| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19108 | ευχάριστος | , η, ο [εὐχάριστος] ευ-χά-ρι-στος επίθ.: που προκαλεί ευχαρίστηση: ~ος: περίπατος. ~η: αίσθηση (δροσιάς)/απασχόληση/ατμόσφαιρα/βραδιά/γεύση/διαδρομή/είδηση/έκπληξη/εμπειρία/παρέα. ~ο: γεγονός/διάλειμμα/περιβάλλον/ταξίδι. ~ες: αναμνήσεις/στιγμές. ~α: λόγια. Αυτοκίνητο ~ο στην οδήγηση. Είναι ~ο ότι αναγνώρισε το σφάλμα του. Δεν μου είναι ~ο (= δεν μου αρέσει) να μιλώ για μένα. Η συνάντηση έγινε σε ~ο κλίμα. Πβ. αρεστός, ευάρεστος, τερπνός.|| (για πρόσ.) ~ος: συνομιλητής. ~η: παρουσία. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: ευχάριστο (το): Το ~ (= καλό) είναι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα.|| Έμαθα/μου είπαν τα ~α (ενν. νέα). ● επίρρ.: ευχάριστα: Βιβλίο που διαβάζεται ~. Με εξέπληξες/ξάφνιασες ~. Βλ. ευχαρίστως. ● ΣΥΜΠΛ.: ευχάριστος πονοκέφαλος βλ. πονοκέφαλος ● ΦΡ.: είμαι/βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να ... (επίσ., όταν κοινοποιείται κάτι σε τρίτους): έχω τη χαρά να: ~ ~ σας ανακοινώσω ότι ... [< αρχ. εὐχάριστος, γαλλ. agréable] | |
| 19109 | ευχαριστώ | [εὐχαριστῶ] ευ-χα-ρι-στώ ρ. (μτβ.) {ευχαριστ-είς ... | ευχαρίστ-ησα, -ώντας} & (προφ.) φχαριστώ {(λαϊκό) -άς} 1. εκφράζω ευχαριστίες σε κάποιον: Σ' ~ εκ των προτέρων/μέσα απ' την καρδιά μου/πολύ για τη βοήθειά σου/την ηθική συμπαράσταση! ~ που με στηρίζεις! Σας ~ για τα καλά σας λόγια/τη φιλοξενία! Θα ήθελα να σας ~ήσω θερμά! Μη μ' ~είς εσύ, εγώ πρέπει να σ' ~ήσω!|| Να ~είς (= δοξάζεις, ευγνωμονείς) τον Θεό/την τύχη που είσαι ζωντανός! Βλ. κατ~, υπερ~. 2. ως ευγενική απάντηση, αρνητική ή μη: -Ορίστε! -~ (πολύ)!|| -Θέλετε; -Όχι, ~ (, δεν θα πάρω).|| -Τι κάνετε; -Καλά, ~. Βλ. παρακαλώ. ● ευχαριστεί (+ προσωπ. αντων.): ικανοποιεί: Η δουλειά μου με ~ και με γεμίζει. Την ~ να γνωρίζει ανθρώπους. Κάνε πράγματα που σε ~ούν. Όλα όσα έγραψες με ~ησαν (: χαροποίησαν) πολύ. Πβ. ευαρεστώ, ευφραίνω, τέρπω. ● Ουσ.: ευχαριστώ (το): έκφραση ή λόγια ευχαριστίας: Νιώθω την ανάγκη να πω/χρωστάω ένα (μεγάλο/τεράστιο) ~ σε όλους. Δεν μας είπαν ούτε (ένα) ~. Χίλια ~ για όσα έχετε κάνει!|| (ειρων.-ως έκφρ. πικρίας) Αυτό ήταν το ~ για όσα σου έχω προσφέρει. [< γαλλ. merci] [< 1: μτγν. εὐχαριστῶ, γαλλ. remercier, faire plaisir] | |
| 19110 | ευχαρίστως | [εὐχαρίστως] ευ-χα-ρί-στως επίρρ. (λόγ.): με (μεγάλη) ευχαρίστηση: Θα συνεργαζόμουν ~ (= πρόθυμα) μαζί τους. ~ (= με πολλή χαρά) να σε βοηθήσω/φιλοξενήσω! Η πρόταση έγινε ~ δεκτή.|| (ως απάντηση) -Θα ήθελα μια χάρη! -Αν μπορώ, (πολύ) ~. Βλ. ευχάριστα. [< αρχ. εὐχαρίστως, γαλλ. avec plaisir] | |
