| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19467 | ζηλωτής | ζη-λω-τής ουσ. (αρσ.) , ζηλώτρια (η) (λόγ.) 1. άτομο που υπερασπίζεται με ενθουσιασμό και ζήλο ένα ιδανικό: ~ του νόμου/της πίστης (= υπέρμαχος). ΣΥΝ. θιασώτης, οπαδός 2. ΘΡΗΣΚ. (σπάν.-μτφ.) ακραίος και φανατικός υποστηρικτής θρησκευτικού δόγματος. Πβ. φονταμενταλιστής. [< αρχ. ζηλωτής, γαλλ. zélote, αγγλ. zealot] | |
| 19468 | ζημιά | ζη-μιά ουσ. (θηλ.) {ζημιών} 1. κάθε βλάβη, φθορά ή δυσμενής μεταβολή που προκαλείται σε υλικά ή άυλα αγαθά: το μέγεθος της ~ιάς. Μου έκανε ~. Κακόβουλη ~ (= σαμποτάζ). Τώρα έγινε η ~ (: είναι αργά να διορθωθεί). Το αυτοκίνητο/φορτίο έπαθε μεγάλη ~. Το κτίριο υπέστη ανεπανόρθωτες ~ιές από τον σεισμό. Αποκαταστάθηκαν οι ~ιές που προκάλεσε η κακοκαιρία. Πβ. κακό. Βλ. μικρο~.|| (μτφ.-προφ.) Μόλις την είδε, έπαθε ~ (: την ερωτεύτηκε). 2. & (λόγ.) ζημία: οικονομική απώλεια, όταν το κόστος παραγωγής ή η τιμή αγοράς ενός είδους υπερβαίνουν την τιμή πώλησής του: Η καθαρή ~ία που κατέγραψε η εταιρεία ανέρχεται σε ... εκατομμύρια ευρώ. Κέρδη έναντι ζημιών (πρόφ. ζη-μι-ών). Πβ. χασούρα. Βλ. αγροζημία. ΑΝΤ. κέρδος (1), όφελος ● ΣΥΜΠΛ.: μη περιουσιακή ζημία: ΝΟΜ. ηθική βλάβη που υφίσταται η προσωπικότητα κάποιου (όχι τα περιουσιακά αγαθά του), η οποία συνεπάγεται τη χρηματική ικανοποίησή του, σε περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος., αποθετική ζημία βλ. αποθετικός, παράπλευρες απώλειες/ζημιές βλ. παράπλευρος ● ΦΡ.: ούτε γάτα ούτε ζημιά βλ. γάτα [< μεσν. ζημιά, αρχ. ζημία] | |
| 19469 | ζημιάρης | , α, ικο ζη-μιά-ρης επίθ./ουσ. {ζημιάρηδες} (για πρόσ., προφ.): που προξενεί συχνά ζημιές: ~ικο: παιδί. Είναι πολύ ~α. Πβ. αδέξιος, απρόσεκτος. ΣΥΝ. ατζαμής | |
| 19470 | ζημιάρικος | , η, ο ζη-μιά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον ζημιάρη. || (κατ' επέκτ.) ~ο: αυτοκίνητο (= προβληματικό). | |
| 19471 | ζημιογόνος | , ος/α, ο ζη-μι-ο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί ή παρουσιάζει οικονομική κυρ. απώλεια, ζημία: ~ος: παράγοντας. ~ο: (φορολογικό) μέτρο.|| ~ος/~α: επένδυση/επιχείρηση. ~α: προϊόντα. Πβ. βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής, επιζήμιος. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. nuisible] | |
| 19472 | ζημιώνω | ζη-μι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζημίω-σα, ζημιώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, ζημιών-οντας}: προξενώ ζημιά σε κάποιον: Αντιδρά με τρόπο που ~ει το συμφέρον του. Η παραγωγή αμπελιών ~θηκε (: μειώθηκε, επλήγη) από την ξηρασία. Έχει ~θεί οικονομικά. ~μένες: επιχειρήσεις. Βγήκε/βρέθηκε ~μένος. Διέγραψαν πρόστιμα, ~οντας το Δημόσιο κατά ... εκατομμύρια ευρώ. Πβ. βλάπτω. Βλ. απο~. ΑΝΤ. ωφελώ [< αρχ. ζημιῶ, μεσν. ζημιώνω] | |
| 19473 | ζην | [ζῆν] ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αρχαιοπρ.): το να ζει κανείς, η ζωή· κυρ. στις ● ΦΡ.: τα προς το ζην: τα υλικά αγαθά που είναι αναγκαία, για να επιβιώσει κάποιος· τα απαραίτητα, τα στοιχειώδη: Mόλις και μετά βίας εξασφαλίζει ~ ~. Οι γονείς του τού παρέχουν ~ ~ (: κυρ. τροφή, στέγη, ένδυση). Εργάζεται/παλεύει σκληρά για ~ ~. ΣΥΝ. ψωμί., το ευ ζην: ενάρετη, ηθική ή συνήθ. ευχάριστη και καλή ζωή: η υγεία και ~ ~. Χρήσιμες συμβουλές που προάγουν ~ ~., το ζην επικινδύνως: για να δηλωθεί ότι κάποιος διάγει ζωή γεμάτη κινδύνους, ζει ριψοκίνδυνα. Πβ. διακινδυνεύω, φλερτάρω με τον θάνατο/τον κίνδυνο. [< ιταλ. vivere pericolosamente] , βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, εξεμέτρησε το ζην βλ. εκμετρώ ● βλ. ζω1 [< αρχ. ζῆν] | |
| 19474 | ζήση | ζή-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ζωή. ΣΥΝ. βίος (1) [< μεσν. ζήση] | |
| 19475 | ζήτα | [ζῆτα] ζή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Ζ). ~ μικρό (ζ). Πβ. ζ. ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα Ζήτα: μοτοσικλετιστές-αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης. Βλ. ζητάς. [< αρχ. ζῆτα] | |
