| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19208 | εφημέριος | [ἐφημέριος] ε-φη-μέ-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας ενοριακού ναού. Βλ. βικάριος. [< μεσν. εφημέριος] | |
| 19209 | εφήμερος | , η, ο [ἐφήμερος] ε-φή-με-ρος επίθ.: παροδικός, πρόσκαιρος, προσωρινός: ~ος: πλούτος. ~η: δημοσιότητα/δόξα/επιτυχία. ~ο: κέρδος. ~ες: ανάγκες. Δεν κάνει ~ες σχέσεις. Πβ. φευγαλέος.|| (ως ουσ.) Το ~ο της χαράς. Τα αιώνια και τα ~α. || ~α: έντομα. [< αρχ. ἐφήμερος ‘που διαρκεί μια μόνο μέρα’, μτγν. (για έντομο) ἐφήμερον (το), γαλλ. éphémère, αγγλ. ephemeral] | |
| 19210 | εφησυχάζω | [ἐφησυχάζω] ε-φη-συ-χά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εφησύχα-σα, εφησυχά-σω, -σμένος, εφησυχάζ-οντας} (λόγ.) 1. επαναπαύομαι, αδρανώ· παύω να ανησυχώ: Δεν ~ουν με τις θετικές εξελίξεις. Δεν ~σαμε (καθόλου), απεναντίας εντείναμε τις προσπάθειές μας. Μην ~εις! (αρνητ. συνυποδ.) ~σμένοι: πολίτες (πβ. βολεμένος). ΑΝΤ. γρηγορώ, επαγρυπνώ 2. κάνω κάποιον να ηρεμήσει, να σταματήσει να έχει άγχος: Ο γιατρός τούς ~σε. Πβ. καθησυχάζω. 3. (σπάν.) μονάζω. [< μτγν. ἐφησυχάζω ‘είμαι ήρεμος’] | |
| 19211 | εφησυχασμός | [ἐφησυχασμός] ε-φη-συ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) & εφησύχαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εφησυχάζω: ~ και αδράνεια/απάθεια/ολιγωρία/χαλάρωση. Κλίμα/προσπάθεια ~ού. Χρειάζεται εγρήγορση, όχι ~! Πβ. επανάπαυση, καθησυχασμός. | |
| 19212 | εφησυχαστικός | , ή, ό [ἐφησυχαστικός] ε-φη-συ-χα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που προσπαθεί να εφησυχάσει ή προκαλεί εφησυχασμό: ~ές: δηλώσεις.|| ~οί εμφανίστηκαν οι γιατροί σε ό,τι αφορά την πορεία της υγείας του. Πβ. καθησυχαστικός. ● επίρρ.: εφησυχαστικά | |
| 19213 | εφηύρα | βλ. εφευρίσκω | |
| 19214 | εφθάρη | βλ. φθείρω | |
| 19215 | εφιάλτης | [ἐφιάλτης] ε-φι-άλ-της ουσ. (αρσ.) 1. τρομακτικό, αγωνιώδες όνειρο: παιδικοί/φρικτοί ~ες. Βλέπω/έχω ~ες. Βασανίζομαι/ξυπνάω/υποφέρω από ~ες. 2. (μτφ.-επιτατ.) απειλή, κίνδυνος· πολύ άσχημη κατάσταση: διατροφικός/πυρηνικός ~. Ο ~ της ανεργίας/του εγκέλαδου/πολέμου. Μαίνεται ο πύρινος ~ (= η πυρκαγιά). Οι ~ες επέστρεψαν/ζωντάνεψαν.|| (προφ.) Η ζωή μου έχει γίνει ~ (= βραχνάς, κόλαση). Ζω έναν ~η (= δράμα). Οι εξετάσεις είναι ο ~ μου. 3. (μετωνυμ., συνήθ. με κεφαλ. Ε) προδότης. [< αρχ. ἐφιάλτης ‘βραχνάς’, αγγλ. ephialtes] | |
| 19216 | εφιαλτικός | , ή, ό [ἐφιαλτικός] ε-φι-αλ-τι-κός επίθ.: (μτφ.) τρομακτικός, φρικτός: ~ή: ατμόσφαιρα/κατάσταση/νύχτα/πραγματικότητα. ~ό: γεγονός/θρίλερ/όνειρο (= εφιάλτης)/σενάριο/τέλος. ~ές: εικόνες/μνήμες/σκηνές/στιγμές/συνθήκες. ~ά: χρόνια. Οι ~ές διαστάσεις της ανεργίας. Πβ. αγωνιώδης. ● επίρρ.: εφιαλτικά [< μτγν. ἐφιαλτικός] | |
