Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20200-20220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19328ζαμανφούζα-μαν-φού επίθ. {άκλ.} & ζαμάν φου (προφ.) : που δείχνει πλήρη αδιαφορία για κάτι που θα έπρεπε να τον απασχολεί: Είναι τύπος ~ (= πέρα βρέχει)!|| ~ ύφος. ● ΦΡ.: ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα βλ. τούρλα [< γαλλ. je-m’en-fous]
19329ζαμανφουτισμόςζα-μαν-φου-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ζεμανφουτισμός: πλήρης αδιαφορία για κάτι που θα έπρεπε να προκαλεί ενδιαφέρον ή ανησυχία: Φάνηκε η ανοργανωσιά και ο ~ του. Πβ. αμέλεια, απάθεια. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. οχαδερφισμός [< γαλλ. je-m’en-foutisme]
19330ζαμανφουτίσταςζα-μαν-φου-τί-στας ουσ. (αρσ.): αυτός που δείχνει ζαμανφουτισμό. Πβ. αδιάφορος, αμελής, απαθής. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. je-m΄en-foutiste]
19331ζαμενήςζα-με-νής ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ονομασία φιδιών (οικογ. Colubridae) με πράσινο ή γκρι χρώμα. Βλ. δεντρογαλιά. [< αρχ. ζαμενής ‘βίαιος, ορμητικός, παράφορος’, νεολατ. zamenis, αγγλ. ~]
19332ζάμιαζά-μι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ανθεκτικό φυτό εσωτερικού χώρου με πλούσιο φύλλωμα (οικογ. Zamiaceae, γένος Zamia). [< αγγλ. zamia, 1819]
19333ζαμπάκιζα-μπά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ΒΟΤ. ποικιλία του φυτού νάρκισσος. Πβ. ζουμπούλι, μανουσάκι. [< τουρκ. zambak]
19334ζάμπλουτος, η, ο βλ. ζάπλουτος
19335ζαμπόνζα-μπόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό που παρασκευάζεται συνήθ. με πάστωμα ή κάπνισμα χοιρινού κρέατος: βραστό/καπνιστό ~. Φέτες ~. Τοστ ~-τυρί. Πβ. χαμόν. ΣΥΝ. χοιρομέρι ● Υποκ.: ζαμπονάκι (το): μικρό κομμάτι ή μικρή συσκευασία (κονσέρβα) ζαμπόν. [< γαλλ. jambon]
19336ζαμπονοτυρόπιταζα-μπο-νο-τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με ζαμπόν και τυρί. Βλ. -πιτα.
19337ζαμπούκοςβλ. σαμπούκος
19338ζαμφόρζαμ-φόρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ζανφόρ (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική ράβδος με λαστιχένιες άκρες που συνδέεται μέσω ελαστικών συνδέσμων με την ανάρτηση και το πλαίσιο του οχήματος. Βλ. σασί, σινεμπλόκ. ΣΥΝ. αντιστρεπτική ράβδος [< γαλλ. jambe de force]
19339ζαντουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, συνήθ. πράσινου ή κιτρινωπού χρώματος: κομπολόι από ~. Πβ. νεφρίτης. [< γαλλ. jade]
19340ζάνταζά-ντα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. στεφάνη του τροχού οχήματος, στην οποία εφαρμόζεται το λάστιχο: ελαφριά ~ ή ~ ελαφρού κράματος. Ελαστικά και ~ες (αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας). Διάσταση ~ας (σε ίντσες). ~ες αλουμινίου. [< γαλλ. jante]
19341ζαντολάστιχαζα-ντο-λά-στι-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ζευγάρι από ζάντες και λάστιχα.
19342ζάπιβλ. ζάφτι
19343ζάπινγκζά-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ζάπιγκ (προφ.): διαρκής αλλαγή τηλεοπτικών σταθμών με το τηλεχειριστήριο: Κάνω ~. [< αγγλ. zapping, 1972, γαλλ. ~, 1986]
19344ζάπλουτος, η, ο ζά-πλου-τος επίθ. & ζάμπλουτος (επιτατ.): πάμπλουτος, βαθύπλουτος. Πβ. εκατομμυριούχος, κροίσος. ΑΝΤ. πάμφτωχος & πάμπτωχος [< αρχ. ζάπλουτος]
19345ζαπονέζα-πο-νέ επίθ. {άκλ.}: είδος ριχτού μανικιού που είναι προέκταση του ενδύματος, χωρίς δηλαδή ραφή στη μασχάλη. Βλ. κιμονό. [< γαλλ. (costume) japonais]
19346ζάραζά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ΣΥΝ. ζαρωματιά 1. πτυχή, τσαλάκωμα σε ύφασμα. Πβ. τσάκιση. 2. (μτφ.) ρυτίδα. ΣΥΝ. αυλακιά (2)
19347ζαργάναζαρ-γά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μακρόστενο σώμα, μακρύ μυτερό ρύγχος, πρασινωπή ράχη και ασημόλευκη κοιλιά (επιστ. ονομασ. Belone belone). ΣΥΝ. βελονίδα 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός γυναίκας με λεπτό και όμορφο σώμα. Πβ. συλφίδα. 3. ΒΟΤ. (σπάν.) εγχώρια ποικιλία χλωρού φασολιού και το αντίστοιχο λαδερό φαγητό. Πβ. φασολάκι. [< 1: μεσν. ζαργάνα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.