Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20300-20320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19427ζέσηζέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) μεγάλος ενθουσιασμός, ζήλος: Με ~ και πάθος διακηρύσσει/υποστηρίζει ότι ... ΣΥΝ. θέρμη, προθυμία 2. ΦΥΣ. βρασμός: ποτήρι ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο βρασμού/ζέσης βλ. βρασμός [< αρχ. ζέσις]
19428ζέσταβλ. ζέστη
19429ζεσταίνωζε-σταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζέστ-ανα, ζεστ-άνει, -άθηκα, -αμένος, ζεσταίν-οντας} 1. κάνω κάτι ζεστό ή γίνομαι ζεστός: ~ το δωμάτιο (με το καλοριφέρ, τη σόμπα)/το νερό (στον θερμοσίφωνα, στο μπρίκι)/τα χέρια μου. Ο ήλιος ~ει τη θάλασσα. ~ το λάδι στο τηγάνι/το κοτόπουλο στον φούρνο. ~ετε το μείγμα σε σιγανή φωτιά. Βάλε το φαΐ να ~εται. Μεζές που τρώγεται κρύος ή ελαφρά ~αμένος. Ετοιμάζουμε την κρέμα, ~οντας το γάλα. Βλ. ξανα~.|| Ασκήσεις που ~ουν τους μυς. Να ~άνεις τη μηχανή (του αυτοκινήτου), πριν ξεκινήσεις.|| Ο καιρός την άνοιξη αρχίζει να ~ει. ΣΥΝ. θερμαίνω (1) ΑΝΤ. κρυώνω (2), παγώνω (1), ψυχραίνω (2), ψύχω 2. (μτφ.) δημιουργώ ένα πιο ευχάριστο και φιλικό κλίμα ή αυξάνω το ενδιαφέρον, την ένταση: Τα αστείο/το κρασί ~ανε την ατμόσφαιρα. Μου ~ανε την καρδιά/την ψυχή με τα καλά του λόγια (: με ανακούφισε, με ενθάρρυνε). Το ξύλο και η πέτρα ~ουν τον χώρο.|| ~άθηκε η αγορά με τις εκπτώσεις (: αυξήθηκε η εμπορική κίνηση)/το μέτωπο των εργατικών κινητοποιήσεων/η συζήτηση (: οξύνθηκε). Το παιχνίδι ~άθηκε (= άναψε) μετά την ισοφάριση. ● Παθ.: ζεσταίνομαι: νιώθω ζέστη, αυξάνεται η θερμοκρασία μου· ειδικότ. κάνω προθέρμανση: Άνοιξε το παράθυρο, γιατί ~ (πβ. ανάβω, καψώνω). Καλά, δεν ~εσαι με το κράνος; Πιες λίγο ρούμι να ~αθείς! ΑΝΤ. κρυώνω, ξεπαγιάζω, τουρτουρίζω.|| Ο κινητήρας ~άθηκε.|| Τρέξτε τρεις γύρους, για να ~αθείτε (= προθερμανθείτε). Βλ. ζέσταμα. ● ΦΡ.: ζεσταίνω την καρέκλα (μου) (μτφ.-προφ.): μένω καιρό σε κάποιον επαγγελματικό χώρο: Δεν πρόλαβε να ~άνει ~ του και τον απέλυσαν., ζεσταίνω το κόκαλό/κοκαλάκι μου (προφ.): καταφέρνω να ζεσταθώ: Έκατσα κοντά στη φωτιά να ~αθεί το ~., γυαλίζει/ζεσταίνει τον πάγκο βλ. γυαλίζω [< μεσν. ζεσταίνω]
19430ζέσταμαζέ-στα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΥΜΝ. εκτέλεση γυμναστικών ασκήσεων με σκοπό την προετοιμασία του σώματος για αθλητική δραστηριότητα· προθέρμανση: ~ των μυών/με χαλαρό τρέξιμο. Πριν βγούν στη σκηνή, οι χορευτές έκαναν ~. Οι παίκτες βγήκαν για ~. Βλ. αναθέρμανση, ξανα~. ΑΝΤ. αποθεραπεία, χαλάρωμα.|| (ειδικότ. για τραγουδιστή:) ~ φωνής. 2. αύξηση της θερμοκρασίας (υγρού ή στερεού): ~ του νερού/φαγητού. ~ του κινητήρα/της μηχανής. Πβ. θέρμανση. ΑΝΤ. κρύωμα (2) ● ΦΡ.: κάηκε στο ζέσταμα (μτφ.-προφ.): για αθλητή που προθερμαίνεται για πολλή ώρα, χωρίς συνήθ. να χρησιμοποιείται στο παιχνίδι.
