Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20140-20160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19269εχέμυθος, η, ο [ἐχέμυθος] ε-χέ-μυ-θος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ή γίνεται με εχεμύθεια: ~ος: φίλος. Διακριτικός και ~. Βλ. έμπιστος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: εξυπηρέτηση/συνεργασία. ΑΝΤ. ακριτόμυθος ● επίρρ.: εχέμυθα [< μτγν. ἐχέμυθος]
19270εχέφρων, ων, ον [ἐχέφρων] ε-χέ-φρων επίθ. (λόγ.) & εχέφρονας: συνετός, σώφρων. Πβ. ορθόφρων. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. άφρων [< αρχ. ἐχέφρων]
19271εχθέςβλ. χθες
19272έχθρα[ἔχθρα] έ-χθρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) έχτρα : εχθρότητα: αιώνια/αμοιβαία/θανάσιμη/θρησκευτική ~. ~ και φανατισμός μεταξύ οπαδών. Διαιώνιση/καλλιέργεια/υποκίνηση της ~ας. ~ες και αντιπάθειες/διαμάχες. Δεν έχω καμία προσωπική ~ μαζί σου. Αναβίωσαν/αναζωπυρώθηκαν παλιές ~ες. Πβ. αντιπαλότητα. Βλ. απέχθεια. ΣΥΝ. μίσος [< αρχ. ἔχθρα]
19273εχθρεύομαι[ἐχθρεύομαι] ε-χθρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {σπάν. -τηκε} & (λαϊκό) οχτρεύομαι: νιώθω έχθρα για κάποιον ή κάτι: ~ονται ο ένας τον άλλο.|| ~εται τη βία (= απεχθάνεται, αποστρέφεται, σιχαίνεται). ΣΥΝ. μισώ [< μτγν. ἐχθρεύω]
19274έχθρητα[ἔχθρητα] έ-χθρη-τα ουσ. (θηλ.) & όχθρητα (λαϊκό-λογοτ.): έχθρα. Βλ. -ητα. [< μεσν. έχθρητα]
3900Εχθρικός

, ή, ό [ἀνθελληνικός] αν-θελ-λη-νι-κός επίθ.: εχθρικός προς την Ελλάδα, τους Έλληνες και προς καθετί ελληνικό. ΣΥΝ. μισελληνικός ΑΝΤ. φιλελληνικός ● επίρρ.: ανθελληνικά

19275εχθρικός, ή, ό [ἐχθρικός] ε-χθρι-κός επίθ. ΑΝΤ. φιλικός 1. που ανήκει στον ή προέρχεται από τον εχθρό: ~ός: πύραυλος/στόχος/στρατός (ΑΝΤ. συμμαχικός). ~ή: απειλή/βάση/ενέργεια/επιδρομή/επίθεση/περιοχή. ~ό: έδαφος/κράτος/πλοίο. ~ές: δυνάμεις. ~ά: πυρά. Πβ. αντίπαλος. 2. που εκφράζει αντιπάθεια, μίσος: ~ός: τόνος. ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/συμπεριφορά (= εχθρότητα). ~ό: βλέμμα/κλίμα. Πβ. δυσμενής, επιθετικός.|| Είναι ~ απέναντί του. ~ σε κάθε δογματισμό. ● επίρρ.: εχθρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κακόβουλο λογισμικό βλ. λογισμικό [< μτγν. ἐχθρικός]
19276εχθρικότητα[ἐχθρικότητα] εχ-θρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εχθρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. φιλικότητα
19277εχθροπάθεια[ἐχθροπάθεια] ε-χθρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αίσθημα μίσους και αντιπαλότητας. Πβ. εμπάθεια, εχθρότητα. Βλ. -πάθεια.
19278εχθροπραξίες[ἐχθροπραξίες] ε-χθρο-πρα-ξί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {εχθροπραξι-ών | σπανιότ. στον εν. εχθροπραξία}: πολεμικές ενέργειες ή γενικότ. συγκρούσεις: ~ μεταξύ στρατιωτών και ανταρτών. Βομβαρδισμοί, ~ και σκοτωμοί. Αναζωπύρωση/κλιμάκωση/παράταση των ~ών. Αναστολή/διακοπή/κατάπαυση/λήξη των ~ών (βλ. ανακωχή). Συνεχίζονται οι ~ες.|| (μτφ.) ~ ανάμεσα στα δύο κόμματα (= εχθρότητες). [< γαλλ. hostilités]
19279εχθρός

