Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [10060-10080]


  • βιντεοσκοπώ [βιντεοσκοπῶ] βι-ντε-ο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {βιντεοσκοπ-είς ..., -ώντας | βιντεοσκόπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω με βιντεοκάμερα: Η εκδήλωση/παράσταση/συναυλία ~ήθηκε. Ο χώρος ~είται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. (ελλειπτ.) ~ σε απόσταση είκοσι μέτρων. ~εί με το κινητό του. ~ημένο: μήνυμα (πβ. βιντεομήνυμα)/υλικό. ~ημένες: διαλέξεις/συνομιλίες. ~ημένα: μαθήματα/στιγμιότυπα. Πβ. μαγνητοσκοπώ, τραβώ βίντεο. Βλ. ηχογραφώ, -σκοπώ. [< αγγλ. videotape, 1957]
  • βιντεοταινία βι-ντε-ο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μαγνητική ταινία για την εγγραφή εικόνας και ήχου και κυρ.-συνεκδ. το περιεχόμενό της. Πβ. βιντεοκασέτα. Βλ. ντιβιντί. [< αγγλ. videotape, 1953]
  • βιντεοτέξτ βι-ντε-ο-τέξτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βιντεοτέξ: ΤΗΛΕΠ. σύστημα μεταβίβασης πληροφοριών σε κειμενική μορφή από βάσεις δεδομένων προς τηλεοπτικούς δέκτες ή άλλες τερματικές συσκευές. Πβ. τελετέξτ. ΣΥΝ. τηλεεικονογραφία [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. videotex(t), 1977]
  • βιντεοτέχνη βι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]
  • βιντεοτηλέφωνο βι-ντε-ο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τηλεφωνική συσκευή εξοπλισμένη με οθόνη που προσφέρει αμφίδρομη οπτικοακουστική επικοινωνία μεταξύ των συνομιλητών. ΣΥΝ. εικονοτηλέφωνο [< αγγλ. videophone, 1944, γαλλ. vidéophone, 1970]
  • βιντζότρατα βι-ντζό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο, το οποίο σέρνεται με βίντσι πάνω σε προστατευόμενα λιβάδια ποσειδωνίας και αλιεύει σε μεγάλο βαθμό γόνους, θέτοντας σε κίνδυνο τα ιχθυαποθέματα και τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Πβ. γρίπος.
  • βίντσι βί-ντσι ουσ. (ουδ.) {βιντσ-ιού} & βίντζι: βαρούλκο: υδραυλικό ~. Ανέλκυση/ρυμούλκηση με ~. Με τη βοήθεια ~ιού βιράρουν τα σκοινιά. Βλ. γερανός. ● ΦΡ.: ούτε με βίντσι (εμφατ.-λαϊκό): με κανένα τρόπο: Δεν ξεκολλούσε από πάνω του ~ ~. Πάω για ύπνο, ~ ~ δεν θα σηκώνομαι αύριο. [< αγγλ. winch]
  • βινύλ βι-νύλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βινίλ: ΤΕΧΝΟΛ. πλαστικό υλικό που μοιάζει με δέρμα, με ποικίλες εφαρμογές σε είδη ρουχισμού και επίπλωσης: γυαλιστερό ~. Πβ. δερματίνη.|| (ως επίθ.) ~ μπότες. [< γαλλ. vinyle]
  • βινύλιο βι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & βινίλιο: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μονοσθενής οργανική ρίζα (CH2=CH-), από τις ενώσεις της οποίας παράγονται ρητίνες με χρήση στην τεχνολογία· το αντίστοιχο υλικό και κυρ.-συνεκδ. δίσκος μουσικής κατασκευασμένος από αυτό: μονομερές οξικό ~. Χλωρίδιο του ~ου.|| Ανθεκτικό/γυαλιστερό/διάφανο ~. Βαράκια/δίσκος ~ου. Γάντια/κάλυμμα από ~. Εκτύπωση σε αυτοκόλλητο ~. Πβ. βινύλ.|| Διπλό/συλλεκτικό ~. Ψηφιοποίηση ~ου. Τραγούδι που κυκλοφόρησε σε ~ 45 στροφών. Βλ. mp3, πικάπ, σιντί, πολυ~. [< γαλλ. vinyle, αγγλ. vinyl]
  • βιο- & βιό- α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον ανθρώπινο βίο: βιο-γραφία/~παλαιστής/~πορισμός. 2. (επιστ.) σε έμβιους οργανισμούς ή στο σύνολό τους: βιο-γένεση/~ενέργεια/~ηλεκτρισμός.|| Βιο-κοινότητα. Βιό-τοπος. 3. σε παραγωγικούς τομείς που σχετίζονται με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής: βιο-μηχανία/~τεχνία.
  • βιοαγρόκτημα βι-ο-α-γρό-κτη-μα ουσ. (ουδ.): βιολογικό, οικολογικό αγρόκτημα.
  • βιοαέριο βι-ο-α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μίγμα μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο παράγεται από την αποσύνθεση οργανικής ύλης και χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας: καύση ~ίου από απορρίμματα. Βλ. βιοαιθανόλη, βιοκαύσιμο, βιομάζα, βιοντίζελ. [< αγγλ. biogas, 1971, γαλλ. biogaz, 1975]
  • βιοαιθανόλη βι-ο-αι-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ανανεώσιμο καύσιμο που παράγεται από φυτά ή βιομάζα. Βλ. βιοαέριο, βιοκαύσιμο, βιοντίζελ. ΣΥΝ. αιθανόλη (2) [< αγγλ. bioethanol, 1980, γαλλ. bioéthanol, 1987]
  • βιοαισθητήρας βι-ο-αι-σθη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή προσδιορισμού πολύ μικρών ποσοτήτων χημικής ή βιοχημικής ουσίας, μέσω ανίχνευσης αντιδράσεων σχετικών με αυτή (την ουσία) και μετατροπής τους σε αριθμητικά δεδομένα: ακουστικοί/εμφυτεύσιμοι/ηλεκτροχημικοί/οπτικοί ~ες. ~ για ανίχνευση γλυκόζης στο αίμα. [< αγγλ. biosensor, 1961]
  • βιοακουστική βι-ο-α-κου-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τους ήχους που παράγουν οι ανώτεροι ζωικοί οργανισμοί (π.χ. φάλαινες, δελφίνια, νυχτερίδες) και την επίδρασή τους στον άνθρωπο. [< αγγλ. bioacoustics, 1955]
  • βιοανάδραση βι-ο-α-νά-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική τεχνική η οποία στηρίζεται στην καταγραφή των ακούσιων σωματικών λειτουργιών, όπως της αναπνοής ή της αρτηριακής πίεσης, με σκοπό τον συνειδητό έλεγχό τους από τον εκπαιδευόμενο: αντιμετώπιση ακράτειας με ~. Βλ. εναλλακτική ιατρική. ΣΥΝ. βιοανατροφοδότηση [< αγγλ. biofeedback, 1969]
  • βιοαναλυτικός , ή, ό βι-ο-α-να-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που ασχολείται με βιοχημικές αναλύσεις: ~ή: χημεία. ~ό: εργαστήριο. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. bioanalytical]
  • βιοανατροφοδότηση βι-ο-α-να-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. βιονάδραση.
  • βιοαντιδραστήρας βι-ο-α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέσα στην οποία μικροοργανισμοί συνθέτουν χρήσιμες ουσίες ή καταστρέφουν τις βλαβερές: ~ επεξεργασίας λυμάτων. ~ για τον καθαρισμό θαλάσσιων υδάτων από πετρελαιοκηλίδες. [< αγγλ. bioreactor, 1974, γαλλ. bioréacteur, 1982]
  • βιοαπόβλητα βι-ο-α-πό-βλη-τα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιολογικά απόβλητα, που προέρχονται από βιολογικές διαδικασίες: αποτέφρωση/κομποστοποίηση ~ήτων. Πβ. βιοαπορρίμματα. [αγγλ. biowaste, 1963, γαλλ. biodéchet, 1908, διαδόθηκε περ. το 2000]

