| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19408 | ζεμπεκιά | ζε-μπε-κιά ουσ. (θηλ.) & ζεϊμπεκιά (λαϊκό) : το ζεϊμπέκικο και συνεκδ. οι φιγούρες του ομώνυμου χορού: Έριξε/χόρεψε μια ~. | |
| 19409 | ζεμπέκικο | βλ. ζεϊμπέκικο | |
| 19410 | ζεμπίλι | ζε-μπί-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ψάθινος, δερμάτινος ή χοντρός υφασμάτινος σάκος με δύο λαβές για τη μεταφορά κυρ. οικοδομικών υλικών ή τροφίμων. Πβ. καλάθι. [< μεσν. (17ος αι.) ζεμπίλι, τουρκ. zembil] | |
| 19411 | ζεμπρέ | βλ. ζεβρέ | |
| 19412 | ζεν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. βουδιστικό δόγμα της Ιαπωνίας που πρεσβεύει ότι η φώτιση μπορεί να αποκτηθεί μέσω της ενόρασης και του διαλογισμού. [< γαλλ. zen] | |
| 19413 | ζεν πρεμιέ | ζεν πρε-μιέ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ανερχόμενος, νεαρός και εμφανίσιμος ηθοποιός που παίζει πρωταγωνιστικούς ρόλους και έχει συνήθ. πολλές θαυμάστριες: ~ ~ του ελληνικού κινηματογράφου. Βλ. αστέρι, γόης, ενζενί, καρδιοκατακτητής, σταρ.|| (κατ' επέκτ.) ~ ~ των γηπέδων/του τραγουδιού. [< γαλλ. jeune premier] | |
| 19414 | ζενερίκ | ζε-νε-ρίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. το μέρος κινηματογραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής εκπομπής στο οποίο προβάλλονται ο τίτλος και τα ονόματα των ηθοποιών ή/και των συντελεστών της. ΣΥΝ. τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης (1) [< γαλλ. générique, 1934] | |
| 19415 | ζενίθ | ζε-νίθ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) το ύψιστο σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει κάποιος· αποκορύφωμα: το ~ της δημιουργικότητας/της δόξας. Βρίσκεται/έχει φτάσει στο ~ (= στην ακμή, στο μεσουράνημα) της καριέρας του.|| Στο ~ (: στον ύψιστο βαθμό) η αγωνία για τα αποτελέσματα. Πβ. μάξιμουμ, πικ. ΣΥΝ. απόγειο (1), κολοφώνας (1) 2. ΑΣΤΡΟΝ. νοητό σημείο της ουράνιας σφαίρας πάνω ακριβώς από έναν παρατηρητή που βρίσκεται στη Γη: Αστέρας που βρίσκεται στο ~. ΑΝΤ. ναδίρ ● ΦΡ.: από το ζενίθ στο ναδίρ/από το ναδίρ στο ζενίθ: για μετάβαση από την καλύτερη στη χειρότερη κατάσταση ή το αντίστροφο: Η ομάδα, χάνοντας δύο συνεχόμενους αγώνες, βρέθηκε από το ζενίθ ~ (πβ. απ' τα ψηλά στα χαμηλά).|| Ανέβασε την ψυχολογία μας από το ναδίρ ~. [< γαλλ. zénith] | |
| 19416 | ζενιθιακός | , ή, ό ζε-νι-θι-α-κός επίθ. & ζενιθικός: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με το ζενίθ. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ζενιθιακή απόσταση: η γωνιακή απόσταση αστέρα ή σημείου της ουράνιας σφαίρας από το ζενίθ ενός τόπου. [< γαλλ. zénithal] | |