| 19217 | εφίδρωση | [ἐφίδρωση] ε-φί-δρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΦΥΣΙΟΛ. παραγωγή και έκκριση ιδρώτα: αυξημένη/υπερβολική (= υπερίδρωση) ~. ~ και κακοσμία. Αφυδάτωση λόγω έντονης ~ης. Ζώνη/φόρμα ~ης (: για αδυνάτισμα). Νυχτερινές ~ώσεις. Εξάψεις και ~ώσεις. Η ζέστη προκαλεί ~. Πβ. ίδρωμα. [< μτγν. ἐφίδρωσις] | |
| 19218 | εφιδρωτικός | , ή, ό [ἐφιδρωτικός] ε-φι-δρω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που προκαλεί εφίδρωση: Βότανο με ~ή δράση/~ές ιδιότητες που βοηθά στην αποτοξίνωση του οργανισμού. | |
| 19219 | εφικτός | , ή, ό [ἐφικτός] ε-φι-κτός επίθ. (λόγ.): πραγματοποιήσιμος: ~ός: στόχος. ~ή: λύση/συνεργασία. ~ό: σχέδιο. ~ά: αιτήματα. Προτάσεις ρεαλιστικές και ~ές. Δεν ήταν ~ή η συμφωνία των δύο πλευρών. Είναι θεωρητικά/πρακτικά/τεχνικά ~ό να ... Πβ. κατορθωτός, εφαρμόσ-, υλοποιήσ-ιμος.|| (ως ουσ.) Το επιθυμητό/ευκταίο και το ~ό. ΑΝΤ. ανέφικτος ● ΦΡ.: στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού (απαιτ. λεξιλόγ.): όσο είναι δυνατό, στα πλαίσια του δυνατού: Προσπαθήσαμε για το καλύτερο, ~ ~. [< αρχ. ἐφικτός] | |
| 19220 | εφικτότητα | [ἐφικτότητα] ε-φι-κτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εφικτού: τεχνική ~. Η ~ του εγχειρήματος. || (για δημόσιο έργο) Μελέτη ~ας και κόστους-οφέλους. Πβ. εφαρμοσιμότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. feasibility] | |
| 19221 | εφιλέ | βλ. φιλέ | |
| 19222 | εφίππιο | [ἐφίππιο] ε-φίπ-πι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σέλα. [< μτγν. ἐφίππιον] | |
| 19223 | έφιππος | , η, ο [ἔφιππος] έ-φιπ-πος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που ιππεύει· κατ' επέκτ. που γίνεται με άλογα: (σε κάποιες χώρες) ~η: Αστυνομία. ~οι: στρατιώτες. (παλαιότ.) ~οι: πολεμιστές (= ιππείς). (ως ουσ.) Πλήθος εφίππων (πβ. αναβάτης, καβαλάρης). ΑΝΤ. πεζός.|| ~η: τοξοβολία. Iππασία και ~ες περιηγήσεις.|| (που βρίσκεται πάνω σε άλογο) ~ος: ανδριάντας. [< αρχ. ἔφιππος] | |
| 19225 | ΕΦΚ | (ο): Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. | |
| 19226 | ΕΦΚΑ | (ο): Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (2017). | |
| 19227 | εφοδιάζω | [ἐφοδιάζω] ε-φο-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εφοδία-σα, εφοδιά-στηκα, -σμένος, εφοδιάζ-οντας} (+ με): παρέχω εφόδια: Το σχολείο ~στηκε με υπολογιστές.|| (μτφ.) Το γάλα ~ει τον οργανισμό με ασβέστιο. ~στηκε με θάρρος και ψυχραιμία. Πβ. εξασφαλίζω, εξοπλίζω, προμηθεύω, τροφοδοτώ, χορηγώ. Βλ. αν~. [< αρχ. ἐφοδιάζω] | |
| 19228 | εφοδιασμένος | , η, ο [ἐφοδιασμένος] ε-φο-δι-α-σμέ-νος επίθ.: που έχει εφοδιαστεί με κάτι απαραίτητο ή χρήσιμο: Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι ~οι με (: να έχουν μαζί τους) το δελτίο εξεταζομένου. (Οδηγοί) ~οι με αντιολισθητικές αλυσίδες. (μτφ.) ~οι (= οπλισμένοι) με πολλή υπομονή.|| Πόρτα ~η με κλειδαριά ασφαλείας. [< μτγν. ἐφωδιασμένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