19431ζεστασιάζε-στα-σιά ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. θαλπωρή 1. ζέστη, θερμοκρασία που προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα: η ~ του κρεβατιού/σπιτιού. Τα τζάκια προσφέρουν ~. ΑΝΤ. παγωνιά, ψύχρα 2. (μτφ.) ατμόσφαιρα και αίσθηση τρυφερότητας, στοργής και ασφάλειας: ανθρώπινη/οικογενειακή ~. Η ~ της αγκαλιάς/των λόγων της. Με ~ και οικειότητα. Πβ. εγκαρδι-, θερμ-ότητα, θέρμη. ΑΝΤ. παγωμάρα, ψυχρότητα (1)
19432ζέστηζέ-στη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) ζέστα ΑΝΤ. κρύο: υψηλή θερμοκρασία, αύξηση της θερμοκρασίας: ανυπόφορη/αποπνικτική/απότομη/αφόρητη ~. Έχει/κάνει ~. Πβ. ζεστασιά, θερμότητα, λαύρα, πύρα.|| Κύμα ~ης στην περιοχή. Δυσφορία λόγω ~ης. Έκθεση στον ήλιο και στη ~. Εξάντληση από τη ~ (: προκαλείται από απώλεια νερού και αλατιού από το σώμα, λόγω υπερβολικής εφίδρωσης). Πβ. καύσωνας. ΑΝΤ. δροσιά (1) ● ζέστες (οι): χρονική περίοδος κατά την οποία παρατηρούνται υψηλές θερμοκρασίες: Ξεκίνησε τα μπάνια, πριν ακόμα αρχίσουν οι ~. ● Υποκ.: ζεστούλα (η) ● ΦΡ.: σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα (προφ.): σε περιπτώσεις που η θερμοκρασία αρχίζει να γίνεται εξαιρετικά υψηλή ή χαμηλή: Σε λίγο που θα σφίξουν/πλακώσουν οι ζέστες, θα γεμίσουν οι παραλίες. Έπιασαν ~., (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη βλ. κρύο, και πού να σφίξουν/να πιάσουν οι ζέστες! βλ. σφίγγω [< μεσν. ζέστη]
19433ζεστός, ή, ό ζε-στός επίθ. ΑΝΤ. κρύος 1. που η θερμοκρασία του είναι υψηλή: ~ός: αέρας/άνεμος (βλ. λίβας)/καιρός/καφές/κινητήρας/φούρνος/χειμώνας. ~ή: θάλασσα/νύχτα/σοκολάτα/σούπα. ~ό: γεύμα/δωμάτιο/καλοκαίρι/σπίτι/φαγητό/ψωμί. ~ά: πόδια. ~ό και υγρό κλίμα (βλ. τροπικός). Το ~ό φως/οι ~ές ακτίνες του ήλιου. Οι ~ές ώρες της ημέρας. ~ά πιάτα (: που σερβίρονται ~ά). Κάνε ένα ~ό μπάνιο (: με ~ό νερό). Βλ. δροσερός, καυτός, χλιαρός. ΑΝΤ. ψυχρός.|| (για πρόσ.) Είσαι ~, βάλε θερμόμετρο (πβ. εμπύρετος). Πιες λίγο κρασί, θα σε κρατήσει ~ό.|| (που διατηρεί το σώμα ~ό:) ~ή: κουβέρτα. ~ές: κάλτσες. ~ά: ρούχα/σκεπάσματα. ΣΥΝ. θερμός (1) 2. (μτφ.) που δίνει την αίσθηση της ζεστασιάς· εγκάρδιος, φιλικός: ~ός: χαρακτήρας/χώρος. ~ή: αγκαλιά/ατμόσφαιρα/σχέση/φιλοξενία/φωνή/χειραψία. ~ό: περιβάλλον (= οικείο)/φιλί/χαμόγελο/χειροκρότημα. ~οί: άνθρωποι. ~ά: λόγια. ΑΝΤ. παγερός.|| ~ές: αποχρώσεις. ~οί: τόνοι. ΑΝΤ. ψυχρός (2) 3. που έχει κάνει προθέρμανση· κατ' επέκτ. έτοιμος ή πρόθυμος για δράση: Μην κάνεις διατάσεις, αν δεν είσαι ~.