| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19447 | ζεύκτης | ζεύ-κτης ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που μεταφέρει ενέργεια μεταξύ δύο κυκλωμάτων, με τη χρήση χωρητικής, άμεσης, επαγωγικής ή σύνθετης σύζευξης: κατευθυντικοί/οπτικοί ~ες. 2. μηχανισμός που εξυπηρετεί τη σύνδεση δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων: ~ κεραιών. [< αγγλ. coupler, 1914] | |
| 19448 | ζεύξη | ζεύ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} (λόγ.) 1. γεφύρωση δύο γεωγραφικών σημείων, κυρ. ακτών· συνεκδ. το ζεύγμα: ~ ποταμού. Η κατασκευή γέφυρας για τη ~ Ρίου-Αντιρρίου. 2. ΦΥΣ. σύνδεση δύο ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών κυκλωμάτων για τη μεταβίβαση ενέργειας ή δεδομένων αντίστοιχα· το σύνολο του εξοπλισμού που απαιτείται για την υλοποίηση της σύνδεσης μεταξύ δύο σημείων ενός τηλεπικοινωνιακού δικτύου: ασύρματη/δορυφορική/σειριακή ~. Πβ. λινκ. Βλ. ραδιο~. ΣΥΝ. σύζευξη (3) ΑΝΤ. απόζευξη (1), αποσύζευξη (1), αποσύνδεση (1) 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. συνένωση δύο κινητήριων μηχανών ή οχημάτων, έτσι ώστε να λειτουργούν μαζί: ~ βαγονιών συρμού/τρένου. ΣΥΝ. σύζευξη (3), σύνδεση (2) ΑΝΤ. απόζευξη (2) 4. πέρασμα του ζυγού σε ζώα. [< 1,4: αρχ. ζεύξις 2,3: αγγλ. coupling] | |
| 19449 | ζεύω | ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {έζε-ψα, ζεύτ-ηκε, ζεμ-ένος} (λαϊκό-παλαιότ.): περνώ ζυγό σε ζώα, για να εκτελέσουν, κυρ. γεωργικές, εργασίες: ~ψε τα βόδια στο αλέτρι. Πβ. ζευγνύω. ΑΝΤ. ξεζεύω [< μεσν. ζεύω] | |
| 19450 | ζέφυρος | ζέ-φυ-ρος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. δυτικός άνεμος. Πβ. πουνέντες. Βλ. γαρμπής. [< αρχ. ζέφυρος] | |
| 19451 | ζέχνω | ζέ-χνω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): αναδίδω δυσάρεστη ή αποκρουστική μυρωδιά: ~ει η γειτονιά από τα σκουπίδια/από τη βρόμα. ~ει εδώ μέσα, λίγο αέρα! Πβ. όζει. ΣΥΝ. βρομοκοπώ, βρομώ ΑΝΤ. μοσχοβολώ, μοσχομυρίζω ● ΦΡ.: βρομάει και ζέχνει (επιτατ.): μυρίζει πάρα πολύ άσχημα: ~ ~ από την απλυσιά! [< μεσν. ζένω] | |
| 19452 | ζήλεια | βλ. ζήλια | |
| 19453 | ζηλεμένος | , η, ο ζη-λε-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ζηλευτός. [< μεσν. ζηλεμένος] | |
| 19454 | ζηλευτός | , ή, ό ζη-λευ-τός επίθ.: που επάξια προκαλεί τον θαυμασμό ή τη ζήλια των άλλων: ~ή: διάκριση/θέση/ομορφιά (= εξαιρετική)/φήμη. ~ό: παράδειγμα. ΣΥΝ. αξιοζήλευτος, επίζηλος, ζηλεμένος, θαυμαστός [< μεσν. ζηλευτός] | |
| 19455 | ζηλεύω | ζη-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζήλ-εψα, -έψει, -εμένος, ζηλεύ-οντας} 1. τρέφω αίσθημα έντονης επιθυμίας να αποκτήσω κάτι που αποτελεί κτήμα ή ιδιότητα άλλου: ~ει τα πλούτη και την ομορφιά του. ~ουν τη θέση μου. ~εψε τη δόξα του ... ~εψαν με την επιτυχία του. Πβ. εποφθαλμιώ, υποβλέπω.|| (προφ.) ~εψα το φαγητό σου! Πβ. επιθυμώ, λαχταρώ, λιμπίζομαι. 2. διακατέχομαι από αισθήματα θαυμασμού ή εχθρότητας προς κάποιον λόγω της υπεροχής του: Σε ~ για τον αυθορμητισμό/για το κουράγιο σου. Πβ. καλοτυχίζω, μακαρίζω.|| Τον ζήλευε πάντα, επειδή ήταν καλύτερός του. Πβ. ζηλοφθονώ. 3. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) αμφιβάλλω για την αφοσίωση του/της συντρόφου μου: Τη ~ει τόσο πολύ που δεν την αφήνει να πηγαίνει πουθενά μόνη της. Βλ. ψιλο~. ● ΦΡ.: καλύτερα να σε ζηλεύουν(ε) παρά να σε λυπούνται: καλύτερα να προκαλείς τον φθόνο παρά τον οίκτο. [< μτγν. ζηλεύω] | |
