| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19388 | ζαχάρωμα | ζα-χά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σχηματισμός κρυστάλλων ζάχαρης σε μέλι, φρούτα και γλυκά: το ~ της μαρμελάδας. 2. (μτφ.) ερωτοτροπίες, γλυκόλογα: Άρχισε το ~ (= φλερτ). Βλ. μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια. | |
| 19389 | ζαχαρώνω | ζα-χα-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζαχάρω-σα, -μένος, ζαχαρών-οντας} 1. (μτφ.-προφ.) επιθυμώ πολύ: Τον τελευταίο καιρό ~ει (= λαχταρά, λιμπίζεται, ορέγεται) ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Πβ. χαλβαδιάζω. 2. ΖΑΧΑΡ. πασπαλίζω με ζάχαρη ή βουτώ κάτι σε σιρόπι. Πβ. μελώνω. 3. (μτφ.-προφ.) φλερτάρω κάποιον. Πβ. ερωτοτροπώ, σιροπιάζω. ● ζαχαρώνει (προφ.): κρυσταλλώνει: το μέλι ~σε. ~μένα: φρούτα. | |
| 19390 | ζαχαρωτός | , ή, ό ζα-χα-ρω-τός επίθ.: που περιέχει ζάχαρη ή έχει πασπαλιστεί με αυτή: ~ές: λιχουδιές. ● Ουσ.: ζαχαρωτά (τα) {σπανιότ. στον εν. ζαχαρωτό}: ΖΑΧΑΡ. ενν. γλυκίσματα. Βλ. αμυγδαλωτά. [< γαλλ. sucreries] | |
| 19391 | ζέα | ζέ-α ουσ. (θηλ.) & ζεια: ΒΟΤ. είδος σιταριού: αλεύρι/ψωμί ~ας. [< αρχ. ζέα, ζειά] | |
| 19392 | ζέβρα | ζέ-βρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. τετράποδο θηλαστικό της αφρικανικής σαβάνας (επιστ. ονομασ. Equus zebra), συγγενικό προς το άλογο, που φέρει μαύρες και λευκές ραβδώσεις στο σώμα του. [< γαλλ. zèbre] | |
| 19393 | ζεβρέ | ζε-βρέ επίθ. {άκλ.} & (σπάν.) ζεμπρέ: που μοιάζει ως προς το χρώμα και το σχέδιο με το τρίχωμα της ζέβρας. Πβ. ριγέ. Βλ. λεοπάρ, τιγρέ. | |
| 19394 | ζέει | ζέ-ει ρ. (αμτβ.) {μτχ. ζέ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): βράζει: Το διάλυμα ~ στους ... βαθμούς Κελσίου. Αντιδραστήρες ~οντος ύδατος. Πβ. κοχλάζει.|| (σπάν.-μτφ.) ~οντα ζητήματα/προβλήματα (= φλέγοντα). [< αρχ. ζέω] | |
| 19395 | ζείδωρος | , η/ος, ο ζεί-δω-ρος επίθ. (αρχαιοπρ.-λογοτ.): που χαρίζει ζωή, ζωογόνος: ~ος: αέρας. ~η: αύρα/ενέργεια/πηγή/πνοή. ~ο: πνεύμα/φως. ~ες: ρίζες. Πβ. ζωηφόρος, ζωοδότης, ζωοποιός. [< αρχ. ζείδωρος] | |
| 19396 | ζεϊμπεκιά | βλ. ζεμπεκιά | |
| 19397 | ζεϊμπέκικο & ζεϊμπέκικος | ζε-ϊ-μπέ-κι-κο ουσ. & (προφ.) ζεμπέκικο, ζεμπέκικος (το/ο): είδος, κυρ. ανδρικού, ατομικού χορού μικρασιατικής προέλευσης, που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό: αργό/βαρύ ~. Χορεύει ~ (= ζεμπεκιά, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του). Βλ. γυροβολιά.|| (συνεκδ. στο ουδ., το αντίστοιχο μουσικό είδος:) Κλασικό/οργανικό ~. Η ορχήστρα παίζει ~. Βλ. χασάπικο. | |
| 19398 | ζεϊμπέκικος | , η, ο ζε-ϊ-μπέ-κι-κος επίθ. & (προφ.) ζεμπέκικος: που αναφέρεται στο ζεϊμπέκικο: ~ος: σκοπός/χορός. ~ο: τραγούδι. | |
