| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19368 | ζαχαρί | ζα-χα-ρί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα της ζάχαρης: ~ απόχρωση. ~ πουκάμισο/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. εκρού, ιβουάρ, κρεμ, μπεζ. | |
| 19369 | ζαχαριέρα | ζα-χα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): δοχείο για ζάχαρη. Βλ. -ιέρα. | |
| 19370 | ζαχαρικός | , ή, ό ζα-χα-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραγωγή ζάχαρης: ~ός: τίτλος (: περιεκτικότητα τεύτλων σε ζάχαρη). | |
| 19371 | ζαχαρίνη | ζα-χα-ρί-νη ουσ. (θηλ.) & σακχαρίνη: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τεχνητή γλυκαντική ουσία (σύμβ. C7H5NO3S) με μικρή θερμιδική αξία, που χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ζάχαρης: ~ σε στερεή/υγρή μορφή. Καφές με ~. Πβ. ασπαρτάμη. Βλ. -ίνη. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. saccharin < νεολατ. sacchar(um) (< σάκχαρον) + -ine, γαλλ. saccharine, γερμ. Saccharin] | |
| 19372 | ζάχαρο | ζά-χα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΙΑΤΡ. (προφ.) η περιεκτικότητα του αίματος σε γλυκόζη, φρουκτόζη, λακτόζη: αυξημένο/υψηλό/φυσιολογικό/χαμηλό ~. Έλεγχος/επίπεδο/μείωση/μέτρηση/ρύθμιση του ~άρου. Τροφή που ανεβάζει το ~.|| (συνεκδ.) Έχει/πάσχει από ~ (= σακχαρώδη διαβήτη, είναι διαβητικός). 2. ΧΗΜ. σάκχαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου: ΙΑΤΡ. δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη· εξέταση αίματος για τη διάγνωση του διαβήτη. [< μτγν. σάκχαρον ‘ζάχαρη’] | |
| 19373 | ζαχαρο- & ζαχαρό- | & ζαχαρ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στη ζάχαρη: ζαχαρο-κάλαμο. Ζαχαρό-τευτλο.|| Ζαχαρ-ικός. 2. ΖΑΧΑΡ. στα γλυκίσματα: ζαχαρο-πλαστείο/~πλάστης/~πλαστική.|| Ζαχαρ-ωτό. 3. ΙΑΤΡ. στα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα: ζαχαρο-διαβήτης. Ζαχαρό-μετρο. Πβ. σακχαρο-. | |
| 19374 | ζαχαροδιαβήτης | βλ. σακχαροδιαβήτης | |
| 19375 | ζαχαροκάλαμο | ζα-χα-ρο-κά-λα-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμου} & σακχαροκάλαμο: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Saccharum officinarum), κυρ. των τροπικών περιοχών, από τον βλαστό του οποίου παράγεται η ζάχαρη: φυτείες ~ου. [< γαλλ. canne à sucre, γερμ. Zuckerrohr] | |
| 19376 | ζαχαρόμετρο | βλ. σακχαρόμετρο | |
| 19377 | ζαχαρόπαστα | ζα-χα-ρό-πα-στα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μείγμα ζάχαρης άχνης, ζελατίνης, γλυκόζης και γλυκερίνης, που χρησιμοποιείται συνήθ. για την επικάλυψη γλυκών. [< αγγλ. sugarpaste] | |
| 19378 | ζαχαρόπιτα | ζα-χα-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.) 1. ζωοτροφή που παρασκευάζεται από ξηρό πολτό με την προσθήκη μελάσας· το στερεό υπόλειμμα των τεύτλων. Βλ. -πιτα. 2. ΖΑΧΑΡ. πίτα με ζάχαρη. Βλ. μελόπιτα. | |
| 19379 | ζαχαροπλαστείο | [ζαχαροπλαστεῖο] ζα-χα-ρο-πλα-στεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα στο οποίο παρασκευάζονται, πωλούνται και σπανιότ. σερβίρονται γλυκά: παραδοσιακό ~. Αρτοποιείο-~ (= αρτο~). Βλ. καφε~. [< γαλλ. confiserie, pâtisserie, γερμ. Zuckerbäckerei] | |
| 19380 | ζαχαροπλάστης | ζα-χα-ρο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) , ζαχαροπλάστρια & ζαχαροπλάστισσα (η): ιδιοκτήτης ζαχαροπλαστείου και κυρ. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη ζαχαροπλαστική. ● ΦΡ.: ζαχαροπλάστης είναι/ήταν ο μπαμπάς σου; (παλαιότ.): ως πείραγμα από νεαρό συνήθ. άντρα σε όμορφη κοπέλα. [< γαλλ. confiseur, pâtissier, γερμ. Zuckerbäcker] | |
| 19381 | ζαχαροπλαστική | ζα-χα-ρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. η τέχνη της παρασκευής γλυκών: είδη/εργαστήριο/σχολή ~ής. Κρέμα ~ής. Αρτοποιία ~ (= αρτο~). Μαγειρική-~. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. confiserie, pâtisserie, γερμ. Zuckerbäckerei] | |
| 19382 | ζαχαροπλαστικός | , ή, ό ζα-χα-ρο-πλα-στι-κός επίθ.: ΖΑΧΑΡ. που έχει σχέση με τη ζαχαροπλαστική: ~ή: τέχνη. ~ό: προϊόν. ~ές: δημιουργίες. | |
| 19383 | ζαχαροποιία | ζα-χα-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα παραγωγής ζάχαρης. Βλ. -ποιία. | |
| 19384 | ζαχαρότευτλο | ζα-χα-ρό-τευτ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. είδος τεύτλου (επιστ. ονομασ. Beta vulgaris L.), από τη ρίζα του οποίου παράγεται κυρ. ζάχαρη. [< γαλλ. betterave à sucre, γερμ. Zuckerrübe] | |
| 19385 | ζαχαρουργείο | [ζαχαρουργεῖο] ζα-χα-ρουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης. | |
| 19386 | ζαχαρούχος | , ος/α, ο [ζαχαροῦχος] ζα-χα-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει ζάχαρη: ~ος: (φυσικός) χυμός. ~ο: γάλα. Πβ. ζαχαρώδης. Βλ. -ούχος2. ΣΥΝ. σακχαρούχος (1) [< γαλλ. sucré] | |
| 19387 | ζαχαρώδης | , ης, ες ζα-χα-ρώ-δης επίθ. {ζαχαρώδ-ους | -εις (ουδ.) -η, -ών}: που περιέχει ζάχαρη: ~η: ποτά (= ζαχαρούχα)/προϊόντα.|| (ΙΑΤΡ., προφ.) ~ (= σακχαρώδης) διαβήτης. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. sucré , γερμ. zuckerig] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