| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19308 | ζαβολιά | ζα-βο-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (σε παιχνίδι) εξαπάτηση των συμπαικτών: Πήγε να κάνει ~ (: πονηριά), για να κερδίσει.|| (γενικότ.) Πολιτική ~. Πβ. απάτη, κατεργαριά, ξεγέλασμα. 2. σκανδαλιά, αταξία, κυρ. μικρών παιδιών. [< διαβολιά, με τροπή (δi > z)] | |
| 19309 | ζαβολιάρης | , α, ικο ζα-βο-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που κάνει ζαβολιές: ~ης: μαθητής. ~ικο: παιδί. Βλ. ζωηρός.|| (ως ουσ.) Δεν παίζω με ~ηδες. Πβ. κατεργάρης, σκανδαλιάρης. Βλ. -ιάρης, πειραχτήρι. | |
| 19310 | ζαβολιάρικος | , η, ο ζα-βο-λιά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που ταιριάζει σε ζαβολιάρη ή τον θυμίζει: ~η: διάθεση. Πβ. κατεργ-, σκανδαλι-άρικος. ● επίρρ.: ζαβολιάρικα | |
| 19311 | ζαβός | , ή, ό ζα-βός επίθ. (λαϊκό) 1. ανόητος, χαζός: Είναι λίγο ~ (= βλάκας). Είναι ντιπ ~ή (= βλαμμένη).|| (στο ουδ. ως ουσ.) Τα ~ά της παρέας (πβ. ηλίθιος). 2. (σπάν.-μτφ.) στραβός, ανάποδος: ~ό: ριζικό. Πβ. αντίξοος, κακός. ΑΝΤ. καλός.|| (για πρόσ.) Όσο γερνάει γίνεται όλο και πιο ~ (πβ. δύστροπος, ιδιότροπος, λοξός, παράξενος, στριμμένος. ΑΝΤ. φυσιολογικός). ● επίρρ.: ζαβά [< μεσν. ζαβός] | |
| 19312 | ζαβώνω | ζα-βώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζάβω-σε, ζαβώ-σει} (λαϊκό) 1. αποβλακώνω: Έχεις ~σει (= χαζέψει), μου φαίνεται. 2. (σπανιότ.-μτφ.) χαλώ, ανατρέπω κάτι: Πρόσεξε μην τα ~σεις τα πράγματα. Πβ. διαλύω. ● ζαβώνει (μτφ.): έχει αρνητική εξέλιξη: Η δουλειά ~σε (= πήγε στραβά, στράβωσε). [< μεσν. ζαβώνω] | |
| 19313 | ζαγάρι | ζα-γά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κυνηγόσκυλο, λαγωνικό. 2. (μτφ.-μειωτ. ή υβριστ.) άξεστος, αγροίκος. Πβ. ακαλλιέργητος, βλάχος, χωριάτης. ΣΥΝ. ταγάρι (3) [< μεσν. ζαγάρι(ον)] | |
| 19314 | ζαγκέτα | ζα-γκέ-τα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος γλώσσας (οικογ. Pleuronectidae). Βλ. -έτα, χωματίδα. [< ιταλ. zanchetta] | |
| 19315 | ζαϊνισμός | ζα-ϊ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ζ) & τζαϊνισμός: ΘΡΗΣΚ. θρησκεία που προήλθε από τον ινδουισμό και στηρίζεται στην αρχή της μη βίας και του σεβασμού προς όλα τα έμψυχα όντα. Βλ. βουδισμός, κάρμα, κάστα, νιρβάνα, σαμσάρα, -ισμός. [< αγγλ. Jainism] | |
| 19316 | ζακάρ | ζα-κάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τρόπος πλέξης που βασίζεται στην ύφανση περίτεχνων πολύχρωμων σχεδίων και συνεκδ. ρούχο που έχει πλεχτεί με αυτόν τον τρόπο: (ως επίθ.) πουλόβερ ~. [< γαλλ. jacquard, γαλλ. ανθρ. J. M. Jacquard] | |
| 19317 | ζακέτα | ζα-κέ-τα ουσ. (θηλ.): βαμβακερό ή μάλλινο ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος, που κλείνει μπροστά με κουμπιά ή φερμουάρ και έχει μήκος περ. μέχρι τη μέση και σπανιότ. τα γόνατα: ανδρική/ελαφριά/μακριά/πλεκτή ~. Έριξα πάνω μου μία ~, γιατί κρύωνα. Βλ. ημίπαλτο, μπολερό, σακάκι, τζάκετ, -έτα. ● Υποκ.: ζακετάκι (το), ζακετίτσα (η), ζακετούλα (η) [< γαλλ. jaquette] | |
| 19318 | ζακόνι | ζα-κό-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): συνήθεια, έθιμο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη (παροιμ.): οι κάτοικοι κάθε τόπου έχουν τους δικούς τους τρόπους συμπεριφοράς και κοινωνικής έκφρασης. [< μεσν. ζακόνι < σλαβ. zakonu] | |
