| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19187 | εφεύρεση | [ἐφεύρεση] ε-φεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία νέου και πρωτότυπου συνήθ. αντικειμένου, ως αποτέλεσμα της παρατήρησης, της πείρας, των γνώσεων ή/και του πειραματισμού· συνεκδ. το ίδιο το δημιούργημα: επαναστατική/επιστημονική ~. Η ~ της ατμομηχανής/του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης/του τηλεφώνου/του τροχού/της τυπογραφίας. Πβ. ανακάλυψη. || Εκμετάλλευση/κατοχύρωση μιας ~ης (βλ. δίπλωμα ευρεσιτεχνίας). ~έσεις που άλλαξαν τον κόσμο. (προφ.) Δεν είναι δική μου ~ (= επινόηση, εφεύρημα). [< μτγν. ἐφεύρεσις] | |
| 19188 | εφευρέτης | [ἐφευρέτης] ε-φευ-ρέ-της ουσ. (αρσ.) , εφευρέτρια (η): πρόσωπο που έχει εφεύρει κάτι: ο ~ του ασυρμάτου/του ραδιοφώνου. Πβ. πατέρας. [< μτγν. ἐφευρετής] | |
| 19189 | εφευρετικός | , ή, ό [ἐφευρετικός] ε-φευ-ρε-τι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να εφευρίσκει· που αναφέρεται στον εφευρέτη ή στην εφεύρεση: (για πρόσ.) ~ και δημιουργικός/εύστροφος/ευφάνταστος/πρωτοποριακός.|| ~ός: νους. ~ό: δαιμόνιο/πνεύμα. Πβ. επινοητ-, ευρηματ-ικός, πολυμήχανος.|| ~ή: δραστηριότητα. ● επίρρ.: εφευρετικά [< μτγν. ἐφευρετικός] | |
| 19190 | εφευρετικότητα | [ἐφευρετικότητα] ε-φευ-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα εφεύρεσης: ανεξάντλητη ~ (και ευστροφία). (για επιστήμονες/ερευνητές) ~ και καινοτομία. Παιχνίδια για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας/φαντασίας και της ~ας των παιδιών. Πβ. επινοητικ-, ευρηματικ-ότητα. | |
| 19191 | εφεύρημα | [ἐφεύρημα] ε-φεύ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε έχει εφευρεθεί· συνήθ. αρνητ. συνυποδ. επινόημα, κατασκεύασμα: επικοινωνιακό/λεκτικό/παραπλανητικό/πολιτικό/προπαγανδιστικό ~. ~ατα και δικαιολογίες/τρικ/υπεκφυγές. Πβ. τέχνασμα. [< μτγν. ἐφεύρημα] | |
| 19192 | εφευρίσκω | [ἐφευρίσκω] ε-φευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {εφεύρε (λόγ.) εφηύρε, εφευρέ-θηκε, εφευρίσκ-οντας} 1. κάνω μια εφεύρεση: Ο άνθρωπος που εφεύρε το τηλέφωνο. Τεχνική που ~θηκε στην αρχαιότητα. Πβ. ανακαλύπτω, επινοώ. 2. (αρνητ. συνυποδ.) μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι: ~ει λύσεις/τεχνάσματα. ~ουν προβλήματα από το πουθενά. Πβ. σοφίζομαι. [< αρχ. ἐφευρίσκω] | |
| 19193 | έφη | [ἔφη] έ-φη ρ. (αρχαιοπρ.): είπε· μόνο στη ● ΦΡ.: τάδε έφη (ειρων.): αυτά είπε. [< γερμ. also sprach] [< αρχ. ἔφη, γ’ προσ. αορ. β’ του ρ. φημί ‘λέγω’] | |
| 19195 | εφηβεία | [ἐφηβεία] ε-φη-βεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. περίοδος μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση (περ. από 12 έως 18 ετών), μέσα από έντονες σωματικές και ψυχικές αλλαγές: δύσκολη/καθυστερημένη/καταπιεσμένη/όψιμη/παρατεταμένη/πρόωρη/πρώιμη ~. Τα προβλήματα της ~ας. Διαταραχές της ~ας (π.χ. κατάθλιψη). Βρίσκεται στην/διανύει την ~. Πβ. ενήβωση, ήβη. Βλ. μετ~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία βλ. νιότη [< μτγν. ἐφηβεία, γαλλ.-αγγλ. adolescence] | |
