| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19166 | εφελκυσμός | [ἐφελκυσμός] ε-φελ-κυ-σμός ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. ταυτόχρονη άσκηση δύο ίσων και αντίρροπων δυνάμεων σε ένα σώμα, οι οποίες προκαλούν την ελαστική του παραμόρφωση, αυξάνοντας το μήκος του: ~ μεταλλικών υλικών. Βλ. θλίψη, συμπίεση. [< πβ. μεσν. ἐφελκυσμός ‘έξαγωγή, απομύζηση’, γαλλ. traction] | |
| 19167 | εφελκυστικός | , ή, ό [ἐφελκυστικός] ε-φελ-κυ-στι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που προκαλεί εφελκυσμό ή αναφέρεται σε αυτόν: ~ή: αντοχή (του σκυροδέματος)/δύναμη/τάση. ~ό: φορτίο. ● επίρρ.: εφελκυστικά [< μτγν. ἐφελκυστικός ‘κατάλληλος να προσελκύει’, γαλλ. tractif] | |
| 19168 | εφελκύω | [ἐφελκύω] ε-φελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {εφείλκυ-σε, εφελκύ-εται, μτχ. ενεστ. -όμενος} (επιστ.): ασκώ εφελκυσμό· έλκω: Σπείρα που ~εται. ~όμενα: μέλη/στοιχεία.|| (σπάν.-μτφ.) Πρόβλημα που ~ει το ενδιαφέρον. [< αρχ. ἐφέλκω ‘τραβώ προς το μέρος μου’] | |
| 19170 | εφέντης | βλ. αφέντης, αφέντρα | |
| 19171 | εφεξής | [ἐφεξῆς] ε-φε-ξής επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.): στο εξής: Μέτρο που θα ισχύσει από 1/1 και ~.|| (στον γραπτό λόγο) Ο Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, ~ "ΣΩΒ" (δηλ. έτσι θα δηλώνεται στη συνέχεια του κειμένου), ... ● ΣΥΜΠΛ.: εφεξής γωνίες: ΓΕΩΜ. που έχουν κοινή κορυφή και μία κοινή πλευρά, χωρίς κανένα άλλο κοινό σημείο. Βλ. διαδοχικές γωνίες. [< αρχ. ἐφεξῆς] | |
| 19172 | έφερα | βλ. φέρνω | |
| 19173 | εφεσείων, εφεσείουσα | [ἐφεσείων] ε-φε-σεί-ων ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εφεσεί-οντος, -οντα | -οντες, -όντων}: ΝΟΜ. διάδικος που ασκεί έφεση. ΣΥΝ. εκκαλών. Βλ. αναιρεσείων, ενάγων, εφεσίβλητος. | |
| 19174 | έφεση | [ἔφεση] έ-φε-ση ουσ. (θηλ.) 1. έμφυτη κλίση: ~ για μόρφωση. Έχει (από μικρός) ~ στο γράψιμο/στα μαθηματικά/στη μουσική. Πβ. ροπή, ταλέντο, φλέβα. 2. ΝΟΜ. ένδικο μέσο με το οποίο ζητείται από ανώτερο δικαστήριο επανεξέταση υπόθεσης για την οποία έχει εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση: ~ του εισαγγελέα. Άσκησε/κατέθεσε/υπέβαλε ~. Δικαίωμα ~ης. Απόσυρση/εκδίκαση της ~ης. (λόγ.) Η κατ' ~ διαδικασία/δίκη. Ενστάσεις-~έσεις. Απορρίφθηκε/έγινε δεκτή η ~. Βλ. αντ~. [< αρχ. ἔφεσις] | |
| 19175 | εφεσιβάλλω | [ἐφεσιβάλλω] ε-φε-σι-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. εφεσίβαλλε, αόρ. εφεσίβαλε, εφεσιβάλει, εφεσιβλή-θηκε (σπάν. λόγ. εφεσιβλήθη, μτχ. εφεσιβληθείσα), λόγ. μτχ. ενεστ. εφεσιβάλλ-ων, -ουσα}: ΝΟΜ. ασκώ έφεση: Ο εισαγγελέας εφεσίβαλε την αθώωση των κατηγορουμένων. Ποινές που μπορούν να εφεσιβληθούν (= είναι εφεσίβλητες, εφέσιμες). ΣΥΝ. εκκαλώ [< γερμ. appellieren, Berufung einlegen, γαλλ. interjeter appel] | |
| 19176 | εφεσίβλητος | , η, ο [ἐφεσίβλητος] ε-φε-σί-βλη-τος επίθ.: ΝΟΜ. εφέσιμος. ~η: απόφαση. ● Ουσ.: εφεσίβλητος, εφεσίβλητη (ο/η): διάδικος εναντίον του οποίου έχει ασκηθεί έφεση: Οι ~οι-ενάγοντες.|| (λογιότ.) Ερημοδικία εκκαλούντος και ~ήτου. Βλ. αναιρεσίβλητος. [< γερμ. Berufungsbeklagter] | |
| 19177 | εφέσιμος | , η, ο [ἐφέσιμος] ε-φέ-σι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να προσβληθεί με έφεση: ~η: απόφαση. Πρωτόδικη ποινή με ανασταλτικό και ~ο χαρακτήρα. Πβ. έκκλητος. ΣΥΝ. εφεσίβλητος [< αρχ. ἐφέσιμος] | |
| 19178 | ΕΦΕΤ | (ο): Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων. | |
| 19179 | εφετειακός | , ή, ό [ἐφετειακός] ε-φε-τει-α-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στο εφετείο: ~ή: απόφαση/περιφέρεια. Πβ. εφετικός. | |
| 19180 | εφετείο | [ἐφετεῖο] ε-φε-τεί-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΝΟΜ. δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση υποθέσεων στις οποίες έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασής τους· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: διοικητικό/πολιτικό ~. Πενταμελές/τριμελές ~ κακουργημάτων. Μικτό Ορκωτό ~ (: απαρτίζεται από έναν Πρόεδρο Εφετών, δύο Εφέτες και τέσσερις ενόρκους). [< γερμ. Appellationsgericht, Berufungsgericht, γαλλ. cour d΄appel] | |
| 19181 | εφετζής | [ἐφετζῆς] ε-φε-τζής ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): επιδειξιομανής. Πβ. φιγουρατζής. | |
| 19182 | εφετζίδικος | , η, ο [ἐφετζίδικος] ε-φε-τζί-δι-κος επίθ. (αργκό-κυρ. μειωτ.) 1. επιδεικτικός, φιγουρατζίδικος: ~ο: αμάξι. 2. που έχει πολλά εφέ: ~η: ταινία. Βλ. -τζίδικος. | |
| 19183 | εφέτης | [ἐφέτης] ε-φέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. ανώτερος δικαστής, που είναι μέλος εφετείου: (ειδικός) ~-ανακριτής. Εισαγγελέας/πρόεδρος ~ών. Συμβούλιο ~ών. [< μεσν. εφέτης, γαλλ. juge d'appel, γερμ. Berufungsrichter] | |
| 19184 | εφετικός | , ή, ό [ἐφετικός] ε-φε-τι-κός επίθ. (σπάν.) 1. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει βούληση, επιθυμία: ~ά: ρήματα. 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον εφέτη ή την έφεση: ~ή: απόφαση (= εφετειακή). ~ό: δικαστήριο. [< 1: μτγν. ἐφετικός 2: γαλλ. d'appel] | |
| 19185 | εφετινός | , ή, ό βλ. φετινός | |
| 19186 | εφέτος | βλ. φέτος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