| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 58808 | | | |
| 58809 | | | |
| 25822 | Αγκάθα | , ής, ές κο-ρα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με κοράκι: (ως ουσ.) τα ~ή (: οικογένεια πτηνών που περιλαμβάνει την καλιακούδα, την καρακάξα, την κουρούνα, την κίσσα κ.ά.). Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: κορακοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ. προεξοχή του οστού της ωμοπλάτης. Βλ. ακρώμιο. [< γαλλ. apophyse coracoïde, αγγλ. coracoid process] [< αρχ. κορακοειδής] | |
| 435 | -αγορά | : β' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην αγορά: κεφαλαι~/κτηματ~/χρηματ~.|| (για τόπο διάθεσης προϊόντων:) Kρεατ~/λαχαν~/ψαρ~. | |
| 631 | -αγωγός | β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει 1. αγωγό για τη μεταφορά συνήθ. υγρού ή αερίου: αερ(ι)~/καπν~ (βλ. -δόχος)/πετρελαι~/υδρ~/φωτ~. 2. αυτόν που καθοδηγεί και επιβλέπει: (ο/η) νηπι~/παιδ~/ψυχ~. | |
| 647 | -άδα | επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. (αφηρ.) κατάσταση ή ιδιότητα: βραχν~/γρηγορ~/ζωηρ~/κρυ~/νοστιμ~/σβελτ~.|| Κιτριν~/κοκκιν~/πρασιν~. 2. (περιληπτ.) συγκεκριμένο αριθμό, σύνολο: μον~/πεντ~/εξ~/επτ~/δεκ~/εικοσ~/εκατοντ~/χιλι~. Πβ. -αριά.|| Εβδομ~. Ομ~. 3. χυμό, κυρ. φρούτων, ή φαγητό: βυσσιν~/λεμον~/μανταριν~/πορτοκαλ~/σουμ~. Μακαρον~/ρεβιθ~/φασολ~. 4. το μέσο, τον τρόπο ή την περίσταση: βαρκ~/ποδηλατ~/στρωματσ~.|| Λιακ~/ρομαντζ~/φεγγαρ~. 5. επέκταση ή διαφοροποίηση σημασίας, συνήθ. σε διαφορετικό υφολογικό επίπεδο: ζαλ~/πουλ~/σχισμ~. | |
| 745 | -άδης & -ιάδης | : κατάληξη επωνύμων: Βασιλει-άδης. Γρηγορ-ιάδης. Βλ. ίδης, -ογλου. | |
| 748 | -άδι | : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται κυρ. από επίθετα, ουσιαστικά και ρήματα: ασπρ~/γλυκ~/κοκκιν~/μαυρ~. Κροκ~/πετρ~/σκοτ~. Aπολειφ~. Bλ. -άρι. | |
| 749 | -αδιά | : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών: παπ~. | |
| 831 | -άδικο | (προφ.): επίθημα για την παραγωγή ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει κατάστημα ή γενικότ. τόπο: βενζιν~/δισκ~/κλειδαρ~/μπουγατσ~/ξενυχτ~/ποτ~/ρακ~/ραφτ~/ρολογ~/τσαγκαρ~/τσιπουρ~/τυροπιτ~/φαγ~/φαστφουντ~. Πβ. -ικο1.|| (μειωτ.) Tρελ~.|| (σπανιότ.) Γκαζ~ (= πετρελαιοφόρο). | |
| 838 | -άδικος | , η, ο (προφ.): επίθημα για δήλωση ιδιότητας: φωνακλ~/ψαρ~. | |
| 859 | -αδόρος | {σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος). 2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~. 3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~. 4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~. | |
| 1124 | -άζ | : κατάληξη ουσιαστικών, δάνειων από τη γαλλική: αβαντ~/γκαρ~/κολ~/μασ~/μοντ~. | |
| 1141 | -άζω | βλ. -ιάζω | |
| 1323 | -αίικα | (λαϊκό): επίθημα για τον σχηματισμό τοπωνυμίων ουδετέρου γένους: Βραχν~/Τσουκαλ~. | |
| 1324 | -αίικο | (λαϊκό-συχνά ειρων.): παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν οικογένεια, σόι: Κολοκοτρων~. Μαζεύτηκε όλο το Παναγιωτοπουλ~. | |
| 1325 | -αίικος | : παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν προέλευση από έναν τόπο: κερκυρ~/σμυρν~. | |
| 1356 | -αιμία | : επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένειες του αίματος: αν~/βακτηρ~/γλυκ~/λευχ~/σηψ~.|| Καθαρο~. | |
| 1401 | -αινα | επίθημα 1. θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά και δηλώνουν ζώο: δράκ~ (δράκος)/λύκ~ (λύκος). Βλ. ινα1. 2. (διαλεκτ.-λαϊκό) ανδρωνυμικών: Γιώργ~/Κώστ~. Βλ. -ού. | |
| 1409 | -αίνω | : ρηματική κατάληξη: (παράγ. από επίθ.) ακριβ~/ζεστ~/παχ~.|| Αρρωστ~/βαρ~/τυχ~.|| Αβγατ~. | |