| 19196 | εφηβικός | , ή, ό [ἐφηβικός] ε-φη-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εφηβεία ή τον έφηβο: ~ός: ενθουσιασμός. ~ή: αθωότητα/ακμή/ιατρική/ορμή/ψυχολογία. ~ό: δωμάτιο/ντύσιμο. ~οί: έρωτες. ~ές: αναμνήσεις/παρέες. ~ά: πάρτι/χρόνια. Βλ. μετ~, προ~. Βλ. παιδικός.|| Παρά τα χρόνια του, η καρδιά του παραμένει ~ή (= νεανική).|| (ΑΘΛ.) ~ή: ομάδα. ~ό: πρωτάθλημα. [< μτγν. ἐφηβικός] | |
| 19197 | έφηβος, έφηβη | [ἔφηβος] έ-φη-βος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήβου}: πρόσωπο που βρίσκεται στην εφηβεία: ~οι και ενήλικοι/παιδιά. Κοινωνικοποίηση/σωματική και πνευματική ανάπτυξη των εφήβων.|| (ως επίθ.) ~οι: μαθητές/βουλευτές. Πβ. τινέιτζερ. Βλ. μετ~, προ~. ● Έφηβοι (οι): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης έφηβων αθλητών, μετά τους παίδες και πριν από τους άνδρες: Εθνική/Πρωτάθλημα Εφήβων. Πβ. Νέοι. Βλ. Ακαδημία, Νεάνιδες. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος έφηβος (μτφ.): για ώριμο ή ηλικιωμένο άτομο που παραμένει σωματικά και ψυχικά ακμαίο., Βουλή των Εφήβων βλ. βουλή [< αρχ. ἔφηβος, γαλλ. éphèbe] | |
| 19198 | εφηλίδες | [ἐφηλίδες] ε-φη-λί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. εφηλίδα} 1. ΙΑΤΡ. μικρές επίπεδες κηλίδες του δέρματος· φακίδες. Βλ. εφελκίδα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κεφάλια καρφιών. [< αρχ. ἐφηλίς & ἔφηλις, γαλλ. éphélide] | |
| 19199 | εφημερείο | [ἐφημερεῖο] ε-φη-με-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος ειδικά διαμορφωμένος για τους γιατρούς που έχουν εφημερία: το ~ του νοσοκομείου. | |
| 19200 | εφημερεύω | [ἐφημερεύω] ε-φη-με-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {εφημέρευ-σε} 1. (επίσ.) έχω, είμαι (σε) εφημερία: Γιατροί/νοσοκομεία που ~ουν. Βλ. διανυκτερεύει, διημερεύει. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) είμαι εφημέριος. [< μτγν. ἐφημερεύω ‘είμαι σε ημερήσια υπηρεσία’] | |
| 19201 | εφημερεύων | , ουσα, ον [ἐφημερεύων] ε-φη-με-ρεύ-ων επίθ. {εφημερεύ-οντος, -οντα} (επίσ.): που είναι σε εφημερία: ~οντα: ιατρεία/νοσοκομεία.|| ~οντες: καθηγητές.|| (ως ουσ.) Ο ~ (ενν. γιατρός). Λίστα με τα ~οντα (ενν. φαρμακεία). Βλ. διανυκτερ-, διημερ-εύων. [< μτγν. ἐφημερεύων, αγγλ. on call/duty, γαλλ. de jour/service] | |
| 19202 | εφημερία | [ἐφημερία] ε-φη-με-ρί-α ουσ. (θηλ.) {εφημεριών} 1. υποχρεωτική συνήθ. εικοσιτετράωρη υπηρεσία ή λειτουργία: (για γιατρό ή νοσηλευτή) Είναι (σε)/έχει/κάνει ~ (= εφημερεύει). Ημέρες γενικής (: όλη την ημέρα)/μερικής (: δωδεκάωρης) ~ας (του Νοσοκομείου).|| ~ες φαρμακείων.|| ~ες εκπαιδευτικών (: κατά τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου για την επιτήρηση των μαθητών και τον έλεγχο του προαύλιου χώρου). Βλ. βάρδια, υπερωρία. 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη χρηματική αμοιβή των γιατρών ή του νοσηλευτικού προσωπικού: μείωση/περικοπή των ~ών. Καταβλήθηκαν/πληρώθηκαν οι (δεδουλευμένες) ~ες. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) χρονικό διάστημα κατά το οποίο ένας ιερέας είναι εφημέριος. ● ΣΥΜΠΛ.: εφημερία ετοιμότητας: ΙΑΤΡ. κατά την οποία ο εφημερεύων γιατρός μπορεί να φύγει από το νοσοκομείο μετά τη λήξη του ωραρίου του, αλλά είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει, αν κληθεί. [< πβ. μτγν. ἐφημερία ‘ημερήσια υπηρεσία σε ναό, βάρδια’, αγγλ. call/duty, γαλλ. service/garde] | |
