Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20100-20120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19229εφοδιασμός[ἐφοδιασμός] ε-φο-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.): παροχή, προμήθεια εφοδίων: έγκαιρος/ελλιπής/επαρκής ~ (σε τρόφιμα). ~ των ταξιδιωτών με φάρμακα και τον απαραίτητο εξοπλισμό.|| Ενεργειακός ~ της χώρας. ~ αεροσκαφών με καύσιμα/κτιρίων με πετρέλαιο. ~-τροφοδοσία πλοίων.|| ~ του στρατού.|| (μτφ.) ~ του οργανισμού με θρεπτικά συστατικά. ~ των μαθητών με τις απαραίτητες γνώσεις. Πβ. εξασφάλιση, τροφοδότηση. Βλ. αν~. ● ΣΥΜΠΛ.: εφοδιαστική αλυσίδα βλ. εφοδιαστικός [< μτγν. ἐφοδιασμός, γαλλ. approvisionnement, αγγλ. supply]
19230εφοδιαστής[ἐφοδιαστής] ε-φο-δι-α-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εφοδιάστρια} (λόγ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κάνει εφοδιασμούς: ~ πλοίων. ~ές τροφίμων/υλικών. Πβ. προμηθευτής, τροφοδότης.|| (στην Πολεμική Αεροπορία, ως ειδικότητα εδάφους) Ανθυποσμηναγός με ειδικότητα ~ή (διαχειριστή υλικού).|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία πετρελαίου. [< μτγν. ἐφοδιαστής, αγγλ. supplier]
19231εφοδιαστική[ἐφοδιαστική] ε-φο-δι-α-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. (στη Διοίκηση Επιχειρήσεων) ευρύ φάσμα υπηρεσιών που σχετίζονται με τη μεταφορά, αποθήκευση και διανομή αγαθών και εμπορευμάτων καθώς και με τη διαχείριση πληρωμών. Βλ. εφοδιαστική αλυσίδα. [< αγγλ. logistics, γαλλ. logistique, περ. 1960]
19232εφοδιαστικός, ή, ό [ἐφοδιαστικός] ε-φο-δι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εφοδιασμό: ~ή: εταιρεία τροφίμων.|| (σε μαρίνα) ~ό κέντρο για σκάφη. ● ΣΥΜΠΛ.: εφοδιαστική αλυσίδα & αλυσίδα εφοδιασμού: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο ή πλέγμα των απαιτούμενων διαδικασιών, ώστε να περάσει ένα προϊόν από την παραγωγή στην κατανάλωση, δηλ. η μεταφορά, αποθήκευση, συσκευασία και διακίνησή του: επιχειρήσεις/υπηρεσίες ~ής ας. [< αγγλ. supply chain] [< αγγλ. logistic(s), γαλλ. logistique, περ. 1970]
19233εφόδιο[ἐφόδιο] ε-φό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {εφοδί-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.} 1. (μτφ.) κάθε μέσο που παρέχεται σε κάποιον ή που το αποκτά ως βοήθημα ή απαραίτητο στοιχείο, για να μπορέσει να επιτύχει τους στόχους του ή να αντεπεξέλθει σε μια δύσκολη κατάσταση: ακαδημαϊκά/επαγγελματικά/ψυχικά ~α. Απαραίτητο/βασικό/χρήσιμο ~ η γνώση ξένων γλωσσών/η εργασιακή εμπειρία. Η μόρφωση αποτελεί ~ ζωής. Πτυχίο που θεωρείται δυνατό/ισχυρό ~ στην αγορά εργασίας. Πβ. προσόν. 