|| Μπήκε ~ στον αγώνα πετυχαίνοντας γκολ στο πρώτο δεκάλεπτο. ● Ουσ.: ζεστό (το): ενν. αφέψημα: Πιες/φτιάξε ένα ~ για τον λαιμό σου. Πβ. ρόφημα. ● Υποκ.: ζεστούλης , α, ικο: στη σημ. 1., ζεστούτσικος , η/ια, ο: στη σημ. 1. ● επίρρ.: ζεστά: Έλα εδώ που είναι πιο ~.|| (μτφ.) Μου μίλησε ~ (= γλυκά, τρυφερά). Με υποδέχτηκαν πολύ ~ (= εγκάρδια). ● ΣΥΜΠΛ.: ζεστά/θερμά χρώματα βλ. χρώμα, ζεστό χρήμα βλ. χρήμα ● ΦΡ.: παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι (προφ.): το κάνω με μεγάλο ενδιαφέρον, με ζήλο: Πήρε ~ τις εξετάσεις. Είδε την υπόθεση ~ και θα μας βοηθήσει., στα ζεστά: χώρος ή σημείο όπου υπάρχει ζέστη: Κάθονταν ~ ~. Έλα, ξάπλωσε εδώ ~ ~., κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι [< μτγν. ζεστός]
19434ζετέζε-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. κίνηση της άρσης βαρών σε δύο χρόνους, με την οποία ο αρσιβαρίστας σηκώνει την μπάρα πρώτα μέχρι τους ώμους και στη συνέχεια τη σταθεροποιεί πάνω από το κεφάλι, συνήθ. με ταυτόχρονη προβολή του ενός ποδιού, με τα χέρια τελείως τεντωμένα και παραμένοντας ακίνητος. Βλ. αρασέ. 2. (στο μπαλέτο) πήδημα με μεταφορά του κέντρου στήριξης του σώματος από το ένα πόδι στο άλλο: πιρουέτες και εντυπωσιακά ~. [< γαλλ. jeté]
19435ζευγαράκιζευ-γα-ρά-κι ουσ. (ουδ.): ζευγάρι ερωτευμένων. [< μεσν. ζευγαράκι 'ζευγάρι βοδιών']
19436ζευγάριζευ-γά-ρι ουσ. (ουδ.) {ζευγαρ-ιού | -ιών} ΣΥΝ. ζεύγος 1. δύο πρόσωπα που έχουν μεταξύ τους ερωτική ή συζυγική σχέση, επαγγελματική ή άλλη συνεργασία: άγαμο/αγαπημένο/αταίριαστο/άτεκνο/ευτυχισμένο/ηλικιωμένο/νιόπαντρο/παντρεμένο/παράνομο ~. ~ εραστών (πβ. ζευγαράκι). Οι σχέσεις του ~ιού. Η επικοινωνία μέσα στο ~. Η σεξουαλική ζωή των ~ιών. Συμβουλευτική ~ιών. Έγιναν ~. Είναι ~ στη ζωή και στη δουλειά. Θα έρθει κι ένα φιλικό ~. Πβ. αντρόγυνο.|| Θεατρικό/κινηματογραφικό/χορευτικό ~ (πβ. δίδυμο, ντουέτο). Το ~ της χρονιάς (: διάσημο και πετυχημένο).|| (για αντίπαλες ομάδες σε παιχνίδι πρωταθλήματος:) Το ~ του τελικού. 2. δύο ομοειδή αντικείμενα, ιδ. που είναι ταιριασμένα και συμπληρώνει το ένα το άλλο: ένα ~ γάντια/γυαλιά/κάλτσες/παπούτσια/σκουλαρίκια (πβ. δυάδα).|| (για αρσενικό και θηλυκό ζώο) Ένα ~ γάτες/σκυλιά.|| (ως επίρρ.) Μπορώ να αγοράσω τα ηχεία χωριστά ή πάνε ~ (= μαζί, ανά δύο); 3. (λαϊκό) δύο ζώα, συνήθ. βόδια ή άλογα, ζεμένα στον ίδιο ζυγό. Βλ. υποζύγιο. ● ΦΡ.: κάνω ζευγάρι 1. συνεργάζομαι με κάποιον, συνήθ. σε ομαδικό παιχνίδι, ή ταιριάζω δύο παρόμοια αντικείμενα: Ο κάθε παίχτης ας κάνει ~ με τον διπλανό του. 2. (λαϊκό) οργώνω με αλέτρι που το σέρνουν δύο υποζύγια. [< 3: αρχ. ζευγάριον ‘μικρό ζεύγος, ιδ. βοδιών’, μεσν. ζευγάρι]
