| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1018 | αερολογίες | [ἀερολογίες] α-ε-ρο-λο-γί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. αερολογία} & αερολογήματα (τα): λόγια του αέρα, κενά περιεχομένου, ανούσια και συνεκδ. ανοησίες, μπούρδες: βαρύγδουπες/δημαγωγικές/τηλεοπτικές ~.|| Εντυπωσιακή ~α. Πβ. κενο-, μπουρδο-, περιττο-λογία, φληναφήματα, φλυαρία. | |
| 1019 | αερολογικός | , ή, ό [ἀερολογικός] α-ε-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την αερολογία: ~οί: σταθμοί. [< γαλλ. aérologique] | |
| 1020 | αερολόγος | [ἀερολόγος] α-ε-ρο-λό-γος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που μιλάει ανούσια: Στα τηλεοπτικά "παράθυρα" παρελαύνουν πάσης φύσεως ~οι. Πβ. κενολόγος, φλύαρος. Βλ. -λόγος. | |
| 1021 | αερολογώ | [ἀερολογῶ] α-ε-ρο-λο-γώ ρ. {αερολογ-είς ..., -ώντας}: λέω λόγια του αέρα, μιλώ ανούσια: Δεν απαντούσε συγκεκριμένα, ~ούσε. Πβ. αοριστο-, περιττο-λογώ, φλυαρώ. | |
| 1022 | αερόλυμα | [ἀερόλυμα] α-ε-ρό-λυ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αεροζόλ: Σύστημα πυρόσβεσης με ~. ● αερολύματα (τα): αιωρούμενα στον αέρα σωματίδια: ατμοσφαιρικά ~ (: αιθάλη, διοξείδιο του θείου, σκόνη). Πρωτογενή και δευτερογενή οργανικά ~. | |
| 1023 | αερομαχητικός | , ή, ό [ἀερομαχητικός] α-ε-ρο-μα-χη-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που αναφέρεται σε αερομαχίες ή πληροί τις προϋποθέσεις, για να λάβει μέρος σε αυτές: ~ά: (αερο)σκάφη.|| (ως ουσ.) Πιλότος ~ού. | |
| 1024 | αερομαχία | [ἀερομαχία] α-ε-ρο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μάχη πολεμικών αεροσκαφών: κλειστή ~. Ελιγμοί ~ας. Ενεπλάκη/καταρρίφθηκε σε ~. Πβ. εναέρια μονομαχία. Βλ. αεροναυμαχία, -μαχία.|| (μτφ.) Πολιτικές ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: εικονική αερομαχία βλ. εικονικός [< μτγν. ἀερομαχία (για πτηνά), γαλλ. aérien combat] | |
| 1025 | αερομεταφερόμενος | , η, ο [ἀερομεταφερόμενος] α-ε-ρο-με-τα-φε-ρό-με-νος επίθ.: που μεταφέρεται με τον αέρα ή με αεροπορικό μέσο: ~ος: θόρυβος/ιός ~η: μόλυνση/ρύπανση/σκόνη. ~ες: ασθένειες. ~α: μικρόβια/σωματίδια (: αερόφερτα).|| ~ος: τουρισμός.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ος: εξοπλισμός. ~ο: ραντάρ. ~ες: (στρατιωτικές) μονάδες. ~α: στρατεύματα. [< αγγλ. airborne, γαλλ. aéroporté, 1928] | |
| 1026 | αερομεταφορά | [ἀερομεταφορά] α-ε-ρο-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ. αερομεταφορές}: εναέρια μεταφορά: εμπορική/επείγουσα/στρατηγική/υγειονομική ~. ~ ασθενών/εμπορευμάτων/επιβατών/στρατιωτών/φορτίων. Διεθνείς/εσωτερικές ~ές. Η συμβολή των ~ών στην τουριστική ανάπτυξη. [< αγγλ. air transport, 1929] | |
| 1027 | αερομεταφορέας | [ἀερομεταφορέας] α-ε-ρο-με-τα-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): εταιρεία ή οργανισμός που διεκπεραιώνει εναέριες μεταφορές: διεθνής/διηπειρωτικός/εθνικός/ιδιωτικός/κρατικός ~. ~είς χαμηλού κόστους. [< αγγλ. air transporter] | |
| 1028 | αερομηχανική | [ἀερομηχανική] α-ε-ρο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΦΥΣ. κλάδος της ρευστομηχανικής που μελετά την ισορροπία και την κίνηση των αέριων μαζών και των σωμάτων που περιέχονται σε αυτές. Βλ. αερο-δυναμική, -στατική, υδρομηχανική. [< αγγλ. aeromechanics, 1909] | |
| 1029 | αερομοντελισμός | [ἀερομοντελισμός] α-ε-ρο-μο-ντε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κατασκευή και χρήση μικρών ομοιωμάτων αεροπλάνων για ψυχαγωγικούς λόγους. [< γαλλ. aéromodélisme, 1942] | |
| 1030 | αερομοντελιστής | [ἀερομοντελιστής] α-ε-ρο-μο-ντε-λι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδίδεται στον αερομοντελισμό. | |
| 1031 | αερομοντελιστικός | , ή, ό [ἀερομοντελιστικός] α-ε-ρο-μο-ντε-λι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αερομοντελισμό ή τον αερομοντελιστή. [< γαλλ. aéromodeliste] | |
| 1032 | αερομοντέλο | [ἀερομοντέλο] α-ε-ρο-μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.): μικρών διαστάσεων αντίγραφο αεροσκάφους για ψυχαγωγική χρήση: τηλεκατευθυνόμενα ~α ελεύθερης/κυκλικής πτήσης. | |
| 1033 | αερόμπικ | [ἀερόμπικ] α-ε-ρό-μπικ ουσ. (ουδ.): αεροβική. | |
| 1034 | αεροναυαγοσωστικός | , ή, ό [ἀεροναυαγοσωστικός] α-ε-ρο-ναυ-α-γο-σω-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διάσωση ναυαγών με τη βοήθεια αεροπορικού μέσου: ~ό: σκάφος. ● Ουσ.: αεροναυαγοσωστικό (το) 1. κατάλληλα εξοπλισμένο αεροσκάφος για εντοπισμό ναυαγών και τον εφοδιασμό τους με σωστικά μέσα. 2. ταχύ πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, που χρησιμοποιείται σε αεροναυτική συνεργασία. Βλ. καταδρομικό. | |
| 1035 | αεροναυμαχία | [ἀεροναυμαχία] α-ε-ρο-ναυ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ένοπλη σύγκρουση με συμμετοχή αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων: Οι ~ες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Βλ. αερομαχία. | |
| 1036 | αεροναυπηγική | [ἀεροναυπηγική] α-ε-ρο-ναυ-πη-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. αεροναυτική. | |
| 1037 | αεροναυπηγικός | , ή, ό [ἀεροναυπηγικός] α-ε-ρο-ναυ-πη-γι-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυπηγική ή τον αεροναυπηγό: ~ή: βιομηχανία. ~ές: εκθέσεις/εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: προγράμματα/συστήματα. ΣΥΝ. αεροναυτικός (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