| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19348 | ζαργκόν | ζαρ-γκόν ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΓΛΩΣΣ. γλωσσικός κώδικας τον οποίο χρησιμοποιούν άτομα της ίδιας, κυρ. επαγγελματικής, ομάδας, με σκοπό να επικοινωνούν ευκολότερα μεταξύ τους ή να μη γίνονται κατανοητοί από τρίτους: η ~ των δημοσιογράφων. Πβ. αργκό, κοινωνιόλεκτος. [< γαλλ. jargon] | |
| 19349 | ζαρζαβατικό | ζαρ-ζα-βα-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.-προφ.) ζαρζαβάτι: ΒΟΤ. λαχανικό που τρώγεται κυρ. μαγειρεμένο: Καλλιεργεί/παράγει ντομάτες, κρεμμυδάκια και άλλα ~ά. Βλ. χορταρικά. [< τουρκ. zerzevat] | |
| 19350 | ζάρι | ζά-ρι ουσ. (ουδ.) : μικρός κύβος του οποίου η κάθε έδρα έχει από μία μέχρι έξι συνήθ. βούλες· χρησιμοποιείται σε τυχερά ή επιτραπέζια παιχνίδια: Οι παίχτες πετούν/ρίχνουν τα ~ια. ● ζάρια (τα): (συνεκδ.) τυχερό παιχνίδι που παίζεται με τους ομώνυμους κύβους: Παίζει ~ στο καζίνο. Πβ. κυβεία. ΣΥΝ. μπαρμπούτι ● ΦΡ.: παίζω κάτι στα ζάρια 1. στοιχηματίζω περιουσιακό κυρ. αγαθό στο αντίστοιχο παιχνίδι: Έπαιξε όλες του τις οικονομίες ~ ~. 2. (μτφ.) θέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω: Η επιχείρηση παίζει ~ ~ την τύχη των εργαζομένων. [< μεσν. ζάρι(ν)] | |
| 19351 | ζαριά | ζα-ριά ουσ. (θηλ.): ρίξιμο ζαριού ή ζαριών και ο αριθμός ή το άθροισμα των αριθμών που δείχνουν οι επάνω έδρες τους, όταν πάρουν σταθερή θέση: Έριξε/έφερε κακή/καλή ~ (= ριξιά). Βλ. ασόδυο, διπλές, εξάρες, ντόρτια. | |
| 19352 | ζαρκάδι | ζαρ-κά-δι ουσ. (ουδ.) {ζαρκαδιού}: ΖΩΟΛ. λεπτόσωμο τετράποδο θηλαστικό μηρυκαστικό (επιστ. ονομασ. Capreolus capreolus), συγγενικό προς το ελάφι: Έτρεχε γρήγορα σαν ~. ● Υποκ.: ζαρκαδάκι (το) [< μεσν. ζαρκάδι < αρχ. ζαρκάς, δορκάς] | |
| 19353 | ζαρντινιέρα | ζαρ-ντι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κατασκευή κτιστή στο εξωτερικό βεράντας ή μπαλκονιού ή σε πεζοδρόμιο, στην οποία φυτεύονται καλλωπιστικά φυτά. Βλ. γλάστρα, κασπό, -ιέρα. [< γαλλ. jardinière] | |
| 19354 | ζαρτιέρες | ζαρ-τιέ-ρες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ζαρτιέρα}: ελαστική ζώνη που φοριέται γύρω από το εσώρουχο και συγκρατεί τις ψηλές γυναικείες κάλτσες. Πβ. καλτσοδέτα. ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι [< γαλλ. jarretière] | |
| 19355 | ζάρωμα | ζά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζαρώνω: ~ δέρματος (= ρυτίδωμα). Πβ. ζάρα, σούφρωμα. [< μεσν. ζάρωμα] | |
| 19356 | ζαρωματιά | ζα-ρω-μα-τιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζάρα. | |
| 19357 | ζαρώνω | ζα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζάρω-σα, -μένος, ζαρών-οντας} (προφ.) 1. μαζεύω το σώμα μου, κουλουριάζομαι: ~σε (= διπλώθηκε) από το κρύο/από τον φόβο του. Πβ. κουβαριάζομαι. Βλ. τεντώνω. 2. γεμίζω ζάρες: Το πουκάμισο/τραπεζομάντιλο ~σε. Βλ. πτυχώνει.|| Το πρόσωπό της ήταν ~μένο (= ρυτιδιασμένο) από τα γηρατειά. 3. κάνω κάτι να αποκτήσει πτυχές, ζάρες: ~σε το μέτωπό/τα φρύδια του (πβ. σουφρώνω). 4. χάνω βάρος, αδυνατίζω, μαζεύω: ~σε από την αρρώστια. Πβ. συρρικνώνω, φυραίνω. [< μεσν. ζαρώνω] | |