| 19203 | εφημεριακός | , ή, ό [ἐφημεριακός] ε-φη-με-ρι-α-κός επίθ. 1. (λόγ.) που αναφέρεται στις εφημερίες κυρ. των νοσοκομείων: ~ό: επίδομα/καθεστώς. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον εφημέριο: ~ός: κλήρος. ~ό: έργο. ~ά: καθήκοντα. | |
| 19204 | εφημερίδα | [ἐφημερίδα] ε-φη-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. έντυπο που αποτελείται από μεγάλα διπλωμένα φύλλα, εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθ. κάθε μέρα, και περιέχει ειδήσεις, άρθρα, σχόλια και γνώμες για ζητήματα γενικού ή ειδικού ενδιαφέροντος: απογευματινή/δεκαπενθήμερη/εβδομαδιαία/ημερήσια/καθημερινή/κυριακάτικη/μηνιαία/πρωινή ~. Αθλητική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/σατιρική/σχολική ~. Κουτσομπολίστικη/σκανδαλοθηρική ~ (πβ. φυλλάδα, βλ. κίτρινος Τύπος). Αδέσμευτη/ανεξάρτητη/κομματική ~. Δωρεάν/ελεύθερη ~. Αθηναϊκή/επαρχιακή/τοπική ~. Οι αγγελίες/τα αφιερώματα/τα δημοσιεύματα/οι διαφημίσεις/το ένθετο/η επιφυλλίδα/η προμετωπίδα/το πρωτοσέλιδο/τα ρεπορτάζ/το σάιτ/οι στήλες/ο τίτλος μιας ~ας. Έκτακτο παράρτημα ~ας. Ανταποκριτής/απεσταλμένος/αρθρογράφος/αρχισυντάκτης/δημοσιογράφος/εκδότης μιας ~ας. Διανομή ~ων (σε περίπτερα, μίνι-μάρκετ, πρακτορεία ~ων, κιόσκια). Οι μεγαλύτερες σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα ~ες. Το συμβάν πέρασε στα ψιλά των ~ων. Βλ. ταμπλόιντ.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~ (= τηλ~).|| (χιουμορ.) Όλοι θα μιλούν για μας! Θα μας γράψουν οι ~ες (: θα γίνουμε βούκινο)!|| Αστρονομική ~ (= αλμανάκ). 2. (κατ' επέκτ.) η αντίστοιχη επιχείρηση: ο διευθυντής/ο ιδιοκτήτης/ο ιδρυτής ~ας. Τα γραφεία/το τυπογραφείο μιας ~ας. ● Υποκ.: εφημεριδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: κρατική εφημερίδα στην οποία δημοσιεύονται όλες οι πράξεις των πολιτειακών οργάνων (νόμοι, υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα, διορισμοί και παραιτήσεις δημοσίων λειτουργών, προκηρύξεις): Η ~ ~ τυπώνεται από το Εθνικό Τυπογραφείο. Βλ. ΦΕΚ., πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών βλ. πράκτορας [< μτγν. ἐφημερίς ‘ημερολόγιο, λογιστικό βιβλίο’, γαλλ.-αγγλ. journal, γαλλ. éphéméride, πβ. αγγλ. ephemeris] | |
| 19205 | εφημεριδάς | [ἐφημεριδάς]ε-φη-με-ρι-δάς ουσ. ουσ. (αρσ.) (προφ.): δημοσιογράφος σε εφημερίδα. | |
| 19206 | εφημεριδογράφος | [ἐφημεριδογράφος] ε-φη-με-ρι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): αρθρογράφος, δημοσιογράφος σε εφημερίδα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. journaliste] | |
| 19207 | εφημεριδοπώλης | [ἐφημεριδοπώλης]ε-φη-με-ρι-δο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πωλητής εφημερίδων (και περιοδικών): οι πάγκοι των ~ών. Βλ. -πώλης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