| 19111 | ευχέλαιο | [εὐχέλαιο] ευ-χέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -αίου} (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά το οποίο ο ιερέας αλείφει το κεφάλι και τα χέρια των πιστών με αγιασμένο λάδι και προσεύχεται για τη θεραπεία ψυχικών και σωματικών ασθενειών: Μέγα ~ (: τη Μεγάλη Τετάρτη). (επίσ.) Ακολουθία Ιερού ~αίου. Βλ. -έλαιο.|| (ειρων.-προφ., σε περιπτώσεις μεγάλης ατυχίας) Κάνε και κανένα ~ μπας και δεις άσπρη μέρα! [< μεσν. ευχέλαιον] | |
| 19088 | ευχερεια | [εὐφράδεια] ευ-φρά-δει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ευχέρεια λόγου, εκφραστική άνεση: ρητορική ~. ~ και ετοιμολογία/πειστικότητα. Μιλάει με ~. Πβ. λέγειν. Βλ. καλλιέπεια. ΣΥΝ. ευγλωττία [< μτγν. εὐφράδεια ‘ορθή χρήση της γλώσσας’] | |
| 27798 | ευχέρεια | λέ-γειν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λόγ.): ευγλωττία, ευφράδεια, ευχέρεια λόγου: Έχει ~ (: είναι πολύ καλός ομιλητής). Είναι καλός/υστερεί στο ~. ● ΦΡ.: τρόπος του λέγειν βλ. τρόπος [< αρχ. λέγειν, απαρέμφατο ενεστ. του ρ. λέγω] | |
| 19112 | ευχέρεια | [εὐχέρεια] ευ-χέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. άνεση 1. ικανότητα κάποιου να κάνει ή να πετυχαίνει κάτι χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια: αναγνωστική ~. ~ στην εκμάθηση ξένων γλωσσών/στη λύση μαθηματικών προβλημάτων/στο σχέδιο. ~ επικοινωνίας/λόγου (= ευγλωττία, ευφράδεια). Χρησιμοποιεί με ~ τον υπολογιστή. Πβ. δεξι-, επιτηδει-ότητα, ευκολία. ΑΝΤ. δυσχέρεια 2. αφθονία, διαθεσιμότητα: οικονομική ~. ~ χρημάτων/χρόνου. ΑΝΤ. στενότητα (2) 3. δυνατότητα: ~ επιλογών/κινήσεων. Έχετε την ~ να καταβάλετε τμηματικά την αμοιβή. Πβ. ευκαιρία, περιθώριο. ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτική ευχέρεια & διακριτική εξουσία: ΝΟΜ. δυνατότητα που παρέχεται από τον νόμο σε κάποιον να ενεργεί με βάση την κρίση του μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας: Εναπόκειται στη ~ ~ της Διοίκησης η ικανοποίηση του αιτήματος. Ο δικαστής έχει τη ~ ~ να μετατρέψει την ποινή σε εξαγοράσιμη.|| (γενικότ.) Βρίσκεται/είναι/επαφίεται στη ~ ~ κάποιου (= είναι στο χέρι του, εξαρτάται από αυτόν). [< γαλλ. pouvoir discrétionnaire] [< αρχ. εὐχέρεια] | |
| 19113 | ευχερής | , ής, ές [εὐχερής] ευ-χε-ρής επίθ. {ευχερ-ούς | -είς (ουδ.-ή)· ευχερέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εύκολος: ~ής: πρόσβαση. Εγχείρημα κάθε άλλο παρά απλό και ~ές. ΑΝΤ. δυσχερής ● επίρρ.: ευχερώς (λόγ.) [-ῶς]: Μιλάει ~ τρεις ξένες γλώσσες (= με ευχέρεια, άπταιστα). [< αρχ. εὐχερής] | |
| 19114 | ευχετήριος | , α, ο [εὐχετήριος] ευ-χε-τή-ρι-ος επίθ. & ευχητήριος: που εκφράζει ευχές: ~α: επιστολή/κάρτα. ~ο: μήνυμα. Βλ. ευχαριστήριος, -τήριος. | |