| 19456 | ζήλια | ζή-λια ουσ. (θηλ.) & ζήλεια 1. έντονη επιθυμία για την απόκτηση ιδιότητας ή αγαθού που διαθέτει κάποιος· κατ' επέκτ. εχθρικό συναίσθημα απέναντι σε πρόσωπο που υπερέχει: η ~ των παιδιών.|| Προκαλεί τη ~. Τον βασανίζει η ~ για τις επιτυχίες τους. Πβ. ζηλοφθονία. 2. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) το συναίσθημα που προκαλεί η αμφιβολία και η ανασφάλεια κάποιου για την πίστη του/της συντρόφου του: Τρέφει παθολογική ~ για τη γυναίκα του. Πβ. καχυποψία. ΣΥΝ. ζηλοτυπία ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα (προφ.): σε περιπτώσεις που θέλουμε να κάνουμε κάποιον να ζηλέψει., κάνω ζήλιες (προφ.): κάνω σκηνές ζηλοτυπίας: Του έκανε ~, επειδή κοιτούσε άλλες., να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα (παροιμ.) 1. για να τονιστεί ότι οι άνθρωποι ζηλεύουν συχνά ο ένας τον άλλο. 2. σε περιπτώσεις που κάποιος τρέφει έντονα συναισθήματα ζήλιας., σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια (προφ.): ζηλεύω υπερβολικά., πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος [< μεσν. ζήλεια, ζηλιά] | |
| 19457 | ζηλιάρης | , α, ικο ζη-λιά-ρης επίθ. {ζηλιάρ-ηδες}: που ζηλεύει: ~ης: σύζυγος. ~α: γυναίκα. (ως ουσ.) Είναι αθεράπευτα ~ και κτητικός. Πβ. ζηλιαρόγατος, ζηλό-τυπος, -φθονος, φθονερός. [< μεσν. ζηλιάρης] | |
| 19458 | ζηλιάρικος | , η, ο ζη-λιά-ρι-κος επίθ. (σπάν.): που εκφράζει ζήλια: ~ο: ύφος. | |
| 19459 | ζηλιαρόγατος, ζηλιαρόγατα | ζη-λια-ρό-γα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οικ.): άτομο που διακατέχεται από έντονη ζήλια, κυρ. ερωτική. Πβ. ζηλιάρης. | |
| 19460 | ζήλος | [ζῆλος] ζή-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μεγάλος ενθουσιασμός, έντονη προθυμία, θέρμη: ένθερμος/θρησκευτικός/πατριωτικός/υπέρμετρος ~. Με ιδιαίτερο ~. Επιδίδεται μετά ~ου σε κάτι. Δείχνει/επιδεικνύει/έχει πρωτοφανή ~ο για τη/στη δουλειά. Εργάζεται/ενεργεί με υπερβάλλοντα ~ο. Υπερασπιζόταν τα ιδανικά του με μεγάλο ~ο (: πάθος). Αφιερώθηκε στον αθλητισμό με ιεραποστολικό ~ο. Με ~ο και μεράκι. ΣΥΝ. ζέση (1), σπουδή (4) ΑΝΤ. απροθυμία [< αρχ. ζῆλος] | |
| 19461 | ζηλοτυπία | ζη-λο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ζήλια κυρ. ερωτική: Της έκανε σκηνές ~ας. [< αρχ. ζηλοτυπία] | |
| 19462 | ζηλότυπος | , η, ο ζη-λό-τυ-πος επίθ. (λόγ.): ζηλιάρης. Βλ. -τυπος1. ● επίρρ.: ζηλότυπα [< αρχ. ζηλότυπος] | |
| 19463 | ζηλοφθονία | ζη-λο-φθο-νί-α ουσ. (θηλ.): έντονη ζήλια που αγγίζει τα όρια του φθόνου. Βλ. κακία, μικρότητα. [< μεσν. ζηλοφθονία] | |
| 19464 | ζηλόφθονος | , η, ο ζη-λό-φθο-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ζηλοφθονία: ~ος: άνθρωπος. Πβ. ζηλιάρης, φθονερός.|| ~η: κριτική. ● επίρρ.: ζηλόφθονα [< μεσν. ζηλόφθονος] | |
| 19465 | ζηλοφθονώ | [ζηλοφθονῶ] ζη-λο-φθο-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (σπάν.): αισθάνομαι ζήλια και φθόνο για κάποιον. [< μεσν. ζηλοφθονώ] | |
| 19466 | ζηλώ | [ζηλῶ] ζη-λώ ρ. (μτβ.) {εζήλω-σε, ζηλώ-σει} (αρχαιοπρ.-κυρ. ειρων.): επιθυμώ να μιμηθώ κάτι που θεωρώ σημαντικό: ~σε τη δόξα του προκατόχου του. [< αρχ. ζηλῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