19437ζευγαροπλεχτός, ή, ό ζευ-γα-ρο-πλε-χτός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ζευγαροπλεχτή ομοιοκαταληξία: ΜΕΤΡ. τύπος ομοιοκαταληξίας σ' ένα εξάστιχο, όπου ομοιοκαταληκτούν ο πρώτος στίχος με τον δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο.
19438ζευγάρωμαζευ-γά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {ζευγαρώμ-ατος} 1. (για ζώα) συνεύρεση και αναπαραγωγή: εποχή/περίοδος ~ατος. ΣΥΝ. οχεία, σύζευξη (2) 2. (μτφ.) αρμονικό ταίριασμα δύο πραγμάτων ή καταστάσεων. Πβ. συνδυασμός. ΣΥΝ. πάντρεμα (1), συνταίριασμα
19439ζευγαρωμένος, η, ο ζευ-γα-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει ερωτική σχέση, ταίρι: Όλοι μου οι φίλοι είναι ~οι. Πβ. δεσμευμένος. Βλ. εργένης, μπακούρι.
19440ζευγαρώνωζευ-γα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζευγάρω-σε, ζευγαρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ζευγαρών-οντας} 1. (για ζώα διαφορετικού φύλου) έρχομαι σε επαφή με σκοπό την αναπαραγωγή: Τα ελάφια ~ουν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο (πβ. σμίγω, συνευρίσκομαι). Πβ. βατεύει, οχεύει.|| (δημιουργώ ζευγάρια, ώστε να γονιμοποιηθούν:) ~σε τη σκυλίτσα του. 2. φτιάχνω ζευγάρι όμοιων ή παρόμοιων αντικειμένων· κυρ. ταιριάζω, συνδυάζω: ~ει τις κάλτσες.|| (μτφ.) Στο έργο του ~ει τη λαϊκή με τη μοντέρνα τέχνη. Η ποίηση ~ει με τη ζωγραφική (= παντρεύεται, συνταιριάζεται).|| (συνήθ. σε δημοσιογραφικά κείμενα:) Η ομάδα ~σε τα γκολ/τις νίκες της (= διπλασίασε). 3. (προφ., για πρόσ.) κάνω σχέση με κάποιον: Φίλοι και γνωστοί έχουν όλοι ~σει. Πβ. κάνω κατάσταση, τα φτιάχνω (με κάποιον). [< μεσν. ζευγαρώνω]
19441ζευγαρωτός, ή, ό ζευ-γα-ρω-τός επίθ. (λαϊκό) 1. που γίνεται κατά ζεύγη ή αποτελεί ζευγάρι με άλλο όμοιό του: ~ό: ψάρεμα.|| ~ά: σκάφη. 2. (για χορό) που χορεύεται από ζεύγος, συνήθ. άνδρα και γυναίκας: ~ός: συρτός. Βλ. αντικριστός. ● επίρρ.: ζευγαρωτά: ΣΥΝ. ζυγά ζυγά ● ΣΥΜΠΛ.: ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία: ΜΕΤΡ. στην οποία ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο κ.ο.κ. Βλ. πλεκτή ομοιοκαταληξία. [< μεσν. ζευγαρωτός]
