. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) μικρός αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: γερανάκι (το): στις σημ. 1,2. [< μτγν. γέρανος]

ηχο- & ηχό-

ηχο- & ηχό-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον ήχο: ηχο-απορροφητικός/~καρδιογράφημα. Ηχο-γραφώ. Ηχό-χρωμα.

ηχογραφώ

ηχογραφώ[ἠχογραφῶ] η-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ηχογραφ-είς ..., -ώντας | ηχογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω ήχο σε ειδικό μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής του, όπως σε ψηφιακό δίσκο, μαγνητοταινία, δίσκο βινυλίου: ~ησε έργα Ελλήνων συνθετών/τη συνομιλία τους. Πρόκειται να ~ήσει το νέο της άλμπουμ/το πρώτο προσωπικό του σιντί. ~ημένος: διάλογος. ~ημένη: μουσική. ~ημένο: μήνυμα. ~ημένα: βιβλία (= ομιλούντα)/τραγούδια. Δίσκος ζωντανά ~ημένος (κυρ. από συναυλία). Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. record, 1927]

ντιβιντί

ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]

στοίχημα

στοίχημαστοί-χη-μα ουσ. (ουδ.) {στοιχήμ-ατος | -ατα} 1. το αποτέλεσμα του στοιχηματίζω: αθλητικό/διαδικτυακό/ζωντανό/ηλεκτρονικό/ιπποδρομιακό/ποδοσφαιρικό/συλλογικό/συνδυαστικό/σύνθετο ~. Παράνομα/σίγουρα ~ατα. ~ατα αγώνων. Γραφείο/εταιρεία/παιχνίδια/πράκτορας (= μπουκμέικερ)/πρακτορείο (βλ. προποτζίδικο) ~άτων. (σε τυχερά παιχνίδια) Μονό/σύνθετο (πβ. σύστημα) ~. (στο πόκερ) Διπλασίασε το αρχικό ~ (= ποντάρισμα). 2. (μτφ.) δύσκολος ή ριψοκίνδυνος στόχος: το ~ της επόμενης (η)μέρας. Το μεγάλο ~ της κυβέρνησης αποτελεί η παιδεία. Η νίκη της ομάδας είναι προσωπικό ~ για τον προπονητή. ~ ζωής για τους κατοίκους της περιοχής η κατασκευή νοσοκομείου. Πβ. διακύβευμα. ● Υποκ.: στοιχηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα & Στοίχημα: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ που βασίζεται στην ορθή πρόβλεψη αθλητικών αγώνων ή άλλων γεγονότων που προσφέρονται για στοιχηματισμό: κουπόνι ~ ~/~ατος. Προγνωστικά για το ~ ~. Βλ. λόττο, προπό, ΠΡΟΤΟ, τζόκερ. ● ΦΡ.: βάζω/πάω στοίχημα 1. στοιχηματίζω: Τι ~ βάζεις/πας ότι θα νικήσουμε; ~ ~ ... ευρώ ότι δεν θα έρθει. -Πάμε ~ πως κολυμπάω γρηγορότερα από σένα; -Πάμε (= δέχομαι).|| Έβαλε ~ με τον εαυτό του να αδυνατίσει. 2. (μτφ.) υποστηρίζω με βεβαιότητα: ~ ~ ότι δεν βρίσκεται στο γραφείο του. Πόσο ~ πας ότι λέει ψέματα; Μη βάζεις ~, θα το χάσεις.|| (προφ.) Έτσι είναι και σε πάω/παίζω και ~. Πβ. βάζω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο/στη φωτιά, κόβω το κεφάλι/χέρι μου, παίρνω όρκο., έχασε/κέρδισε το στοίχημα 1. (δεν) πήρε την αμοιβή που είχε καθοριστεί κατόπιν συμφωνίας: ~ ~ που έβαλε με την αδελφή της. 2. (μτφ.) δεν κατάφερε/πέτυχε κάτι σημαντικό: Η εκπομπή τους κέρδισε το ~ της τηλεθέασης. Έχασε το ~ να οδηγήσει την ομάδα στην κατάκτηση του κυπέλλου. [< μεσν. στοίχημα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.