| 19115 | ευχέτης | [εὐχέτης] ευ-χέ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που (προσ)εύχεται για κάποιον· συνήθ. στη ● ΦΡ.: διάπυρος προς Θεόν/προς Κύριον ευχέτης & διάπυρος εν Χριστώ ευχέτης: στερεότυπη έκφραση που χρησιμοποιείται στο κλείσιμο των επιστολών ανώτερων κληρικών. [< μεσν. ευχέτης] | |
| 19116 | ευχετικός | , ή, ό [εὐχετικός] ευ-χε-τι-κός επίθ.: που δηλώνει ευχή: (κυρ. ΓΡΑΜΜ., στα αρχ. ελλην.) ~ή: ευκτική. (στα λατ.) ~ή: υποτακτική.|| ~ά: τραγούδια (βλ. κάλαντα). | |
| 19117 | ευχή | [εὐχή] ευ-χή ουσ. (θηλ.) 1. & (λαϊκό-λογοτ.) ευκή: προφορική ή γραπτή έκφραση της έντονης επιθυμίας και ελπίδας κάποιου να γίνει κάτι, συνήθ. καλό: η ~ της μάνας. Αυθόρμητες/εγκάρδιες/ειλικρινείς/ιδιαίτερες/προσωπικές/χιλιάδες ~ές. Γαμήλιες (: βίον ανθόσπαρτον, καλούς απογόνους, να ζήσετε!)/χριστουγεννιάτικες (: καλά Χριστούγεννα!) ~ές. ~ές για υγεία και μακροημέρευση. Κάρτα με ~ές (= ευχετήρια). ~ μας είναι να πάνε όλα καλά (βλ. αμήν, ας, είθε, μακάρι)! Κάνε μια ~ πριν σβήσεις τα κεράκια! Έπιασαν οι ~ές μου (= πραγματοποιήθηκαν). Οι ~ές όλων μας σε συνοδεύουν στο καινούργιο σου ξεκίνημα. (Σας στέλνω) πολλές ~ές για καλή χρονιά! Με τις θερμότερες/καλύτερες ~ές μου! Μεταφέρω τις ~ές κάποιου. Κόψαμε τη βασιλόπιτα κι ανταλλάξαμε ~ές. Πβ. πρόποση. Βλ. απ~, και/κι εις ανώτερα, να τα εκατοστίσεις, περαστικά, σιδερένιος, σιδεροκέφαλος, χρόνια πολλά.|| (από πατέρα ή κληρικό/μοναχό) Του έδωσε την ~ του. Ζήτησε/πήρε την ~ του. Πβ. ευλογία.|| (συνήθ. από γονιό σε μελλόνυμφους) Με την ~ μου, παιδιά μου! (στον πληθ., ως προτροπή ή ειρων.) Να φύγεις, με τις ~ές μου! Πβ. συγκατάθεση, συναίνεση. 2. ΕΚΚΛΗΣ. παράκληση, προσευχή προς τον Θεό για συγκεκριμένο σκοπό: μισή ~ (: δίνεται από ιερέα σε λεχώνα και βρέφος είκοσι μέρες μετά τον τοκετό). Ο παπάς διάβασε μια ~. Βλ. σαραντισμός. ΣΥΝ. δέηση (1) ● Υποκ.: ευχούλα (η) ● ΦΡ.: (που) να πάρει η ευχή! (ευφημ.): για έκφραση δυσαρέσκειας, δυσφορίας: ~ ~! Πάλι λάθος έκανα! Το ξέχασα, ~ ~!, άι στην ευχή (ευφημ.): ως έκφραση αγανάκτησης, εκνευρισμού: ~ ~, βαρέθηκα/συγχύστηκα!, ευχής έργο & (λόγ.) ευχής έργον: ευτύχημα: Θα ήταν ~ ~ να γίνει αυτό/αν ακολουθούσαν το παράδειγμά μας. Πβ. μακάρι., κατ' ευχήν (λόγ.): ευνοϊκά: Τα πράγματα βαίνουν/πηγαίνουν ~ ~., ποιος/πού/τι στην ευχή;: για δήλωση απορίας ή αγανάκτησης: Ποιος ~ χτυπάει την πόρτα;|| Πού ~ έχουν πάει όλοι;|| Τι ~ είν' αυτό/κάνεις εδώ;, στην ευχή του Θεού (και της Παναγίας): στο καλό· ευφημ. ως έκφραση δυσφορίας, θυμού: (Να πας) ~ ~, παιδί μου! Πβ. ύπαγε εν ειρήνη. || Α/άι/άντε ~ ~!, την ευχή μου να 'χεις/να έχεις την ευχή μου (συνήθ. από ηλικιωμένο σε νέο): να είσαι καλά, να σου πάνε όλα καλά: ~ ~, κόρη/παλικάρι μου!, το δι' ευχών 1. ΕΚΚΛΗΣ. η καταληκτική ευχή μιας ακολουθίας. 2. (μτφ.-προφ.) την τελευταία στιγμή, στο τέλος: Έφτασαν στο ~ (: στο παρά πέντε, στο τσακ)., ευχή και κατάρα βλ. κατάρα [< αρχ. εὐχή] | |