| 19399 | ζελατίνα | ζε-λα-τί-να ουσ. (θηλ.) & ζελατίνη (στις σημ. 1,3) 1. διαφανές πλαστικό φύλλο που χρησιμοποιείται ως προστατευτικό κάλυμμα, περιτύλιγμα: Έντυσε όλα τα σχολικά βιβλία με ~.|| ~ προστασίας οθόνης. 2. πλαστική δίφυλλη θήκη για την τοποθέτηση κυρ. χαρτιών: ~ κλασέρ. ~ες αρχειοθέτησης. 3. ΒΙΟΧ. υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη που προέρχεται κυρ. από ζωικούς συνδετικούς ιστούς· χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την ιατρική και τη βιομηχανία: διάλυμα/σκόνη/φακελάκια/φύλλα ~ας. ~ στα συστατικά τροφών. Βλ. κολλαγόνο. 4. ανεμοθώρακας που τοποθετείται κυρ. σε μοτοσικλέτες. Βλ. παρμπρίζ.|| (ειδικότ.) Κράνη με (αντιθαμβωτική και αντιχαρακτική) ~. [< γαλλ. gélatine] | |
| 19400 | ζελατινώδης | , ης, ες ζε-λα-τι-νώ-δης επίθ. {ζελατινώδ-ους | -εις (ουδ.) -η} (λόγ.): που περιέχει ζελατίνη ή έχει την υφή της: ~ης: ουσία. ~ες: υλικό. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. gélatineux, αγγλ. gelatinous] | |
| 19401 | ζελέ | ζε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) ζελές (ο) 1. ΖΑΧΑΡ. ελαφρύ γλύκισμα από χυμό φρούτων και ζάχαρη που πήζει κατά την ψύξη του: ~ ανανά/μπανάνα/φράουλα. ΣΥΝ. φρουί ζελέ 2. ΜΑΓΕΙΡ. ζωμός από βρασμένο κρέας που έχει πήξει με ψύξη. Βλ. πηχτή. 3. τζελ: ~ μαλλιών/φορμαρίσματος.|| Ενυδατικό ~ προσώπου. ~ απολέπισης σώματος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Κερί-~. ΣΥΝ. γέλη. ● Υποκ.: ζελεδάκι (το) [< 1,2: γαλλ. gelée] | |
| 19402 | ζεμανφουτισμός | βλ. ζαμανφουτισμός | |
| 19403 | ζεματάω | βλ. ζεματώ | |
| 19404 | ζεματίζω | ζε-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ζεμάτι-σα, -στηκα, -σμένος, ζεματίζ-οντας} (προφ.) 1. ρίχνω κάτι μέσα σε καυτό υγρό ή το περιχύνω με αυτό: ~σε (: τσιγάρισε) ελαφρά τα λαχανικά στο ζεστό λάδι. 2. (για υγρό) προκαλώ έγκαυμα, καίω: ~στηκε η γλώσσα του από το καυτό γάλα. ΣΥΝ. ζεματώ (2), τσουρουφλίζω (1) 3. (μτφ.) προκαλώ έντονο ψυχικό πόνο· στενοχωρώ: Τον ~σε το πρόστιμο που του έβαλε η Τροχαία. Πβ. τσούζω. [< μεσν. ζεματίζω] | |
| 19405 | ζεμάτισμα | ζε-μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ζεματίζω: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαχανικών. Βλ. τσιγάρισμα.|| ~ από καυτό νερό. Πβ. έγκαυμα, καψάλ-, τσουρούφλ-ισμα. | |
| 19406 | ζεματιστός | , ή, ό ζε-μα-τι-στός επίθ. (προφ.): υπερβολικά ζεστός, καυτός: ~ός: ήλιος/καφές. ~ό: λάδι/νερό/φαγητό.|| (σπάν.-μτφ.) ~ό: θέμα. Πβ. τσουρουφλιστός. [< μεσν. ζεματιστός] | |
| 19407 | ζεματώ | [ζεματῶ] ζε-μα-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ζεματ-ούσε} & ζεματάω (προφ.) 1. έχω υψηλό πυρετό: Πήρε αντιπυρετικό, αλλά ακόμα ~άει. ΣΥΝ. καίω (4) 2. ζεματίζω. ● ζεματά & ζεματάει: είναι πολύ ζεστός, καυτός: Το καλοκαίρι ο ήλιος ~. Το καλοριφέρ/η σούπα ~ούσε. ΣΥΝ. καίει (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