Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [10080-10100]


  • βιοαποικοδόμηση βι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & βιοαποδόμηση: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. αποσύνθεση (οργανικής) ύλης από μικροοργανισμούς: ~ αποβλήτων/πετρελαιοειδών. Βλ. αποδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση. ΣΥΝ. βιοδιάσπαση [< αγγλ. biodegradation, 1961, γαλλ. biodégradation, 1966]
  • βιοαποικοδομήσιμος , η, ο βι-ο-α-ποι-κο-δο-μή-σι-μος επίθ. & βιοαποδομήσιμος: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που μπορεί να αποσυντεθεί από μικροοργανισμούς: ~οι: ρύποι. ~α: απόβλητα/πλαστικά. Ουσίες άμεσα/εύκολα/πλήρως ~ες. Βλ. εδαφοβελτιωτικός. ΣΥΝ. βιοδιασπάσιμος, βιοδιασπώμενος [< αγγλ. biodegradable, 1959, γαλλ. biodégradable, 1966]
  • βιοαποικοδομησιμότητα βι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. Η ιδιότητα του βιοαποικοδομήσιμου: αναερόβια ~. [< αγγλ. biodegradation, γαλλ. biodégradabilité,περ. 1970]
  • βιοαποκατάσταση βι-ο-α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. απομάκρυνση των ρύπων με τη χρήση κυρ. μικροοργανισμών που προκαλούν αποσύνθεση των ανεπιθύμητων ουσιών: ~ εδαφών. Βλ. βιοαποικοδόμηση. [< αγγλ. bioremediation, 1986]
  • βιοαπορρίματα βι-ο-α-πορ-ρίμ-μα-τα (ουδ.) (τα): βιοαπόβλητα.
  • βιοαστροναυτική βι-ο-α-στρο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις επιδράσεις, σε ιατρικό και βιολογικό επίπεδο, των διαστημικών πτήσεων και της παραμονής κυρ. ανθρώπων στο Διάστημα. [< αγγλ. bioastronautics, 1957]
  • βιοασφάλεια βι-ο-α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. προστασία των οικοσυστημάτων και του ανθρώπου από επιθέσεις βιοτρομοκρατίας ή από μολύνσεις που προκαλεί η βιοτεχνολογία: πρωτόκολλο για τη ~. Μέτρα ~ας για τη νόσο των πουλερικών. [< αγγλ. biosafety, 1969, biosecurity, 1973, γαλλ. biosécurité, 1990]
  • βιογένεση βι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. θεωρία κατά την οποία κάθε ζωντανός οργανισμός προκύπτει από έναν άλλο, γενετικά όμοιό του: ~ µιτοχονδρίων. ~ και βιοτεχνολογία. Βλ. α~, -γένεση. [< γερμ. Biogenese, πβ. γαλλ. biogénèse, αγγλ. biogenesis]
  • βιογενετική βι-ο-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β): ΒΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την αλλαγή του γενετικού υλικού σε έναν οργανισμό με σκοπό τη διαμόρφωση συγκεκριμένων ατομικών χαρακτηριστικών. Βλ. κλωνοποίηση. [< πβ. αγγλ. biogenetics, γερμ. Biogenetik]
  • βιογενετικός , ή, ό βι-ο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη βιογενετική: ~ός: νόμος. ● επίρρ.: βιογενετικά [< γερμ. biogenetisch, αγγλ. biogenetic, πβ. γαλλ. biogénétique]
  • βιογενής , ής, ές βι-ο-γε-νής επίθ.: ΒΙΟΛ. που έχει παραχθεί από ζωντανούς οργανισμούς ή με βιολογικές διαδικασίες: ~ές: στοιχείο.|| (ΓΕΩΛ.) ~ές: πέτρωμα. ~ή: ιζήματα.|| (ΟΙΚΟΛ.-ΧΗΜ.) ~ές: καύσιμο (= βιοκαύσιμο). ~ή: αέρια.|| (ΒΙΟΧ.) ~ής: αμίνη. Βλ. -γενής. [< αγγλ. biogenic, γαλλ. biogène]
  • βιογεωγραφία βι-ο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη γεωγραφική κατανομή φυτών και ζώων στη Γη και τους παράγοντες που την επηρεάζουν. Βλ. βιοκλιματολογία, ζωο-, φυτο-γεωγραφία. [< γαλλ. biogéographie, 1907, αγγλ. biogeography]
  • βιογεωγραφικός , ή, ό βι-ο-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη βιογεωγραφία: η μεσογειακή ~ή περιοχή. [< γαλλ. biogéographique, 1907, αγγλ. biogeographic]
  • βιογεωχημικός , ή, ό βι-ο-γε-ω-χη-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βιογεωχημικός κύκλος: ΓΕΩΧ. συνεχής, κυκλική μετακίνηση των χημικών στοιχείων και ενώσεων ανάμεσα στο ανόργανο περιβάλλον και τους ζωντανούς οργανισμούς ενός οικοσυστήματος: ο ~ ~ του αζώτου/άνθρακα. [< αγγλ. biogeochemical, 1929, γαλλ. biogéochimique]
  • βιογλωσσολογία βι-ο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.: κλάδος που µελετά τον βαθμό συσχέτισης των γλωσσικών λειτουργιών με τα κοινά σε όλους τους ανθρώπους βιολογικά χαρακτηριστικά. [< αγγλ. biolinguistics, 1971]
  • βιογράφηση βι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η διαδικασία και το αποτέλεσμα του βιογραφώ: μυθιστορηματική ~. Βλ. αυτο~, -γράφηση.
  • βιογραφία βι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): παρουσίαση της ζωής και του έργου συνήθ. μιας σημαντικής προσωπικότητας, κυρ. με τη μορφή μονογραφίας, τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής ή κινηματογραφικής ταινίας· συνεκδ. το ομώνυμο λογοτεχνικό είδος: σύντομη ~. ~ες Αγίων (πβ. βίοι)/καλλιτεχνών/συγγραφέων. Βλ. απομνημονεύματα, αυτο~, εργο~.|| (ΛΟΓΟΤ.) Αφηγηματική/μυθιστορηματική ~. Πβ. βιογράφηση. Βλ. -γραφία. [< μεσν. βιογραφία, γαλλ. biographie, αγγλ. biography]
  • βιογραφικός , ή, ό βι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βιογραφία: ~ή: εγκυκλοπαίδεια/ταινία. ~ό: λεξικό. ~ά: στοιχεία. Βλ. αυτο~, εργο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βιογραφικό (σημείωμα): σύντομο συνήθ. κείμενο, στο οποίο αναφέρονται τα ατομικά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης, τηλέφωνα) και τα προσόντα (σπουδές, διπλώματα ξένων γλωσσών, προϋπηρεσία) ενός προσώπου: αναλυτικό/επικαιροποιημένο/λεπτομερές/πλούσιο/συνοπτικό/φτωχό ~. Πβ. κουρίκουλουμ βίτε, σιβί. Βλ. υπόμνημα. [< γαλλ. biographique, αγγλ. biographic]
  • βιογράφος βι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας βιογραφίας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. biographe, αγγλ. biographer, γερμ. Biograph]
  • βιογραφώ [βιογραφῶ] βι-ο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {βιογραφ-εί ..., -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος}: περιγράφω τη ζωή και το έργο ενός σημαντικού συνήθ. προσώπου: Στο λεξικό αυτό ~ούνται χιλιάδες προσωπικότητες. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. biographier, αγγλ. biograph]