2. υλικό αγαθό για την κάλυψη αναγκών: ~α για διανυκτέρευση και παραμονή στο ύπαιθρο (= εξοπλισμός). Προμήθεια ~ων. Εµπορία γεωργικών ~ων (: μηχανημάτων). Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις διένειμαν ~α στους αστέγους (: ρούχα, τρόφιμα, νερό, φάρμακα). Βλ. πολεμοφόδια. [< αρχ. ἐφόδιον ‘προμήθειες, δαπάνες για ταξίδι, πηγή εσόδων’ 2: γαλλ. approvisionnement, αγγλ. supply]
19234εφοδιοπομπή[ἐφοδιοπομπή] ε-φο-δι-ο-πο-μπή ουσ. (θηλ.): φάλαγγα οχημάτων που μεταφέρει είδη πρώτης ανάγκης, συνήθ. ως ανθρωπιστική βοήθεια, ή πολεμοφόδια: ~ με τρόφιμα και φάρμακα. ~ές του Ερυθρού Σταυρού/ΟΗΕ. Πβ. κονβόι.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατέστρεψαν τις ~ές του εχθρού. [< γαλλ. convoi]
19235έφοδος[ἔφοδος] έ-φο-δος ουσ. (θηλ.) {εφόδ-ου | -ων, -ους} 1. αιφνιδιαστική είσοδος προσώπου, συνήθ. εντεταλμένου, σε χώρο με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ή συλλήψεων· επιδρομή: (νυχτερινή) ~ της Αστυνομίας/των ΜΑΤ σε γιάφκα/κρησφύγετο. ~ των Ειδικών Δυνάμεων στον χώρο όπου κρατούνταν οι όμηροι/Λιμενικών στο ύποπτο σκάφος.|| ~ο στα γραφεία της Επιτροπής πραγματοποίησε η Εφορία. Βλ. επιθεώρηση.|| (μτφ.) ~ καταναλωτών στα σούπερ-μάρκετ για προμήθειες ~. 2. ΣΤΡΑΤ. απροειδοποίητη μετάβαση (υπ)αξιωματικού σε έναν χώρο, π.χ. σε σκοπιά ή σε θάλαμο, για να διαπιστωθεί αν εκτελείται σωστά μια υπηρεσία και γενικότ. αν όλα είναι καλά· η συγκεκριμένη υπηρεσία: εξωτερική ~ (= από αξιωματικό που ανήκει σε άλλη μονάδα και έρχεται στο στρατόπεδο κατά τη διάρκεια της νύχτας). 3. ΣΤΡΑΤ. το τελικό στάδιο επίθεσης εναντίον εχθρικών δυνάμεων: (επιφών.) ~! Πβ. αέρα! Πβ. γιούρια, γιουρούσι, εισβολή, εξόρμηση, επέλαση, εφόρμηση, ντου, ρεσάλτο. ● ΦΡ.: εξ εφόδου (λόγ.): ΣΤΡΑΤ. με έφοδο: κατάληψη ~ ~. [< αρχ. ἔφοδος ‘προσέγγιση, επίθεση’]
19236εφοπλισμός[ἐφοπλισμός] ε-φο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. οι εφοπλιστές, οι επιχειρήσεις και οι δραστηριότητές τους· ο εφοπλιστικός κλάδος: ο ελληνικός ~. Βλ. ναυτιλία. 2. εξοπλισμός. [< γαλλ. armement]
19237εφοπλιστής[ἐφοπλιστής] ε-φο-πλι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. εφοπλίστρια}: πλοιοκτήτης: ακτοπλόοι ~ές. Βιομήχανοι και ~ές. Βλ. μεγαλο~, ναυλωτής. [< γαλλ. armateur]
19238εφοπλιστικός, ή, ό [ἐφοπλιστικός] ε-φο-πλι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στους εφοπλιστές: ~ή: οικογένεια. ~ό: κεφάλαιο/λόμπι. Βλ. ναυτιλιακός.