| 19417 | ζεόλιθος | ζε-ό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. αργιλοπυριτικό πορώδες φυσικό ορυκτό, του οποίου τα κοιτάσματα απαντώνται κυρ. σε ηφαιστειογενείς περιοχές. Βλ. μοριακό κόσκινο. [< γαλλ. zéolithe, αγγλ. zeolite] | |
| 19418 | ζέον | ζέ-ον ουσ. (ουδ.) {ζέοντος}: ΕΚΚΛΗΣ. (ενν. ύδωρ) το ζεστό νερό που χρησιμοποιεί ο ιερέας για την προετοιμασία της Θείας Κοινωνίας και (ιδ. συνεκδ.) το σχετικό μικρό σκεύος στο οποίο αυτό ζεσταίνεται. [< μεσν. ζέον] | |
| 19419 | ζέπελιν | ζέ-πε-λιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. πηδαλιουχούμενο αερόπλοιο μεγάλων διαστάσεων με μεταλλικό δικτυωτό σκελετό, καλυμμένο με αδιάβροχο υλικό. Βλ. αερόστατο. [< γερμ. Zeppelin, γαλλ. zeppelin, 1907, γερμ. ανθρ.F. Graf von Zeppelin] | |
| 19420 | ζερβόδεξος | , η, ο ζερ-βό-δε-ξος επίθ. (σπάν.-προφ.): αμφιδέξιος. | |
| 19421 | ζερβοκουτάλας & ζερβοκουτάλα | ζερ-βο-κου-τά-λας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {χωρ. γεν. πληθ.} (λαϊκό-σκωπτ.): αριστερόχειρας. ΑΝΤ. δεξιόχειρας | |
| 19422 | ζερβός | , ή, ό/ί ζερ-βός επίθ. & (σπάν.) ζερβής, ιά, ί (λαϊκό): που βρίσκεται στα αριστερά: ~ός: ψάλτης (= αριστερός).|| (ειδικότ.) ~ός: χορός (= που χορεύεται προς τα αριστερά). ● Ουσ.: ζερβό (το): ενν. χέρι., ζερβός, ζερβή (ο/η): αριστερόχειρας. ΑΝΤ. δεξιόχειρας ● επίρρ.: ζερβά [< μεσν. ζερβός] | |
| 19423 | ζερβοχέρης | , α, ικο ζερ-βο-χέ-ρης επίθ. {ζερβοχέρ-ηδες} (λαϊκό): αριστερόχειρας. ΑΝΤ. δεξιόχειρας | |
| 19424 | ζέρμπερα | ζέρ-μπε-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ζερμπέρα: ΒΟΤ. πολυετές ποώδες φυτό (γένος Gerbera, ιδ. G. jamesonii) με άνθη διαφόρων ζωηρών χρωμάτων σε σχήμα μαργαρίτας. [< γαλλ. gerbéra, αγγλ. gerbera, γερμ. ανθρ. T. Gerber] | |
| 19425 | ζερό | ζε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σπάν.): μηδέν, κυρ. στη ρουλέτα. [< γαλλ. zéro] | |
| 19426 | ζέρσεϊ | ζέρ-σε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. είδος πλέξης μηχανής και (κυρ. συνεκδ.) λεπτό και ελαφρώς ελαστικό ύφασμα: βαμβακερό/μεταξωτό ~. Φόρεμα από ~. 2. (ως επίθ.) που είναι κατασκευασμένος από το ομώνυμο ύφασμα: ~ μπλούζα/παντελόνι. [< αγγλ.-γαλλ. jersey, βρετανικό νησί] | |
| 35249 | ζέση | ξε-σπα-θώ-νω ρ. (αμτβ.) {ξεσπάθω-σα, -μένος, ξεσπαθών-οντας} ΣΥΝ. ξιφουλκώ 1. (μτφ.) εκφράζομαι έντονα, εξωτερικεύοντας σκέψεις, απόψεις, συναισθήματα, κυρ. ύστερα από περίοδο επιφυλακτικότητας: ~σε οργισμένος κατά ... ~ με ζέση εναντίον/υπέρ κάποιου. ~σε και τα είπε έξω απ' τα δόντια. Βλ. λύνω τη σιωπή μου. 2. (παρωχ.) ανασύρω σπαθί από τη θήκη του. [< μεσν. ξεσπαθώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