| 19118 | ευχηθεί | βλ. εύχομαι | |
| 19119 | ευχήθηκα | βλ. εύχομαι | |
| 19120 | ευχολογικός | , ή, ό [εὐχολογικός] ευ-χο-λο-γι-κός επίθ. (μτφ.): που αναφέρεται σε ευχολόγιο: ~ές: δηλώσεις. | |
| 19121 | ευχολόγιο | [εὐχολόγιο] ευ-χο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) λόγια που αποτελούν ευχές, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχες πράξεις ή να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα: αοριστίες, ~α και νεφελώδεις υποσχέσεις. Εξαγγελίες που ακούγονται σαν απλό/γενικόλογο ~ παρά σαν κάτι εφικτό και εφαρμόσιμο. Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ~α. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Ε) λειτουργικό βιβλίο με όλες τις ακολουθίες και τις σχετικές ευχές: Μέγα ~. Μικρό ~ (= αγιασματάριο). Βλ. -λόγιο. 3. (σε γάμο ή βάπτιση) βιβλίο στο οποίο οι καλεσμένοι γράφουν τις ευχές τους. [< 1: μεσν. ευχολόγιον] | |
| 19122 | εύχομαι | [εὔχομαι] εύ-χο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ευχόμαστε (λόγ.) ευχόμεθα, ευχ-ήθηκα, -ηθεί, -όμενος} 1. εκφράζω μια ευχή: Σου ~ καλές γιορτές/διακοπές. Του ~ήθηκαν καλή ανάρρωση/δύναμη/επιτυχία/πρόοδο/σταδιοδρομία/συνέχεια/τύχη/χρονιά. Του ~ήθηκα για τα γενέθλιά του/τη γιορτή του. ~ (από τα βάθη της ψυχής μου/μέσα από την καρδιά μου/ολόψυχα) να πάνε όλα καλά/ό,τι καλύτερο/τα βέλτιστα/τα καλύτερα! Σου ~ όλα τα καλά (του κόσμου)! Θα ήθελα να ~ηθώ με τη σειρά μου ...|| ~ (= ευελπιστώ) ότι θα τα βρούμε. Ας ~ηθούμε (= ελπίσουμε) η φετινή χρονιά να είναι καλύτερη από την περσινή! (Εμφατ. Ελπίζο και ~ να …). Βλ. αντ~, απ~. 2. προσεύχομαι: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~εσθε υπέρ αλλήλων/ημών. ΣΥΝ. δέομαι.|| ~όμουν (= παρακαλούσα) ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί! [< αρχ. εὔχομαι] | |
| 19123 | ευχρηστία | [εὐχρηστία] ευ-χρη-στί-α ουσ. (θηλ.): ευκολία στη χρήση: ~ μιας συσκευής. Έκδοση ολιγοσέλιδη για λόγους ~ας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ιστοχώρου/λογισμικού. ~ στην πλοήγηση. Πβ. χρηστικότητα. Βλ. εργονομία. ΑΝΤ. δυσχρηστία [< αρχ. εὐχρηστία, αγγλ. usability] | |
| 19124 | εύχρηστος | , η, ο [εὔχρηστος] εύ-χρη-στος επίθ. ΑΝΤ. δύσχρηστος 1. που μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί: ~ο: εργαλείο/λεξικό/μηχάνημα/πρόγραμμα. Πβ. πρακτ-, φιλ-, χρηστ-ικός. 2. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται συχνά: ~οι: τύποι. Βασικές/συνήθεις και ~ες λέξεις (της καθομιλουμένης). [< 1: αρχ. εὔχρηστος] | |
| 19125 | εύχυμος | , η, ο [εὔχυμος] εύ-χυ-μος επίθ. (λόγ.) 1. ζουμερός, χυμώδης. 2. (μτφ.) μεστός: ~ος: λόγος. [< 1: αρχ. εὔχυμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