αποδόμηση

αποδόμηση[ἀποδόμηση] α-πο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΙΟΧ. αποικοδόμηση: αερόβια ~. ~ αποβλήτων/οργανικών ουσιών/(βιομηχανικών) υπολειμμάτων. Πβ. χουμοποίηση. Βλ. βιο~.|| ~ γλυκογόνου/λιπιδίων/πρωτεϊνών. ~ των οστών. ~ στους ιστούς. Βλ. σύνθεση. 2. (μτφ.) διάλυση, διάσπαση της δομής ενός συστήματος: κοινωνική ~. ~ και αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών (πβ. παράλυση). Πβ. αποσύνθεση. ΑΝΤ. αναδόμηση, δόμηση (2) 3. ΛΟΓΟΤ. θεωρία και πρακτική ανάγνωσης, σύμφωνα με την οποία σε ένα κείμενο λειτουργούν αντικρουόμενες δυνάμεις που υπονομεύουν την υποτιθέμενη οριστικότητα της δομής και του νοήματός του, με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται η αοριστία των πολλαπλών και ασύμβατων δυνατοτήτων νοηματοδότησής του. Βλ. μεταδομισμός. [< 2,3: γαλλ. déconstruction, περ. 1965]

απομνημονεύματα

απομνημονεύματα[ἀπομνημονεύματα] α-πο-μνη-μο-νεύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. απομνημόνευμα}: εξιστόρηση με ύφος προσωπικό και υποκειμενικό σημαντικών γεγονότων (συνήθ. πολιτικών ή και στρατιωτικών) που ο συγγραφέας έζησε από κοντά ως πρωταγωνιστής ή αυτόπτης μάρτυρας· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αφηγηματικό είδος: τα ~ του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Βλ. αυτοβιογραφία. [< αρχ. ἀπομνημονεύματα, γαλλ. mémoires]

βιοαποικοδόμηση

βιοαποικοδόμησηβι-ο-α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & βιοαποδόμηση: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. αποσύνθεση (οργανικής) ύλης από μικροοργανισμούς: ~ αποβλήτων/πετρελαιοειδών. Βλ. αποδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση. ΣΥΝ. βιοδιάσπαση [< αγγλ. biodegradation, 1961, γαλλ. biodégradation, 1966]

