| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 998 | αεροελαστικότητα | [ἀεροελαστικότητα] α-ε-ρο-ε-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της μηχανικής που μελετά τα αποτελέσματα της άσκησης αεροδυναμικών δυνάμεων σε ελαστικά σώματα και η ιδιότητα των τελευταίων να αλλάζουν σχήμα: ~ αεροσκάφους/ατράκτου/πτερυγίων. [< αγγλ. aeroelasticity, 1935] | |
| 999 | αεροελεγκτής | [ἀεροελεγκτής] α-ε-ρο-ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας. | |
| 1000 | αεροζόλ | [ἀεροζόλ] α-ε-ρο-ζόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ. αιώρημα, συνήθ. υγρών ή στερεών σωματιδίων, μέσα σε αέριο και η σχετική συσκευή: ~ χωρίς προωθητικό αέριο. Εισπνεόμενα αντιβιοτικά υπό μορφή ~. Βλ. εκνέφωση, νεφελοποιητής.|| Περιέκτες ~. ~ για τα κουνούπια (: εντομοκτόνο). ΣΥΝ. αερόλυμα [< αγγλ. aerosol, 1923, γαλλ. aérosol, 1928] | |
| 1001 | αεροθάλαμος | [ἀεροθάλαμος] α-ε-ρο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης αέρα: ~ τροχού/φουσκωτού σκάφους. Ελαστικό με/χωρίς ~ο. Πβ. αεροφυλάκιο, σαμπρέλα.|| Ο ~ της περιχειρίδας (βλ. πιεσόμετρο). 2. ο γεμάτος αέρα χώρος στο ένα άκρο του αβγού ανάμεσα στη μεμβράνη που περιβάλλει το λεύκωμα και το κέλυφός του. [< γαλλ. chambre à air] | |
| 1002 | αεροθεραπεία | [ἀεροθεραπεία] α-ε-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή που αξιοποιεί την ευεργετική επίδραση του καθαρού αέρα στην αντιμετώπιση παθήσεων του αναπνευστικού συστήματος: ~ καρκινοπαθών/φυματικών. Επίδομα ~ας. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. aérothérapie, αγγλ. aerotherapy] | |
| 1003 | αεροθεραπευτικός | , ή, ό [ἀεροθεραπευτικός] α-ε-ρο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αεροθεραπεία: ~ή: νοσηλεία. | |
| 1004 | αεροθερμικός | , ή, ό βλ. αερόθερμος | |
| 1005 | αερόθερμο | [ἀερόθερμο] α-ε-ρό-θερ-μο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή θέρμανσης που μετατρέπει τον απορροφώμενο ψυχρό αέρα σε θερμό: ηλεκτρικό/οικιακό/περιστρεφόμενο/φορητό ~. ~ δαπέδου/τοίχου. ~α βιομηχανικών εφαρμογών. Βλ. καλοριφέρ, σόμπα. [< γαλλ. aérotherme] | |
| 1006 | αερόθερμος | , η, ο [ἀερόθερμος] α-ε-ρό-θερ-μος επίθ.: που θερμαίνεται με αέρα: ~ος: φούρνος. ~η: σόμπα. ΑΝΤ. αερόψυκτος [< γαλλ. aérotherme] | |
| 1007 | αεροκινητήρας | [ἀεροκινητήρας] α-ε-ρο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας που λειτουργεί με συμπιεσμένο αέρα: ~ες αεροσκαφών. [< αγγλ. air motor] | |
| 1008 | αεροκίνητος | , η, ο [ἀεροκίνητος] α-ε-ρο-κί-νη-τος επίθ. (επίσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. που γίνεται ή μεταφέρεται με εναέρια μέσα: ~η: επιχείρηση. Βλ. αεραποβατικός.|| ~η: μονάδα. Εκπαίδευση ~ης δύναμης (: αεράγημα). Βλ. μηχανοκίνητος. 2. που κινείται με αέρα: ~η: αντλία/μηχανή. ~α: εργαλεία. Υδραυλικά και ~α συστήματα φρένων.|| ~ο: αυτοκίνητο (: που καταναλώνει π.χ. βιοντίζελ, υδρογόνο). Βλ. -κίνητος. [< αγγλ. airmobile, 1965] | |
| 1009 | αερόκλειδο | [ἀερόκλειδο] α-ε-ρό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. εργαλείο σύσφιξης που χρησιμοποιεί αέρα υπό πίεση για ταχύ και ισχυρό σφίξιμο ή λύσιμο (βιδών, παξιμαδιών): αναστρεφόμενο/κρουστικό ~. | |
| 1010 | αεροκουρτίνα | [ἀεροκουρτίνα] α-ε-ρο-κουρ-τί-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος κλιματιστικού που τοποθετείται κυρ. σε επαγγελματικούς χώρους και καταστήματα με μεγάλες ανοιχτές εισόδους για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας: τηλεχειριζόμενη ~. Απλές και θερμαινόμενες ~ες. [< αγγλ. air curtain] | |
| 1011 | αερολέσχη | [ἀερολέσχη] α-ε-ρο-λέ-σχη ουσ. (θηλ.): μη κερδοσκοπικό σωματείο, τα μέλη του οποίου ασχολούνται ερασιτεχνικά με αεραθλητικές δραστηριότητες. [< γαλλ. aéro-club, 1898] | |
| 1012 | αερόλιθος | [ἀερόλιθος] α-ε-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.): πετρώδες συνήθ. σώμα που πέφτει από το Διάστημα στη Γη: Οι ~οι περιέχουν κυρ. πυριτικά άλατα.|| (μτφ.) Πολιτικοί ~οι (: που εμφανίζονται ξαφνικά ως ευνοούμενοι ισχυρών κομματικών παραγόντων, βλ. αλεξιπτωτιστής). ΣΥΝ. μετεωρίτης, μετεωρόλιθος [< γαλλ. aérolithe, αγγλ. aerolite] | |
| 1013 | αερολιμενάρχης | [ἀερολιμενάρχης] α-ε-ρο-λι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που προΐσταται των υπηρεσιών αερολιμένα. | |
| 1014 | αερολιμένας | [ἀερολιμένας] α-ε-ρο-λι-μέ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αεροδρόμιο: διεθνής/κρατικός ~. Βλ. ΔΑΑ. [< αγγλ. airport, 1919, γαλλ. aéroport, 1922] | |
| 1015 | αερολιμενικός | , ή, ό [ἀερολιμενικός] α-ε-ρο-λι-με-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αερολιμένα: ~ές: Αρχές/εγκαταστάσεις. ~ά: τέλη. ● Ουσ.: αερολιμενικός (ο/η): πρόσωπο που εργάζεται σε αερολιμένα: ~ Υπηρεσίας. [< γαλλ. aéroportuaire, περ. 1970] | |
| 1016 | αερόλογα | [ἀερόλογα] α-ε-ρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): αερολογίες. ΣΥΝ. λόγια του αέρα | |
| 1017 | αερολογία | [ἀερολογία] α-ε-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που μελετά τη σύσταση και τις ιδιότητες των κατώτερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας. Βλ. αερονομία, -λογία. [< γαλλ. aérologie, αγγλ. aerology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