| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19146 | εφαρμόσιμος | , η, ο [ἐφαρμόσιμος] ε-φαρ-μό-σι-μος επίθ.: που είναι δυνατόν να εφαρμοστεί: ~η: λύση. ~ο: πρόγραμμα. ~α: μέτρα. Πρόταση πρακτικά ~η. Πβ. επιτεύξιμος, εφικτός, λειτουργήσιμος, πραγματοποιήσιμος, ρεαλιστικός. ΑΝΤ. ανεφάρμοστος [< γαλλ. applicable] | |
| 19147 | εφαρμοσιμότητα | [ἐφαρμοσιμότητα] ε-φαρ-μο-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εφαρμόσιμου, δυνατότητα υλοποίησης: ~ ενός κανονισμού/σχεδίου δράσης. Μελέτες έργων που ελέγχονται ως προς την ~ά τους. Πβ. εφικτότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. applicabilité] | |
| 19148 | εφαρμοσμένος | , η, ο [ἐφαρμοσμένος] ε-φαρ-μο-σμέ-νος επίθ. (επιστ.) & (λόγ.) εφηρμοσμένος: που έχει πρακτικές εφαρμογές· (για επιστημονικό κλάδο) που εφαρμόζει γενικές, θεωρητικές αρχές, με σκοπό την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων: Εργασία με ~ο προσανατολισμό.|| ~ος: ηλεκτρομαγνητισμός. ~η: γλωσσολογία/μηχανική/οικολογία/παιδαγωγική/πληροφορική/στατιστική/φυσική/ψυχολογία. ~α: μαθηματικά. ~η μικροβιολογία στη δημόσια υγεία. ΑΝΤ. καθαρός (9) ● ΣΥΜΠΛ.: εφαρμοσμένες επιστήμες: που αξιοποιούν για πρακτικούς σκοπούς τα πορίσματα της βιολογίας, της φυσικής, της χημείας και των μαθηματικών. Βλ. γεωπονία, δασολογία, ηλεκτρολογία, μηχανολογία. ΣΥΝ. τεχνολογικές επιστήμες [< αγγλ. applied sciences] , εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες: που αποσκοπούν στη δημιουργία χρηστικών ή διακοσμητικών ειδών με αισθητική αξία. Βλ. γραφιστική, κεραμική, υαλογραφία, χρυσοχοΐα., εφαρμοσμένη έρευνα βλ. έρευνα ● βλ. εφαρμόζω [< μτγν. ἐφηρμοσμένος, γαλλ. appliqué, αγγλ. applied] | |
| 19149 | εφαρμοστέος | , α, ο [ἐφαρμοστέος] ε-φαρ-μο-στέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που πρέπει να εφαρμοστεί: ~α: διάταξη. ~ο: Δίκαιο. ~α: μέτρα. Απόφαση αντισυνταγματική και μη ~α. Βλ. -τέος. [< μτγν. ἐφαρμοστέον ‘που πρέπει κάποιος να εφαρμόσει’] | |
| 19150 | εφαρμοστήριο | [ἐφαρμοστήριο] ε-φαρ-μο-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο μηχανολογικών κατασκευών και συναρμολογήσεων. Βλ. μηχανουργείο, -τήριο. | |
| 19151 | εφαρμοστής | [ἐφαρμοστής] ε-φαρ-μο-στής ουσ. (αρσ.) 1. τεχνίτης ειδικευμένος στη συναρμολόγηση και εφαρμογή των εξαρτημάτων μιας μηχανής: ~ές αυτοκινήτων και μοτοσικλετών/κινητήρων αεροσκαφών/σωληνώσεων. Βλ. μηχανοτεχνίτης. 2. (μτφ.) πρόσωπο που εφαρμόζει ή θέτει σε εφαρμογή κάτι: ~ές των διατάξεων/του Δικαίου/μέτρου/νόμου. Βλ. εκτελεστής. [< 1: γαλλ. ajusteur 2: γαλλ. applicateur] | |
| 19152 | εφαρμοστικός | , ή, ό [ἐφαρμοστικός] ε-φαρ-μο-στι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει τα μέτρα εφαρμογής ενός προγράμματος: ~ός: νόμος. ~ή: εγκύκλιος. ~οί: κανονισμοί. [< γαλλ. d'application] | |
