βιοαέριοβι-ο-α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μίγμα μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο παράγεται από την αποσύνθεση οργανικής ύλης και χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας: καύση ~ίου από απορρίμματα. Βλ. βιοαιθανόλη, βιοκαύσιμο, βιομάζα, βιοντίζελ. [< αγγλ. biogas, 1971, γαλλ. biogaz, 1975]
βιοαιθανόληβι-ο-αι-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ανανεώσιμο καύσιμο που παράγεται από φυτά ή βιομάζα. Βλ. βιοαέριο, βιοκαύσιμο, βιοντίζελ. ΣΥΝ. αιθανόλη (2) [< αγγλ. bioethanol, 1980, γαλλ. bioéthanol, 1987]
γερανόςγε-ρα-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την ανύψωση και μεταφορά μεγάλων φορτίων, αποτελούμενο από ψηλή κάθετη δοκό στηριγμένη σε κινητή ή ακίνητη βάση και κινητό βραχίονα, ο οποίος φέρει στο άκρο του σύστημα τροχαλιών με ισχυρό μέσο ανάρτησης και συγκράτησης του φορτίου (γάντζος, μαγνήτης)· κατ΄επέκτ. γερανοφόρο όχημα: περιστρεφόμενος/φορητός ~. Χειριστής ~ού. Κινητοί/πλωτοί (= μπίγες)/τηλεσκοπικοί/υδραυλικοί ~οί. Οικοδομικοί ~οί. ~οί εμπορευματοκιβωτίων. Μπουλντόζες και ~οί. Πβ. παπαγάλος. Βλ. βαρούλκο, βίντσι, περονοφόρο, τρέιλερ, φορτωτής.|| Ο ~ της Πυροσβεστικής. Ο ~ της Τροχαίας απομάκρυνε/πήρε/σήκωσε το παράνομα σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με κινητό βραχίονα που μοιάζει με τη συγκεκριμένη ανυψωτική μηχανή: ~ μικροφώνου. ~ μεταφοράς ασθενών. 3. ΟΡΝΙΘ. ελόβιο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Grus grus), με γκρίζο φτέρωμα, μακρύ μαυρόασπρο λαιμό και κεφάλι (με κόκκινο το επάνω μέρος του), οξύ κωνικό ράμφος και μακριά πόδια με γαμψά νύχια. 4. ΑΡΧ. αιώρημα. 5. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) μικρός αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: γερανάκι (το): στις σημ. 1,2. [< μτγν. γέρανος]
ηχογραφώ[ἠχογραφῶ] η-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ηχογραφ-είς ..., -ώντας | ηχογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω ήχο σε ειδικό μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής του, όπως σε ψηφιακό δίσκο, μαγνητοταινία, δίσκο βινυλίου: ~ησε έργα Ελλήνων συνθετών/τη συνομιλία τους. Πρόκειται να ~ήσει το νέο της άλμπουμ/το πρώτο προσωπικό του σιντί. ~ημένος: διάλογος. ~ημένη: μουσική. ~ημένο: μήνυμα. ~ημένα: βιβλία (= ομιλούντα)/τραγούδια. Δίσκος ζωντανά ~ημένος (κυρ. από συναυλία). Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. record, 1927]
ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