| 19358 | ζατρίκιο | ζα-τρί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {ζατρικίου} (λόγ.): σκάκι. [< μεσν. ζατρίκιον] | |
| 19359 | ζαφειρένιος | , ια, ιο ζα-φει-ρέ-νιος επίθ. 1. που έχει κατασκευαστεί από ζαφείρια ή έχει διακοσμηθεί με αυτά: ~ιο: δαχτυλίδι. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που έχει το βαθυγάλαζο χρώμα του ζαφειριού: ~ια: θάλασσα. Βλ. περλέ, ρουμπινής, σμαραγδής. | |
| 19360 | ζαφείρι | ζα-φεί-ρι ουσ. (ουδ.) {ζαφειριού}: ΟΡΥΚΤ. πολύτιμος λίθος μπλε χρώματος: δαχτυλίδι με ~ια. ΣΥΝ. σάπφειρος. Βλ. κορούνδιο, τιρκουάζ, τοπάζι.|| (συνεκδ.) Μάτια ~ια (= βαθυγάλανα). [< μεσν. ζαφείρι(ν)] | |
| 19361 | ζαφορά | ζα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαφράν. [< μεσν. ζαφορά] | |
| 19362 | ζαφράν | βλ. σαφράν | |
| 19363 | ζάφτι | ζά-φτι ουσ. (ουδ.) & ζάπι (λαϊκό): επιβολή, περιορισμός· κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω κάποιον ζάφτι: (κυρ. με άρνηση) καταφέρνω να τον χειριστώ, να του επιβληθώ: Δεν μπορεί να την ~ει ~ (= κουμαντάρει, κουλαντρίσει, χαλιναγωγήσει). ΣΥΝ. κάνω (κάποιον) καλά [< μεσν. ζάφτι] | |
| 19364 | ζαχαρ- | βλ. ζαχαρο- | |
| 19365 | ζαχαρένια | ζα-χα-ρέ-νια ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου (προφ.): χαλώ την ψυχική μου διάθεση, στενοχωριέμαι: Μη χαλάς ~ ~ σου (= σκας, σκοτίζεσαι) άνευ λόγου και αιτίας. Ασ' τον να λέει ό,τι θέλει! Δεν θα χαλάσω εγώ ~ (= πιεστώ), επειδή το θέλει αυτός. | |
| 19366 | ζαχαρένιος | , ια, ιο ζα-χα-ρέ-νιος επίθ. 1. που έχει φτιαχτεί από ζάχαρη ή την περιέχει: ~ια: διακοσμητικά.|| ~ιες: λιχουδιές. 2. (μτφ.) πολύ γλυκός ή απολαυστικός: ~ια: λόγια (= μελιστάλαχτα). Βλ. -ένιος, μελένιος. [< μεσν. ζαχαρένιος] | |
| 19367 | ζάχαρη | ζά-χα-ρη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ζάχαρις: ΖΑΧΑΡ. κρυσταλλική γλυκαντική ουσία της ομάδας των υδατανθράκων που εξάγεται κυρ. από το ζαχαροκάλαμο και τα ζαχαρότευτλα: επιτραπέζια/καστανή/λευκή/μαύρη/χοντρή/ψιλή ~. ~ σε κύβους. Υποκατάστατο ~ης (= ζαχαρίνη) για δίαιτα. Πίνει τον καφέ του με δύο κουταλιές ~/(προφ.) με δύο ~ες. (για συνταγή:) Ένα φλιτζάνι του τσαγιού ~. ΣΥΝ. σακχαρόζη. Βλ. γλυκόζη, στέβια, φρουκτόζη.|| (μτφ.) Ζωή γλυκιά σαν ~. (μτφ.-ειρων.) Κι επειδή βρέχει; Δεν θα λιώσεις, δεν είσαι από ~ (: για άτομο υπερευαίσθητο, που δεν αντέχει την ταλαιπωρία και παραπονιέται με το παραμικρό). ● ΣΥΜΠΛ.: ζάχαρη άχνη/άχνη ζάχαρη: λευκή ζάχαρη σε σκόνη, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή γλυκών. ● ΦΡ.: (την) περνάω ζάχαρη (προφ.): καλοπερνώ: Είναι διακοπές και ~ει ~! ΣΥΝ. την περνάω/την βγάζω κοτσάνι, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον (προφ.): διατηρώ πολύ καλές και αρμονικές σχέσεις μαζί του: Τα πάνε/περνάνε ~ οι δυο τους (: είναι μέλι-γάλα, συμφωνούν σε όλα)., τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι βλ. λόγια [< μεσν. ζάχαρη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