| 19153 | εφαρμοστός | , ή, ό [ἐφαρμοστός] ε-φαρ-μο-στός επίθ. 1. (για ρούχο ή παπούτσι) πολύ στενός ή/και ελαστικός: ~ή: μπλούζα (βλ. κορμάκι). ~ό: παντελόνι (βλ. κολάν)/τζιν/φόρεμα. ΣΥΝ. κολλητός. ΑΝΤ. ριχτός, φαρδύς.|| ~ές: μπότες. Πβ. σφιχτός. 2. (σπάν.) που εφαρμόζει, κλείνει καλά: ~ό: καπάκι. ● επίρρ.: εφαρμοστά [< μεσν. εφαρμοστός ΄κατάλληλος, ταιριαστός΄, γαλλ. ajusté] | |
| 19154 | εφαψίας | [ἐφαψίας] ε-φα-ψί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. πρόσωπο, συνήθ. άνδρας, που διεγείρεται σεξουαλικά, όταν αγγίζει άλλους ανθρώπους, ιδ. γυναίκες, κυρ. σε χώρους όπου επικρατεί συνωστισμός, όπως στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Βλ. επιδειξ-, ηδονοβλεψ-ίας. [< γαλλ. frôleur] | |
| 19155 | εφέ | [ἐφέ] ε-φέ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. | σπάν. στον εν.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται κυρ. στον κινηματογράφο για τη δημιουργία αισθητικής εντύπωσης: ηχητικά/φωτιστικά (βλ. λέιζερ, φωτορυθμικά)/φωτογραφικά ~. ~ καπνού/ομίχλης/χιονιού. Ταινία με ειδικά/σπέσιαλ/ψηφιακά ~. Όσκαρ οπτικών ~. Βλ. πολυ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Διαφάνειες με ~ κίνησης. ~ γραφικών. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εντυπωσιασμός: Αγοράζει ακριβά ρούχα για να κάνει ~/μόνο για ~. Πβ. φιγούρα. [< γαλλ. effets, αγγλ. effects] | |
| 19156 | εφέδρα | [ἐφέδρα] ε-φέ-δρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος πολυετών θάμνων (οικογ. Ephedraceae) με πρασινογάλαζους βλαστούς, λεπτά φύλλα σαν λέπια, μικρούς κοκκινωπούς σαρκώδεις καρπούς και φαρμακευτικές ιδιότητες, λόγω της εφεδρίνης που περιέχουν κάποια είδη της. Βλ. εφεδρίνη, μανδραγόρας. [< μτγν. ἐφέδρα, αγγλ. ephedra] | |
| 19157 | εφέδρανο | [ἐφέδρανο] ε-φέ-δρα-νο ουσ. (ουδ.) {εφεδράν-ου | συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. σύστημα σεισμικής μόνωσης: αντικραδασμικό ~. ~α γεφυρών/ολίσθησης/τριβής. [< αρχ. ἐφέδρανον ‘βάση’, γαλλ. appareil d'appui, αγγλ. bearing] | |
| 19158 | εφεδρεία | [ἐφεδρεία] ε-φε-δρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. δύναμη που δεν λαμβάνει μέρος σε πολεμική επιχείρηση, αλλά είναι διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί, όταν χρειαστεί: ενεργός στρατός, ~ και εθνοφυλακή. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατεύσιμων που δεν βρίσκονται υπό τα όπλα, αλλά μπορούν να επιστρατευτούν σε περίπτωση πολέμου: μόνιμοι εξ ~ας. Δεύτερη/πρώτη σειρά ~ας (: οι μεγαλύτεροι/μικρότεροι σε ηλικία). Εν ενεργεία και εν ~ αξιωματικοί. Παραμένω σε ~/τελώ εν ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε φυλάσσεται ή τίθεται κατά μέρος, για να χρησιμοποιηθεί σε ώρα ανάγκης: χρήματα σε ~. Επαρκείς ~ες σε φάρμακα. Αμυντικές ~ες του οργανισμού. Έχω (κάτι) για ~. Πβ. απόθεμα, καβάτζα, παρακαταθήκη, ρεζέρβα.