| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19328 | ζαμανφού | ζα-μαν-φού επίθ. {άκλ.} & ζαμάν φου (προφ.) : που δείχνει πλήρη αδιαφορία για κάτι που θα έπρεπε να τον απασχολεί: Είναι τύπος ~ (= πέρα βρέχει)!|| ~ ύφος. ● ΦΡ.: ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα βλ. τούρλα [< γαλλ. je-m’en-fous] | |
| 19329 | ζαμανφουτισμός | ζα-μαν-φου-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ζεμανφουτισμός: πλήρης αδιαφορία για κάτι που θα έπρεπε να προκαλεί ενδιαφέρον ή ανησυχία: Φάνηκε η ανοργανωσιά και ο ~ του. Πβ. αμέλεια, απάθεια. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. οχαδερφισμός [< γαλλ. je-m’en-foutisme] | |
| 19330 | ζαμανφουτίστας | ζα-μαν-φου-τί-στας ουσ. (αρσ.): αυτός που δείχνει ζαμανφουτισμό. Πβ. αδιάφορος, αμελής, απαθής. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. je-m΄en-foutiste] | |
| 19331 | ζαμενής | ζα-με-νής ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ονομασία φιδιών (οικογ. Colubridae) με πράσινο ή γκρι χρώμα. Βλ. δεντρογαλιά. [< αρχ. ζαμενής ‘βίαιος, ορμητικός, παράφορος’, νεολατ. zamenis, αγγλ. ~] | |
| 19332 | ζάμια | ζά-μι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ανθεκτικό φυτό εσωτερικού χώρου με πλούσιο φύλλωμα (οικογ. Zamiaceae, γένος Zamia). [< αγγλ. zamia, 1819] | |
| 19333 | ζαμπάκι | ζα-μπά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ΒΟΤ. ποικιλία του φυτού νάρκισσος. Πβ. ζουμπούλι, μανουσάκι. [< τουρκ. zambak] | |
| 19334 | ζάμπλουτος | , η, ο βλ. ζάπλουτος | |
| 19335 | ζαμπόν | ζα-μπόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό που παρασκευάζεται συνήθ. με πάστωμα ή κάπνισμα χοιρινού κρέατος: βραστό/καπνιστό ~. Φέτες ~. Τοστ ~-τυρί. Πβ. χαμόν. ΣΥΝ. χοιρομέρι ● Υποκ.: ζαμπονάκι (το): μικρό κομμάτι ή μικρή συσκευασία (κονσέρβα) ζαμπόν. [< γαλλ. jambon] | |
| 19336 | ζαμπονοτυρόπιτα | ζα-μπο-νο-τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με ζαμπόν και τυρί. Βλ. -πιτα. | |
| 19337 | ζαμπούκος | βλ. σαμπούκος | |
| 19338 | ζαμφόρ | ζαμ-φόρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ζανφόρ (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική ράβδος με λαστιχένιες άκρες που συνδέεται μέσω ελαστικών συνδέσμων με την ανάρτηση και το πλαίσιο του οχήματος. Βλ. σασί, σινεμπλόκ. ΣΥΝ. αντιστρεπτική ράβδος [< γαλλ. jambe de force] | |
| 19339 | ζαντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, συνήθ. πράσινου ή κιτρινωπού χρώματος: κομπολόι από ~. Πβ. νεφρίτης. [< γαλλ. jade] | |
| 19340 | ζάντα | ζά-ντα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. στεφάνη του τροχού οχήματος, στην οποία εφαρμόζεται το λάστιχο: ελαφριά ~ ή ~ ελαφρού κράματος. Ελαστικά και ~ες (αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας). Διάσταση ~ας (σε ίντσες). ~ες αλουμινίου. [< γαλλ. jante] | |
| 19341 | ζαντολάστιχα | ζα-ντο-λά-στι-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ζευγάρι από ζάντες και λάστιχα. | |
| 19342 | ζάπι | βλ. ζάφτι | |
| 19343 | ζάπινγκ | ζά-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ζάπιγκ (προφ.): διαρκής αλλαγή τηλεοπτικών σταθμών με το τηλεχειριστήριο: Κάνω ~. [< αγγλ. zapping, 1972, γαλλ. ~, 1986] | |
| 19344 | ζάπλουτος | , η, ο ζά-πλου-τος επίθ. & ζάμπλουτος (επιτατ.): πάμπλουτος, βαθύπλουτος. Πβ. εκατομμυριούχος, κροίσος. ΑΝΤ. πάμφτωχος & πάμπτωχος [< αρχ. ζάπλουτος] | |
| 19345 | ζαπονέ | ζα-πο-νέ επίθ. {άκλ.}: είδος ριχτού μανικιού που είναι προέκταση του ενδύματος, χωρίς δηλαδή ραφή στη μασχάλη. Βλ. κιμονό. [< γαλλ. (costume) japonais] | |
| 19346 | ζάρα | ζά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ΣΥΝ. ζαρωματιά 1. πτυχή, τσαλάκωμα σε ύφασμα. Πβ. τσάκιση. 2. (μτφ.) ρυτίδα. ΣΥΝ. αυλακιά (2) | |
| 19347 | ζαργάνα | ζαρ-γά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μακρόστενο σώμα, μακρύ μυτερό ρύγχος, πρασινωπή ράχη και ασημόλευκη κοιλιά (επιστ. ονομασ. Belone belone). ΣΥΝ. βελονίδα 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός γυναίκας με λεπτό και όμορφο σώμα. Πβ. συλφίδα. 3. ΒΟΤ. (σπάν.) εγχώρια ποικιλία χλωρού φασολιού και το αντίστοιχο λαδερό φαγητό. Πβ. φασολάκι. [< 1: μεσν. ζαργάνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