Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20120-20140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19249εφτάβλ. επτά
19250εφτάζυμος, η, ο [ἑφτάζυμος] ε-φτά-ζυ-μος επίθ. & επτάζυμος: ΜΑΓΕΙΡ. που παρασκευάζεται από μαγιά ρεβυθιού. ● Ουσ.: εφτάζυμο (το): ενν. ψωμί: παραδοσιακό ~. [< μτγν. αυτόζυμος, παρετυμ. προς το εφτά]
19251έφταιξαβλ. φταίω
19252εφτακόσιαβλ. επτακόσια
19253εφτακόσιοι, ες, α βλ. επτακόσιοι
19254εφτακοσιοστός, ή, ό βλ. επτακοσιοστός
19255εφταμηνίτικος, η, ο [ἑφταμηνίτικος] ε-φτα-μη-νί-τι-κος επίθ. & επταμηνίτικος: που γεννήθηκε πρόωρα τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης: ~ο: μωρό. Βλ. -ίτικος, οκταμηνίτικο.
19256εφτάρα[ἑφτάρα] ε-φτά-ρα ουσ. (θηλ.) & επτάρα (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) ήττα ή νίκη με εφτά γκολ: Ρίξαμε/φάγαμε ~.
19257εφτάρι[ἑφτάρι] ε-φτά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο αριθμός 7 σε βαθμολογία, μέγεθος ή σειρά: Πήρε ~ στο διαγώνισμα.|| (ως επίθ.) ~ια: γράμματα (στον υπολογιστή). (στην τράπουλα) ~ κούπα/μπαστούνι. (στο ζάρι) Έφερε ~. 2. επτά: Πριν κάνα ~ χρόνια. ● Υποκ.: εφταράκι (το): Πήρε (ένα) ~ (στο μάθημα).
19258εφτασφράγιστος, η, ο βλ. επτασφράγιστος
19259εφτάφωτος, η, ο βλ. επτάφωτος
19260εφτάψυχος, η, ο [ἑφτάψυχος] ε-φτά-ψυ-χος επίθ. & (σπάν.) επτάψυχος: (για γάτα ή άνθρωπο) που δεν πεθαίνει εύκολα, που κατορθώνει να επιβιώνει κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες: (κατ' επέκτ.) Η ομάδα είναι ~η (: κερδίζει παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει). Το αυτοκίνητο αποδείχθηκε ~ο (: είναι μεγάλης αντοχής). Βλ. -ψυχος.
19261εφυαλώνω[ἐφυαλώνω] ε-φυ-α-λώ-νω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -μένος} (επίσ.): σμαλτώνω: ~μένα: κεραμικά/πλακίδια (πβ. φαγιάνς). [< γαλλ. vitrifier]
19262εφυάλωση[ἐφυάλωση] ε-φυ-ά-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επισμάλτωση. [< γαλλ. vitrification]
19263εφύγρανση[ἐφύγρανση] ε-φύ-γραν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύγρανση.
19264εφύμνιο[ἐφύμνιο] ε-φύ-μνι-ο ουσ. (ουδ.) {εφυμνί-ου} : ΕΚΚΛΗΣ. ο τελευταίος στίχος του προοιμίου ενός κοντακίου, ο οποίος επαναλαμβάνεται στα τέλη σχεδόν κάθε οίκου· επωδός ύμνου. Πβ. ακροτελεύτιο. Βλ. αλληλούια, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. [< μτγν. ἐφύμνιον]
19265εφωράθη[ἐφωράθη] ε-φω-ρά-θη ρ. (αρχαιοπρ.): συνελήφθη επ' αυτοφώρω. [< αρχ. ἐφωράθη, παθ. αόρ. του ρ. φωράω ‘πιάνω επ’ αυτοφώρω’]
19266εχέγγυο[ἐχέγγυο] ε-χέγ-γυ-ο ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εγγύηση για την επίτευξη ενός στόχου: ~α: ποιότητας. Ηγετική φυσιογνωμία που αποτελεί/συνιστά ~ για τη σταθερότητα της χώρας. Εξασφαλίζονται/προσφέρονται ασφαλή/ισχυρά ~α ανάπτυξης. Παροχή ~ων αξιοπιστίας. [< αρχ. ἐχέγγυος ‘αυτός που παρέχει εγγύηση, άξιος εμπιστοσύνης’]
19267έχει[ἔχει] έ-χει ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.} (με κτητ. αντων., λαϊκό): περιουσία, βιος: Έχασε το ~ του. [< μεσν. το έχειν]
19268εχεμύθεια[ἐχεμύθεια] ε-χε-μύ-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τήρηση της μυστικότητας, προστασία προσωπικών δεδομένων: απόλυτη/επαγγελματική ~. ~ και διακριτικότητα. Διασφάλιση/παραβίαση της ~ας. ΑΝΤ. ακριτομυθία & ακριτομύθια ● ΦΡ.: με/υπό εχεμύθεια: με μυστικότητα, εμπιστευτικότητα: Αποφάσεις που λαμβάνονται/πληροφορίες που παρέχονται ~ ~. Η διαχείριση των προσωπικών στοιχείων γίνεται ~ ~. [< μτγν. ἐχεμυθία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.