αποδόμηση[ἀποδόμηση] α-πο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΙΟΧ. αποικοδόμηση: αερόβια ~. ~ αποβλήτων/οργανικών ουσιών/(βιομηχανικών) υπολειμμάτων. Πβ. χουμοποίηση. Βλ. βιο~.|| ~ γλυκογόνου/λιπιδίων/πρωτεϊνών. ~ των οστών. ~ στους ιστούς. Βλ. σύνθεση. 2. (μτφ.) διάλυση, διάσπαση της δομής ενός συστήματος: κοινωνική ~. ~ και αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών (πβ. παράλυση). Πβ. αποσύνθεση. ΑΝΤ. αναδόμηση, δόμηση (2) 3. ΛΟΓΟΤ. θεωρία και πρακτική ανάγνωσης, σύμφωνα με την οποία σε ένα κείμενο λειτουργούν αντικρουόμενες δυνάμεις που υπονομεύουν την υποτιθέμενη οριστικότητα της δομής και του νοήματός του, με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται η αοριστία των πολλαπλών και ασύμβατων δυνατοτήτων νοηματοδότησής του. Βλ. μεταδομισμός. [< 2,3: γαλλ. déconstruction, περ. 1965]
απομνημονεύματα[ἀπομνημονεύματα] α-πο-μνη-μο-νεύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. απομνημόνευμα}: εξιστόρηση με ύφος προσωπικό και υποκειμενικό σημαντικών γεγονότων (συνήθ. πολιτικών ή και στρατιωτικών) που ο συγγραφέας έζησε από κοντά ως πρωταγωνιστής ή αυτόπτης μάρτυρας· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αφηγηματικό είδος: τα ~ του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Βλ. αυτοβιογραφία. [< αρχ. ἀπομνημονεύματα, γαλλ. mémoires]
βιοαποικοδόμησηβι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & βιοαποδόμηση: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. αποσύνθεση (οργανικής) ύλης από μικροοργανισμούς: ~ αποβλήτων/πετρελαιοειδών. Βλ. αποδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση. ΣΥΝ. βιοδιάσπαση [< αγγλ. biodegradation, 1961, γαλλ. biodégradation, 1966]
βιοκλιματολογίαβι-ο-κλι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις επιδράσεις του κλίματος στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. βιογεωγραφία. [< γαλλ. bioclimatologie, 1960, αγγλ. bioclimatology, 1922]
-γενής, ής, ές {-γενούς (προφ.) -γενή | -γενείς (ουδ. -γενή)}: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν προέλευση, σύσταση ή σειρά σε κλίμακα: αλλο~/ανομοιο~/γη~/δι~/εγ~/ελληνο~/ενδο~/εξω~/ερωτο~/ετερο~/ευ~/θνησι~/ιθα~/ιο~/καρκινο~/λατινο~/μονο~/ομο~/ομοιο~/παθο~/ρηξι~/σεισμο~/συγ~/τρι~/ψυχο~. Bλ. -γόνος.|| Πρωτο~/δευτερο~/τριτο~.
-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.
-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.
-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.
εδαφοβελτιωτικός, ή, ό [ἐδαφοβελτιωτικός] ε-δα-φο-βελ-τι-ω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη βελτίωση της απόδοσης του εδάφους για λόγους γεωργικούς: ~ά: υλικά. Βλ. εγγειοβελτιωτικός.|| (ως ουσ.) Οργανικά ~ά. Παραγωγή ~ών. Πβ. κομπόστ. [< αγγλ. soil amendment, 1915]
κλωνοποίησηκλω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλωνισμός (ο): ΒΙΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής οργανισμών ή κυττάρων με το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό, όπως το αρχικό: αναπαραγωγική/θεραπευτική ~. ~ γονιδίων/εμβρύων/ζώων/φυτών. Ανθρώπινη ~ και ηθικά ζητήματα. Πειράματα ~ης. Φορείς ~ης (π.χ. πλασμίδια). Βλ. -ποίηση, ανασυνδυασμένο DNA, βιοηθ-, ευγον-, κρυον-ική. [< αγγλ. cloning, 1974, γαλλ. clonage, περ. 1970]
υπόμνημα[ὑπόμνημα] υ-πό-μνη-μα ουσ. (ουδ.) {υπομνήμ-ατα} 1. κείμενο ή γραπτή αναφορά που περιέχει στοιχεία, απόψεις, προτάσεις σχετικά με ένα θέμα και κατατίθεται σε επίσημο πρόσωπο ή Αρχή: απολογητικό/ενημερωτικό ~. ~ διαμαρτυρίας. Επιστολή-~. Ο περιφερειάρχης επέδωσε/κατέθεσε/παρέδωσε/υπέβαλε ~ προς την κυβέρνηση/στον (πρωθ)υπουργό. Με το παρόν ~ επισημαίνουμε ότι ... Πβ. μνημόνιο.|| Βιογραφικό (βλ. βιογραφικό σημείωμα)/εργοβιογραφικό ~. Αναλυτικό ~ (επιστημονικών) εργασιών.|| (ΝΟΜ., στο διεθνές δίκαιο:) ~ στον ΟΗΕ. Πβ. μεμοράντουμ. 2. ΦΙΛΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} ερμηνευτικά σχόλια σε επιστημονική έκδοση κειμένου, συνήθ. αρχαίου συγγραφέα: ~ατα στον Όμηρο. 3. (γενικότ.) σύνολο πληροφοριών με διευκρινιστικό χαρακτήρα: ~ χάρτη. ● ΣΥΜΠΛ.: κριτικό υπόμνημα: ΦΙΛΟΛ. συμπληρωματικές πληροφορίες σε έκδοση, συνήθ. παλαιότερου κειμένου, για τη χειρόγραφη παράδοσή του καθώς και για φιλολογικές επεμβάσεις ή διορθώσεις. [< λατ. apparatus criticus] [< αρχ. ὑπόμνημα]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