| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19126 | ευψυχία | [εὐψυχία] ευ-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γενναιότητα. Πβ. γενναιοψυχία. [< αρχ. εὐψυχία] | |
| 19127 | εύψυχος | , η, ο [εὔψυχος] εύ-ψυ-χος επίθ. (λόγ.): γενναίος. Βλ. -ψυχος. ● ΦΡ.: ελεύθερον το εύψυχον (αρχαία ρήση σε έμβλημα του ΓΕΣ): η ευψυχία είναι γνώρισμα ανθρώπων με ελεύθερο φρόνημα. [< αρχ. εὔψυχος] | |
| 19129 | ευώδης | , ης, ες [εὐώδης] ευ-ώ-δης επίθ. {ευώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): ευωδιαστός, εύοσμος: ~ες: άνθος/θυμίαμα. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. δυσώδης [< αρχ. εὐώδης] | |
| 19130 | ευωδιά | [εὐωδιά] ευ-ω-διά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ευωδία (λογοτ.) : πολύ ευχάριστη μυρωδιά· άρωμα: γλυκιά/μεθυστική ~. ~ λεβάντας/πεύκου. Η ~ του γιασεμιού. ~ από βασιλικό. Οι ~ές της φύσης. Τα λουλούδια σκορπίζουν την ~ τους. || (ΕΚΚΛΗΣ.) Πνευματική ευωδία. Πβ. ευοσμία. ΣΥΝ. μοσχοβολιά ΑΝΤ. δυσωδία [< αρχ. εὐωδία] | |
| 19131 | ευωδιάζω | [εὐωδιάζω] ευ-ω-δι-ά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ευωδία-σε} (λογοτ.): μυρίζω πολύ ωραία, αναδίδω άρωμα: Το αγιόκλημα/θυμίαμα ~ει. ~σε ο τόπος από άνθη.|| Το σπίτι ~ει ψημένο ψωμί. ΣΥΝ. μοσχοβολώ, μοσχομυρίζω ΑΝΤ. βρομώ [< μτγν. εὐωδιάζω] | |
| 19132 | ευωδιαστός | , ή, ό [εὐωδιαστός] ευ-ω-δια-στός επίθ. (λογοτ.): που ευωδιάζει: ~ός: αέρας/κήπος. ~ό: μέλι/τσάι. ~ά: βότανα/λουλούδια. Πβ. αρωματικός, εύοσμος, μοσχο-βολιστός, -μυριστός, μυροβόλος, μυρωδάτος. ΣΥΝ. ευώδης | |
| 19133 | ευώνυμο | [εὐώνυμο] ευ-ώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) & ευώνυμος (ο): ΒΟΤ. γένος θάμνων και μικρών δέντρων (γένος Euonymous, ιδ. E. europaeus), αειθαλών και φυλλοβόλων, των οποίων πολλά είδη χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά. [< μτγν. εὐώνυμον (δένδρον), αγγλ. euonymus] | |
| 19134 | ευώνυμος | , η, ο [εὐώνυμος] ευ-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.-ευφημ.): αριστερός. Βλ. -ώνυμος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: εξ ευωνύμων (αρχαιοπρ.): εξ αριστερών. [< αρχ. εὐώνυμος ‘ονομαστός, αριστερός’, αγγλ. euonym(ous)] | |
| 19135 | ευωχία | [εὐωχία] ευ-ω-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλούσιο γεύμα, γλέντι. Πβ. τσιμπούσι, φαγοπότι. Βλ. συμπόσιο.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~ (= ευφορία, πανδαισία). Καταναλωτική ~ (= ευημερία). [< αρχ. εὐωχία] | |
| 19137 | Εφ Μπι Άι | ουσ. (ουδ.) & Εφ-Μπι-Άι: μυστική υπηρεσία της πολιτικής αστυνομίας των ΗΠΑ που υπάγεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης, με σκοπό τον συντονισμό της δράσης των οργάνων της, τη διερεύνηση διάφορων υποθέσεων και την καταπολέμηση του εγκλήματος. [< αμερικ. ακρ. Federal Bureau of Investigation (FBI), 1908] | |