|| (για πρόσ.) Πολιτική ~ της κυβέρνησης. ~ες στελεχών του κόμματος. Παίκτες-ες (= αναπληρωματικοί). (μτφ.) Τον έβ(γ)αλαν στην ~ (: τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση· πβ. αποστρατεύω). 4. ΠΛΗΡΟΦ. μπακ-απ. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακή εφεδρεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μέτρο μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με το οποίο το πλεονάζον προσωπικό θα απομακρύνεται από την εργασία του, λαμβάνοντας το 60% του μισθού για έναν χρόνο πριν από την οριστική απόλυση: σε καθεστώς ~ής ~ας., χρυσή εφεδρεία: πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες σε δύσκολη, κρίσιμη στιγμή: Αποτελεί/θεωρείται ~ ~. Πβ. άσος στο μανίκι. [< 1, 2: μτγν. ἐφεδρεία, γαλλ. réserve] | |
| 19159 | εφεδρικός | , ή, ό [ἐφεδρικός] ε-φε-δρι-κός επίθ.: διαθέσιμος να χρησιμοποιηθεί, να αντικαταστήσει κάτι, αν χρειαστεί: ~ός: εξοπλισμός/τροχός (= ρεζέρβα)/φωτισμός. ~ή: γεννήτρια/μπαταρία. ~ό: αλεξίπτωτο/κλειδί (βλ. αντικλείδι).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: αντίγραφα/αρχεία (= μπακ-απ).|| ~ός: στρατός (= εφεδρεία). Πβ. αναπληρωματικός. ● επίρρ.: εφεδρικά | |
| 19160 | εφεδρίνη | [ἐφεδρίνη] ε-φε-δρί-νη ουσ. (θηλ.) : ΒΙΟΧ. αλκαλοειδές (σύμβ. C10H15NO) με διεγερτική δράση, που παράγεται από είδη εφέδρας (κυρ. Ephedra sinica) ή παρασκευάζεται συνθετικά και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, κυρ. ως βρογχοδιασταλτικό και αντιαλλεργικό, και σε σκευάσματα για την απώλεια βάρους και την αύξηση του αναβολισμού των αθλητών, αποτελώντας, στην περίπτωση αυτή, απαγορευμένη ουσία. Βλ. αμφεταμίνη, καφεΐνη, ντόπινγκ. [< γαλλ. éphédrine, αγγλ. ephedrine] | |
| 19161 | έφεδρος | [ἔφεδρος] έ-φε-δρος ουσ. {-ου (λόγ.) -έδρου} (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) ΣΤΡΑΤ. 1. στρατευμένος που κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις για να υπηρετήσει τη θητεία του, σε αντιδιαστολή με τους μόνιμους και τους επαγγελματίες οπλίτες. Βλ. δόκιμος αξιωματικός. 2. στρατεύσιμος πολίτης που ανήκει σε σειρά εφεδρείας. [< αρχ. ἔφεδρος ‘αυτός που περιμένει τη σειρά του’] | |
| 19162 | ΕΦΕΕ | (η): Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδας. | |
| 19163 | εφεκτικός | , ή, ό [ἐφεκτικός] ε-φε-κτι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): διστακτικός, επιφυλακτικός: ~ή: στάση. Πβ. κουμπω-, συγκρατη-μένος. [< πβ. μτγν. ἐφεκτικός ‘αυτός που συγκρατεί’] | |
| 19164 | εφεκτικότητα | [ἐφεκτικότητα] ε-φε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διστακτικότητα, επιφυλακτικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 19165 | εφελκίδα | [ἐφελκίδα] ε-φελ-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κακάδι. Βλ. εσχάρα, εφηλίδες. [< μτγν. ἐφελκίς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