19442ζευγάςζευ-γάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αγρότης που όργωνε με αλέτρι στο οποίο ήταν ζεμένο ζεύγος ζώων. Βλ. -άς. ΣΥΝ. ζευγολάτης ● ΦΡ.: ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς (παροιμ.): δεν είναι δυνατόν να ασχολείται κάποιος με δύο πράγματα ταυτόχρονα και να τα κάνει σωστά., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. ζευγάς]
19443ζεύγμα[ζεῦγμα] ζεύγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κατασκευή για τη σύνδεση δύο σημείων, ιδ. ακτών: ~ ποταμού (βλ. γέφυρα, φράγμα). Πβ. ζεύξη. 2. (μτφ.-λόγ.) ζεύγος συχνά αντιτιθέμενων εννοιών: το ~ ελευθερία-θάνατος. 3. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που ανήκει στο είδος της βραχυλογίας, σύμφωνα με το οποίο στο ίδιο ρήμα αποδίδονται δύο ομοειδείς συντακτικοί όροι (προσδιορισμοί ή αντικείμενα), ενώ ο ένας από αυτούς ταιριάζει καλύτερα σε άλλο ανάλογο: π.χ. Και το φαΐ μου έφαγα και το ποτό μου (ενν. ήπια). [< 1, 3: αρχ. ζεῦγμα 3: γαλλ.-αγγλ. zeugma]
19444ζευγνύωζευ-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ΄πρόσ. αορ. έζευ-ξε} (σπάν.) 1. ενώνω, συνδέω δύο αντικείμενα ή σημεία: ~ξαν τον ποταμό με γέφυρα. 2. ζεύω. [< αρχ. ζευγνύω]
19445ζευγολάτηςζευ-γο-λά-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ζευγάς. [< πβ. αρχ. ζευγηλάτης ‘οδηγός ζεύγους βοδιών ή αλόγων, αμαξάς’]
19446ζεύγος[ζεῦγος] ζεύ-γος ουσ. (ουδ.) {ζεύγ-ους | -η} (λόγ.) 1. άνδρας και συνήθ. γυναίκα που έχουν σχέση ερωτική, συζυγική ή/και επαγγελματική: διάσημο/ερωτευμένο/προεδρικό/πρωθυπουργικό ~. ~ επιστημόνων. Το ~ των νεονύμφων (πβ. ανδρόγυνο). Συμβουλευτική ~ους.|| Καλλιτεχνικό ~ (πβ. δίδυμο, ντουέτο). ΣΥΝ. ζευγάρι (1) 2. δυάδα από ομοειδή στοιχεία που έχουν συμπληρωματική ή αντίστοιχη λειτουργία: ~ ηχείων/καλωδίων/υποδημάτων. Πβ. ζευγάρι.|| Το αντιθετικό ~ των εννοιών "καλό-κακό" (βλ. δίπολο).|| (ΓΛΩΣΣ.) Ελάχιστα ~η (: στη φωνητική, δύο λέξεις που διαφέρουν ως προς ένα μόνο φώνημα, π.χ. ζώο-σώο). Τα σημασιολογικά ~η λόγιων και δημοτικών λέξεων (π.χ. νύμφη-νύφη). ~η προτάσεων.|| (ΦΥΣ.) ~ δυνάμεων (: ίσων, παράλληλων και αντίρροπων)/ηλεκτρονίων. (ΧΗΜ.) ~ ιόντων.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Θερμοηλεκτρικό ~ (= θερμοστοιχείο). 3. (σπάν., για υποζύγια) ζευγάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος βλ. ηλεκτροπαραγωγός ● ΦΡ.: ανά/κατά ζεύγη: ανά δύο, σε δυάδες: Χωρίστηκαν σε ομάδες ~ ~ (: των δύο ατόμων). Πβ. ζευγαρωτά. [< 1, 3: αρχ. ζεῦγος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.