βιοκλιματολογία

βιοκλιματολογίαβι-ο-κλι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις επιδράσεις του κλίματος στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. βιογεωγραφία. [< γαλλ. bioclimatologie, 1960, αγγλ. bioclimatology, 1922]

-γενής

-γενής, ής, ές {-γενούς (προφ.) -γενή | -γενείς (ουδ. -γενή)}: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν προέλευση, σύσταση ή σειρά σε κλίμακα: αλλο~/ανομοιο~/γη~/δι~/εγ~/ελληνο~/ενδο~/εξω~/ερωτο~/ετερο~/ευ~/θνησι~/ιθα~/ιο~/καρκινο~/λατινο~/μονο~/ομο~/ομοιο~/παθο~/ρηξι~/σεισμο~/συγ~/τρι~/ψυχο~. Bλ. -γόνος.|| Πρωτο~/δευτερο~/τριτο~.

-γραφία

-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.

-γραφώ

-γραφώεπίθημα ρημάτων με τη σημασία 1. γράφω, συντάσσω: δακτυλο~/πλαστο~/τηλε~. Aρθρο~/βιο~/λεξικο~/λημματο~/λιβελο~/συνταγο~/χαρτο~.|| (σπανιότ. καταχωρώ:) Καταλογο~/πολιτο~. 2. εγγράφω, αποτυπώνω: βιντεο~/ηχο~/φιλμο~/φωτο~.|| Ακτινο~. 3. σχεδιάζω, ζωγραφίζω, φιλοτεχνώ: αγιο~/εικονο~/σκηνο~/τοιχο~.|| Χορο~. 4. (μτφ.) προσδιορίζω, περιγράφω τα βασικά χαρακτηριστικά: σκια~/ψυχο~.

εδαφοβελτιωτικός

εδαφοβελτιωτικός, ή, ό [ἐδαφοβελτιωτικός] ε-δα-φο-βελ-τι-ω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη βελτίωση της απόδοσης του εδάφους για λόγους γεωργικούς: ~ά: υλικά. Βλ. εγγειοβελτιωτικός.|| (ως ουσ.) Οργανικά ~ά. Παραγωγή ~ών. Πβ. κομπόστ. [< αγγλ. soil amendment, 1915]

κλωνοποίηση

κλωνοποίησηκλω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλωνισμός (ο): ΒΙΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής οργανισμών ή κυττάρων με το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό, όπως το αρχικό: αναπαραγωγική/θεραπευτική ~. ~ γονιδίων/εμβρύων/ζώων/φυτών. Ανθρώπινη ~ και ηθικά ζητήματα. Πειράματα ~ης. Φορείς ~ης (π.χ. πλασμίδια). Βλ. -ποίηση, ανασυνδυασμένο DNA, βιοηθ-, ευγον-, κρυον-ική. [< αγγλ. cloning, 1974, γαλλ. clonage, περ. 1970]

υπόμνημα

υπόμνημα[ὑπόμνημα] υ-πό-μνη-μα ουσ. (ουδ.) {υπομνήμ-ατα} 1. κείμενο ή γραπτή αναφορά που περιέχει στοιχεία, απόψεις, προτάσεις σχετικά με ένα θέμα και κατατίθεται σε επίσημο πρόσωπο ή Αρχή: απολογητικό/ενημερωτικό ~. ~ διαμαρτυρίας. Επιστολή-~. Ο περιφερειάρχης επέδωσε/κατέθεσε/παρέδωσε/υπέβαλε ~ προς την κυβέρνηση/στον (πρωθ)υπουργό. Με το παρόν ~ επισημαίνουμε ότι ... Πβ. μνημόνιο.|| Βιογραφικό (βλ. βιογραφικό σημείωμα)/εργοβιογραφικό ~. Αναλυτικό ~ (επιστημονικών) εργασιών.|| (ΝΟΜ., στο διεθνές δίκαιο:) ~ στον ΟΗΕ. Πβ. μεμοράντουμ. 2. ΦΙΛΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} ερμηνευτικά σχόλια σε επιστημονική έκδοση κειμένου, συνήθ. αρχαίου συγγραφέα: ~ατα στον Όμηρο. 3. (γενικότ.) σύνολο πληροφοριών με διευκρινιστικό χαρακτήρα: ~ χάρτη. ● ΣΥΜΠΛ.: κριτικό υπόμνημα: ΦΙΛΟΛ. συμπληρωματικές πληροφορίες σε έκδοση, συνήθ. παλαιότερου κειμένου, για τη χειρόγραφη παράδοσή του καθώς και για φιλολογικές επεμβάσεις ή διορθώσεις. [< λατ. apparatus criticus] [< αρχ. ὑπόμνημα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.