| 19319 | ζακυνθινός | , ή, ό ζα-κυν-θι-νός επίθ. & (προφ.) ζακυθινός: που σχετίζεται με την Ζάκυνθο ή/και τους Ζακυνθινούς. [< μεσν. ζακυνθινός] | |
| 19320 | Ζακυνθινός, Ζακυνθινή & Ζακυνθινιά | Ζα-κυν-θι-νός επίθ./ουσ. & (λόγ.) Ζακύνθιος, Ζακύνθια & Ζακυνθία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ζάκυνθο. [< μεσν. Ζακυνθινός· αρχ. Ζακύνθιος] | |
| 19321 | ζαλάδα | ζα-λά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (νεαν. αργκό) ζαλούρα: ζάλη: Ένιωσε μια ~. Έχει ~ες (= ζαλίζεται). Πρωινές ~ες (= ναυτίες) εγκύων. Βλ. -άδα. | |
| 19322 | ζάλη | ζά-λη ουσ. (θηλ.) 1. δυσάρεστο αίσθημα το οποίο χαρακτηρίζεται από την υποκειμενική εντύπωση ότι ο γύρω χώρος περιστρέφεται ή μετατοπίζεται, με αποτέλεσμα να προκαλείται προσωρινή αστάθεια, πονοκέφαλος και γενικότ. δυσφορία: ελαφρά ~. Αίσθημα ~ης. ~ και λιποθυμικές τάσεις. Η ~ της μέθης/του ποτού. Την έπιασε/της ήρθε ~ (= ζαλίστηκε). Πβ. ίλιγγος, ναυτία, σκοτοδίνη. Βλ. καρηβαρία. ΣΥΝ. ζαλάδα 2. (κατ' επέκτ.) ταραχή, σύγχυση, αναστάτωση: Από τη ~ του ξέχασε να κλειδώσει την πόρτα. Μέσα στη ~ του έρωτα/της καθημερινότητας. Βλ. ανεμο~. ΣΥΝ. παραζάλη, σαστιμάρα [< μεσν. ζάλη] | |
| 19323 | ζαλίζω | ζα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ζάλι-σα, ζαλί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} 1. προκαλώ αίσθημα ζάλης σε κάποιον: Η δυνατή μουσική/ο ήλιος/το κρασί με ~ει. ΣΥΝ. αποχαυνώνω, ζαβλακώνω ΑΝΤ. ξεζαλίζω 2. (μτφ.) ενοχλώ, κουράζω κάποιον: Να μη σε ~ με τα δικά μου! Είμαι ~σμένη από τη δουλειά. Μην με ~εις (= πρήζεις). ΣΥΝ. πονοκεφαλιάζω (1), σκοτίζω 3. (μτφ.) αναστατώνω, συνεπαίρνω: Τον ~σαν τα πλούτη και οι πολυτέλειες. ~στηκε (= σάστισε, τα έχασε) από την ομορφιά της. ΣΥΝ. μεθώ (2) ● ΦΡ.: μου ζαλίζει τον έρωτα βλ. έρωτας, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. αυτί, μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι [< μεσν. ζαλίζω] | |
| 19324 | ζάλισμα | ζά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του ζαλίζω. Πβ. ζαλάδα, ζάλη. | |
| 19325 | ζάλο | ζά-λο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.) (στον χορό): βήμα, άλμα: δύο ~α δεξιά, ένα αριστερά. Βλ. πεντοζάλης. [< μεσν. ζάλον] | |
| 19326 | Ζάλογγο | Ζά-λογ-γο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: ο χορός του Ζαλόγγου 1. ΙΣΤ. η πράξη αυτοθυσίας ομάδας Σουλιωτισσών, οι οποίες, προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Τουρκαλβανούς (1803), έπεσαν, αφού πρώτα έριξαν τα παιδιά τους, από τον βράχο του Ζαλόγγου, χορεύοντας και τραγουδώντας. 2. (μτφ.) επικείμενη και βέβαιη καταστροφή: Μας βλέπω να σέρνουμε/στήνουμε/χορεύουμε τον ~ό ~, αν η κατάσταση δεν βελτιωθεί! Σπρώχνουν τη χώρα στο(ν) ~ό ~ (= στον γκρεμό). | |
| 19327 | ζαμάνια | ζα-μά-νια ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: χρόνια/καιρούς και ζαμάνια & χρόνια και καιρούς (προφ.): για να δηλωθεί μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ ~ έχουμε να σε δούμε/να τα πούμε! [< τουρκ. zaman] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