[ἐχθρός] ε-χθρός ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εχθρά} & (λαϊκό) εχτρός, οχτρός ΑΝΤ. φίλος 1. πρόσωπο που εχθρεύεται κάποιον ή/και προσπαθεί να τον βλάψει ή να τον αποτρέψει από το να κάνει κάτι: αδιάλλακτος/αιώνιος/άσπονδος/μισητός/ορκισμένος ~. Έχει (κάνει) πολλούς ~ούς.|| (μτφ.) Αμείλικτος/δηλωμένος/φανατικός ~ της ανάπτυξης/δημοκρατίας (= πολέμιος). Βλ. οπαδός. 2. (για χώρα ή στρατό) αντίπαλος: αιώνιος/ανίκητος/επικίνδυνος/κοινός ~. Έφοδος/επέλαση/προέλαση/υποχώρηση του ~ού. Αντιμετώπιση/απώθηση/συντριβή του ~ού. Πράκτορας του ~ού. Η (αριθμητική) υπεροχή/η βάση/οι γραμμές/οι δυνάμεις/οι θέσεις του ~ού. Έπεσαν στα χέρια των ~ών. ΑΝΤ. σύμμαχος (1) 3. (μτφ.) απειλή, κίνδυνος: αθέατοι/αόρατοι/θανάσιμοι/κρυφοί/ύπουλοι ~οί της υγείας. Καταπολέμηση των ~ών των φυτών. ● ΦΡ.: ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος (αρχαία ρήση): ο πιο βέβαιος εχθρός κάποιου είναι το πρόσωπο που έχει ευεργετήσει., ούτε στον χειρότερο εχθρό μου: για κάτι πολύ δυσάρεστο που μου συνέβη: ~ ~ δεν θα ευχόμουν να πάθει τα ίδια!, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, κηρυγμένος εχθρός βλ. κηρύσσω & κηρύττω, να σκάσουν οι εχθροί μας βλ. σκάω, ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο βλ. καλό [< αρχ. ἐχθρός]

19280εχθρότητα[ἐχθρότητα] ε-χθρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εχθροτήτ-ων}: εχθρική διάθεση ή συμπεριφορά: ανοιχτή/απροκάλυπτη ~. Η αμοιβαία ~ των δύο πλευρών. Αντιπαλότητα και ~. Αισθήματα/κλίμα ~ας. Αντιπαραθέσεις/διαφορές/εντάσεις/κόντρες και ~ες. Άμβλυνση/καλλιέργεια/κλιμάκωση των ~ων. Αναζωπυρώθηκε η ~ ανάμεσα στους δύο λαούς. Τον αντιμετωπίζουν/κοιτάζουν με ~. Πβ. εχθροπάθεια, μίσος. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. έχθρα, εχθρικότητα [< γαλλ. hostilité]
19281έχιδνα[ἔχιδνα] έ-χιδ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. οχιά. 2. (μτφ.-μειωτ.) δόλιο, ύπουλο πρόσωπο. ΣΥΝ. φίδι (2) [< 1: αρχ. ἔχιδνα]
19282εχινάκεια[ἐχινάκεια] ε-χι-νά-κει-α ουσ. (θηλ.) & εχινάκια, εχινάτσια, εχινάτσεα: ΒΟΤ. πολυετές φυτό (γένος Echinacea) με μοβ και ροζ άνθη, είδη του οποίου χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του κρυολογήματος και την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. [< αγγλ.-γαλλ. echinacea]
19283εχινόδερμα[ἐχινόδερμα] ε-χι-νό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΖΩΟΛ. θαλάσσια ασπόνδυλα με συμμετρικό ακτινοειδές σώμα, όπως ο αστερίας, ο αχινός, το ολοθούριο. Βλ. -δερμος. [< γαλλ. échinodermes, αγγλ. echinoderms]
19284εχινοκοκκίαση[ἐχινοκοκκίαση] ε-χι-νο-κοκ-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασιτικό νόσημα του ανθρώπου και των ζώων. Πβ. ταινίαση. Βλ. παρασίτωση, υδατίδωση, -ίαση. [< αγγλ. echinococcosis, 1900, γαλλ. échinococcose, 1905]
19285εχινόκοκκος[ἐχινόκοκκος] ε-χι-νό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. παράσιτο σε σχήμα ταινίας (επιστ. ονομασ. Echinococcus granulosus), που ζει στο λεπτό έντερο του σκύλου και άλλων σαρκοφάγων και προκαλεί την εχινοκοκκίαση· συνεκδ. η αντίστοιχη ασθένεια: Λοίμωξη από ~ο. Βλ. υδατίδωση.|| (ως επίθ., λόγ.) ~ος: κύστη (: προκαλούμενη από το παράσιτο). [< γαλλ. échinocoque, αγγλ. echinococcus]
19286εχίνος[ἐχῖνος] ε-χί-νος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του κιονόκρανου ανάμεσα στον άβακα και τον κορμό του κίονα. [< μτγν. ἐχῖνος]
19287έχοντεςβλ. έχων

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.