| 19136 | εφ- | βλ. επι- | |
| 19169 | εφ-εμ & εφέμ | [ἐφ-εμ] εφ-εμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & FM: ραδιοφωνικές συχνότητες: Ο σταθμός εκπέμπει στα ~. Η εκπομπή μεταδίδεται από τα ~. Πβ. ερτζιανά. [< αγγλ. Frequency Modulation, 1922, FM, 1940] | |
| 19138 | έφαγα | βλ. τρώω | |
| 19139 | εφαλτήριο | [ἐφαλτήριο] ε-φαλ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) καθετί που χρησιμοποιείται ως μέσο κοινωνικής ανέλιξης ή επίτευξης ενός στόχου: Αντιμετωπίζει τον συνδικαλισμό ως ~ για την πολιτική του σταδιοδρομία.|| Ερωτήματα που γίνονται ~ διαλόγου. Ο τουρισμός μπορεί να αποτελέσει το ~ για την ανάπτυξη της περιοχής. Πβ. αφορμή. 2. ΓΥΜΝ. ίππος. 3. ΓΥΜΝ. είδος βατήρα με μαλακή επίστρωση και ελατήρια. Πβ. τραμπολίνο. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. tremplin] | |
| 19140 | εφάμιλλος | , η, ο [ἐφάμιλλος] ε-φά-μιλ-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ισάξιος: συνθέτης ~ των μεγάλων μουσουργών. Εγκαταστάσεις που είναι ~ες με τις ευρωπαϊκές. Προϊόντα υψηλής ποιότητας ~α των ξένων. [< αρχ. ἐφάμιλλος] | |
| 19141 | εφάπαξ | [ἐφάπαξ] ε-φά-παξ επίρρ. & (σπάν.) εφ' άπαξ: (για ποσό) που πληρώνεται, χορηγείται ή εισπράττεται μόνο μία φορά: Η καταβολή του χρέους θα γίνει ~ και όχι σε δόσεις.|| (συνήθ. ως επίθ.) ~ αποζημίωση/βοήθημα/επίδομα/πληρωμή/χρέωση. Βλ. κατ' αποκοπή. ● Ουσ.: εφάπαξ (το) {άκλ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται, βάσει του νόμου, σε συνταξιοδοτούμενους δημόσιους κυρ. υπαλλήλους. [< αρχ. ἐφάπαξ ‘μια μόνο φορά’] | |
| 19142 | εφάπτεται | [ἐφάπτεται] ε-φά-πτε-ται ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ., εφαπτ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): βρίσκεται σε επαφή με κάτι: Η πλάτη της καρέκλας ~ (= ακουμπά) με τον/στον τοίχο. (ΓΕΩΜ.) Κύκλος ~όμενος σε ευθεία.|| (+ γεν., λόγ.) Οικόπεδο που ~ επαρχιακής οδού (= γειτνιάζει, συνορεύει με).|| (σπάν.-μτφ.) Οι απόψεις τους ~ονται (= ταυτίζονται). [< μτγν. ἐφάπτομαι] | |
| 19143 | εφαπτομένη | [ἐφαπτομένη] ε-φα-πτο-μέ-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. ευθεία που έχει ένα κοινό σημείο επαφής με καμπύλη ή γωνία, αλλά δεν την τέμνει. 2. ΜΑΘ. αριθμός που εκφράζει το πηλίκο του ημιτόνου γωνίας προς το συνημίτονό της. Βλ. συν~. [< γαλλ. tangente] | |