βιοαέριο

βιοαέριοβι-ο-α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μίγμα μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο παράγεται από την αποσύνθεση οργανικής ύλης και χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας: καύση ~ίου από απορρίμματα. Βλ. βιοαιθανόλη, βιοκαύσιμο, βιομάζα, βιοντίζελ. [< αγγλ. biogas, 1971, γαλλ. biogaz, 1975]

βιοαιθανόλη

βιοαιθανόληβι-ο-αι-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ανανεώσιμο καύσιμο που παράγεται από φυτά ή βιομάζα. Βλ. βιοαέριο, βιοκαύσιμο, βιοντίζελ. ΣΥΝ. αιθανόλη (2) [< αγγλ. bioethanol, 1980, γαλλ. bioéthanol, 1987]

γερανός

γερανόςγε-ρα-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την ανύψωση και μεταφορά μεγάλων φορτίων, αποτελούμενο από ψηλή κάθετη δοκό στηριγμένη σε κινητή ή ακίνητη βάση και κινητό βραχίονα, ο οποίος φέρει στο άκρο του σύστημα τροχαλιών με ισχυρό μέσο ανάρτησης και συγκράτησης του φορτίου (γάντζος, μαγνήτης)· κατ΄επέκτ. γερανοφόρο όχημα: περιστρεφόμενος/φορητός ~. Χειριστής ~ού. Κινητοί/πλωτοί (= μπίγες)/τηλεσκοπικοί/υδραυλικοί ~οί. Οικοδομικοί ~οί. ~οί εμπορευματοκιβωτίων. Μπουλντόζες και ~οί. Πβ. παπαγάλος. Βλ. βαρούλκο, βίντσι, περονοφόρο, τρέιλερ, φορτωτής.|| Ο ~ της Πυροσβεστικής. Ο ~ της Τροχαίας απομάκρυνε/πήρε/σήκωσε το παράνομα σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με κινητό βραχίονα που μοιάζει με τη συγκεκριμένη ανυψωτική μηχανή: ~ μικροφώνου. ~ μεταφοράς ασθενών. 3. ΟΡΝΙΘ. ελόβιο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Grus grus), με γκρίζο φτέρωμα, μακρύ μαυρόασπρο λαιμό και κεφάλι (με κόκκινο το επάνω μέρος του), οξύ κωνικό ράμφος και μακριά πόδια με γαμψά νύχια. 4. ΑΡΧ. αιώρημα. 5. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) μικρός αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: γερανάκι (το): στις σημ. 1,2. [< μτγν. γέρανος]

ηχογραφώ

ηχογραφώ[ἠχογραφῶ] η-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ηχογραφ-είς ..., -ώντας | ηχογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω ήχο σε ειδικό μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής του, όπως σε ψηφιακό δίσκο, μαγνητοταινία, δίσκο βινυλίου: ~ησε έργα Ελλήνων συνθετών/τη συνομιλία τους. Πρόκειται να ~ήσει το νέο της άλμπουμ/το πρώτο προσωπικό του σιντί. ~ημένος: διάλογος. ~ημένη: μουσική. ~ημένο: μήνυμα. ~ημένα: βιβλία (= ομιλούντα)/τραγούδια. Δίσκος ζωντανά ~ημένος (κυρ. από συναυλία). Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. record, 1927]

ντιβιντί

ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.