19239έφοραςβλ. έφορος
19240εφορεία[ἐφορεία] ε-φο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.-ορθότ.) εφορία (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): υπηρεσία με εποπτικές αρμοδιότητες: ~ των ΓΑΚ. ~ Νεωτέρων Μνημείων. Βλ. έφορος. ● ΣΥΜΠΛ.: Εφορεία Αρχαιοτήτων : περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπεύθυνη για τη διατήρηση, προστασία, φύλαξη και ανάδειξη των αρχαιοτήτων ορισμένης περιοχής: ~ Βυζαντινών/Εναλίων/Κλασικών Αρχαιοτήτων. Βλ. Αρχαιολογική Υπηρεσία, ΕΠΚΑ. [< αρχ. ἐφορεία ‘το αξίωμα του εφόρου’]
19241εφορευτικός, ή, ό [ἐφορευτικός] ε-φο-ρευ-τι-κός επίθ.: εποπτικός: ~ό: συμβούλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: εφορευτική (επιτροπή) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): που εποπτεύει τη διεξαγωγή νόμιμης διαδικασίας, συνήθ. εκλογικής: εκλογή/μέλος ~ής ~ής. Βλ. ψηφολέκτης. [< μεσν. εφορευτικός]
19242εφορεύω[ἐφορεύω] ε-φο-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (αρχαιοπρ.) : εποπτεύω, επιβλέπω: Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ~ει τις εργασίες της εταιρείας. Πβ. επιστατώ, επιτηρώ. [< αρχ. ἐφορεύω]
19243εφορία[ἐφορία] ε-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): καθεμία από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες που έχουν βασική αρμοδιότητα τον έλεγχο της καταβολής φόρων· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: υποβολή φορολογικής δήλωσης στην ~. Μισθωτήριο θεωρημένο από την ~. Εκκαθαριστικό/έντυπα/μητρώο της ~ας. Ελεγκτές/οφειλέτες της ~ας. (μτφ.) Στο στόχαστρο/στην τσιμπίδα της ~ας. Πβ. ΔΟΥ. [< γαλλ. fisc, γερμ. Finanzamt]
19244εφοριακός, ή, ό [ἐφοριακός] ε-φο-ρι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που αναφέρεται στην εφορία: ~ός: έλεγχος. ~ές: Αρχές.|| (ως ουσ.-προφ.) Πάω σε λογιστή για τα ~ά μου (: για τη συμπλήρωση και υποβολή της φορολογικής μου δήλωσης). ● Ουσ.: εφοριακός (ο/η): υπάλληλος της εφορίας.
19245εφόρμηση[ἐφόρμηση] ε-φόρ-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σφοδρή, βίαιη επίθεση: ~ εναντίον του εχθρού. Πβ. εξόρμηση, επέλαση, επιδρομή, έφοδος. 2. (μτφ.) αιφνιδιαστική και μαζική είσοδος, άφιξη, εμφάνιση: ~ συνεργείων της Εφορίας στην αγορά. ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετη εφόρμηση (για αεροσκάφος κ. σπανιότ. για αρπακτικό πουλί): ορμητική επίθεση με κάθετη κίνηση προς τα κάτω: βομβαρδιστικά ~ης ~ης/(λόγ.) ~έτου ~ήσεως (= στούκας). [< γερμ. Sturzflug] [< 1: μτγν. ἐφόρμησις]
19246εφορμώ[ἐφορμῶ] ε-φορ-μώ ρ. (αμτβ.) {εφορμ-ά ... | εφόρμ-ησε, εφορμώντες, συχνότ. -ούντες}: επιτίθεμαι, ορμώ: Τα μαχητικά/στρατεύματα ~ησαν εναντίον των εχθρικών θέσεων. Πβ. εισορμώ, επελαύνω. Βλ. εξορμώ.|| Τα αρπακτικά ~ούν στη λεία τους (= ρίχνονται, χιμούν). [< αρχ. ἐφορμάω, εφορμῶ]
19247έφορος[ἔφορος ] έ-φο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} & (προφ.) έφορας: προϊστάμενος εφορίας ή εφορείας· γενικότ. πρόσωπο που εποπτεύει μια οργάνωση, δραστηριότητα, έναν σύλλογο ή χώρο: οικονομικός ~.|| ~ βυζαντινών/κλασικών αρχαιοτήτων. Η ~ του μουσείου.|| Τεχνικός ~. ~ αγώνων/μπάσκετ/ποδοσφαίρου/στίβου. ~ ορειβασίας. [< αρχ. ἔφορος ‘επόπτης’, γαλλ. percepteur]
19248εφόσον[ἐφόσον] ε-φό-σον σύνδ. 1. όταν, αν, με την προϋπόθεση ότι: Άδεια που θα χορηγηθεί, ~ το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει εκτάκτως, ~ παραστεί ανάγκη. ~ το θέλει και ο ίδιος.|| (εμφατ.) Θα βοηθήσω, αν και ~ μου ζητηθεί. Πβ. καθόσον. 2. αφού, επειδή: Δεν μπορώ να σου απαντήσω, ~ δεν ξέρω το θέμα. ΣΥΝ. από τη στιγμή που (2), καθώς (3) [< μτγν. ἐφ΄ ὅσον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.