| 19144 | εφαρμογή | [ἐφαρμογή] ε-φαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εκτέλεση, υλοποίηση στην πράξη: ακριβής/άμεση/σταδιακή ~ μιας απόφασης. Αυστηρή ~ του νόμου (πβ. ισχύς). Πιλοτική ~ ενός προγράμματος. ~ του θερινού ωραρίου. ~ νέων μεθόδων στη διδασκαλία (πβ. αξιοποίηση). Πεδίο ~ής. Θεωρίες χωρίς πρακτική/ουσιαστική ~ (= ανεφάρμοστες). Το σχέδιο μπήκε/τέθηκε σε ~.|| (ΦΥΣ.) Σημείο ~ής της δύναμης. 2. τοποθέτηση αντικειμένου πάνω ή μέσα σε άλλο: ~ της αλυσίδας στον τροχό (= προσαρμογή).|| (Τοπική) ~ αλοιφής. ~ επιθεμάτων.|| (για ρούχα και παπούτσια) Καλσόν με άψογη/τέλεια ~ (στο πόδι). Αυτό το παντελόνι δεν έχει καλή ~ πάνω σου (= δεν ταιριάζει στο σώμα σου). Βλ. εφαρμοστός.|| (επίσ.) ~ ψύχους σε τραύμα (π.χ. κρύες κοµπρέσες, παγοκύστες). 3. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που εκτελεί συγκεκριμένη εργασία: ~ πολυμέσων. Διαδικτυακές/διαδραστικές ~ές. Εμπορικές/επιχειρηματικές ~ές. ~ές για το γραφείο/σπίτι. Βλ. επεξεργαστής, λογισμικό, λογιστικό φύλλο. ● εφαρμογές (οι): χρήσεις: εκπαιδευτικές ~ των νέων τεχνολογιών. Οι εργαστηριακές/ιατρικές/κλινικές ~ μιας ανακάλυψης. Υλικά με καλλιτεχνικές ~. Μέθοδοι με γεωργικές ~. ● ΦΡ.: βρίσκει εφαρμογή: εφαρμόζεται: Η ανακάλυψή του ποτέ δεν βρήκε ~ (στην επιστήμη)., κατ' εφαρμογή & (λογιότ.) κατ' εφαρμογήν: ΝΟΜ. εφαρμόζοντας: ~ ~ του άρθρου .../των διατάξεων/του κανονισμού/νόμου/της οδηγίας/των όρων. [< μτγν. ἐφαρμογή ‘συνταίριασμα, σύμπτωση’, γαλλ.-αγγλ. application] | |
| 19145 | εφαρμόζω | [ἐφαρμόζω] ε-φαρ-μό-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εφάρμο-σα (λόγ.) εφήρμοσα, εφαρμό-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος (λόγ.) εφηρμοσμένος, μτχ. ενεστ. εφαρμοζ-όμενος, -οντας} (μτβ.) 1. (μτφ.) αξιοποιώ στην πράξη, χρησιμοποιώ κάτι για την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος: ~ει αυτά που έμαθε. ~σαν (= ακολούθησαν) πιστά τις οδηγίες του. ~εται το διάταγμα/ο κανόνας/η νομοθεσία/συμφωνία (: βρίσκεται σε ισχύ). ~ονται (= τηρούνται) οι προδιαγραφές. Βασικές αρχές που ~ονται σε (= αφορούν) όλες τις περιπτώσεις. Το μέτρο θα ~στεί (= θα ισχύσει, τεθεί σε εφαρμογή) από αύριο/σταδιακά. ~στηκε (= καθιερώθηκε) νέα διαδικασία. ~όμενα: πρότυπα.|| (ΦΥΣ.) ~ πίεση σε κάτι (= ασκώ). 2. τοποθετώ κάτι πάνω ή μέσα σε κάτι άλλο συνήθ. για να ταιριάξουν απόλυτα: Οι πλάκες ~στηκαν στο δάπεδο. Βλ. συναρμόζω.|| (για παχύρρευστο προϊόν) ~ουμε (= απλώνουμε) την κρέμα στο πρόσωπο και στον λαιμό. Το μονωτικό υλικό ~στηκε με βούρτσα/ρολό/πινέλο. ● εφαρμόζει 1. είναι εφαρμοστός: Ρούχο που ~ (= στρώνει) άψογα στο σώμα (σαν γάντι). 2. προσαρμόζεται: Το εξάρτημα δεν έχει ~σει (= μπει) καλά στην υποδοχή. Βλ. εφάπτεται. ● βλ. εφαρμοσμένος [< 1: γαλλ. appliquer 2: αρχ. ἐφαρμόζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