| 19476 | ζήτα | ζή-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ζητιανιά· κυρ. στη ● ΦΡ.: στη ζήτα: για αίτημα ή απαίτηση που εκδηλώνεται με επιμονή και παρακάλια: Βγήκε ~ ~, για να βρει χρήματα. | |
| 19477 | ζητάς | ζη-τάς ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ζ, προφ.): αστυνομικός που υπηρετεί στην ομάδα Ζήτα. Βλ. -άς. | |
| 19478 | ζητάω | βλ. ζητώ | |
| 19479 | ζήτημα | ζή-τη-μα ουσ. (ουδ.) {ζητήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οποιοδήποτε θέμα, πρόβλημα, ερώτημα, τίθεται υπό εξέταση, πραγμάτευση: ακανθώδες/ανοιχτό/βασικό/δευτερεύον/διεθνές/δύσκολο/εθνικό/επίκαιρο/επίμαχο/ευαίσθητο/θεμελιώδες/καίριο/καυτό/κεντρικό/κομβικό/κρίσιμο/κυρίαρχο/λεπτό/μείζον/σημαντικό/σοβαρό/φλέγον ~. Εκπαιδευτικό/κοινωνικό/μεταναστευτικό/νομικό/οικονομικό/πολιτικό/τεχνικό ~. Το ~ της ασφάλειας/του εκσυγχρονισμού. Το ~ των ναρκωτικών/του πολέμου. Ανακινώ/εγείρω/θέτω ένα ~ (: καλώ τους υπόλοιπους να πάρουν θέση). Αναδεικνύω/αντιμετωπίζω/εξετάζω/ερευνώ/μελετώ/συζητώ ένα ~. Ασχολούμαι/καταπιάνομαι με ένα ~. Με απασχολεί ένα ~. Πβ. υπόθεση.|| (αιτία αντιπαραθέσεων:) Αναφύεται/δημιουργείται/προκύπτει ~ εκ του μη όντος. Μην περιπλέκεις το ~! 2. ερώτημα σε γραπτή εξέταση: ~ πρώτο/δεύτερο/τρίτο ... Απαντήστε στα δύο από τα τρία ~ατα. Πβ. ερώτηση, παρατήρηση. ● Υποκ.: ζητηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολικό (ζήτημα) βλ. ανατολικός, γλωσσικό (ζήτημα) βλ. γλωσσικός, δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα) βλ. δημογραφικός ● ΦΡ.: είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα: για υπόθεση που αφορά κάποιον αποκλειστικά και κανέναν άλλο: Δεν σε αφορά τι θα κάνω, ~ ~ (= δική μου δουλειά). Αν εσύ δεν θέλεις ή δεν μπορείς να το καταλάβεις, αυτό είναι δικό σου ~., είναι ζήτημα/ζήτημα είναι αν/να...: για να δηλωθεί αμφιβολία· το πολύ να: Τι απολυτήριο, καλέ; ~ ~ αν ξέρει να διαβάζει! ~ ~ να έφαγε ένα φρούτο όλη μέρα., ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου: για κάτι από το οποίο εξαρτάται η ζωή κάποιου, (γενικότ.-μτφ.) πάρα πολύ σημαντικό: Η άμεση μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο είναι ~ ~. Η προστασία της φύσης είναι ~ ~ (= ζωτικής σημασίας). [< γαλλ. question de vie ou de mort, αγγλ. a matter of life or death] , δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, είναι θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, θέμα/ζήτημα χρόνου βλ. χρόνος, κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, το θέμα/ζήτημα είναι (να ...) βλ. θέμα, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω [< 1: αρχ. ζήτημα ‘έρευνα, πρόβλημα’] | |
| 19480 | ζήτηση | ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιθυμία και δυνατότητα αγοράς αγαθού ή υπηρεσίας· ειδικότ. ποσότητα αγαθών ή υπηρεσιών που οι αγοραστές επιθυμούν να αποκτήσουν σε δεδομένη χρονική στιγμή και τιμή: ισχυρή/καταναλωτική/σημαντική/υποτονική ~. Πβ. αγοραστική κίνηση.|| Αυξανόμενη/αυξημένη/εγχώρια/εσωτερική/μειωμένη/παγκόσμια/συνολική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ ακινήτου/εισιτηρίων/χρήµατος. ~ ενέργειας/ηλεκτρισμού/πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ εργασίας/(ειδικευμένου) εργατικού δυναμικού/στελεχών/συνεργατών. Προϊόντα που έχουν μεγάλη ~. Η παραγωγή ικανοποιεί τη ~. Η προσφορά ανταποκρίνεται στη/ξεπερνά τη ~. 2. (σπάν.-λόγ.) αναζήτηση. Πβ. έρευνα. Βλ. κατα~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός ζήτηση: ΟΙΚΟΝ. κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών., καμπύλη ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. γραφική παράσταση που απεικονίζει τη ζήτηση ενός αγαθού σε σχέση με την τιμή του ανά περίοδο., ανελαστική ζήτηση βλ. ανελαστικός, ελαστική ζήτηση βλ. ελαστικός, νόμος της προσφοράς και της ζήτησης βλ. νόμος, πληθωρισμός ζήτησης βλ. πληθωρισμός ● ΦΡ.: σε πρώτη ζήτηση 1. ΟΙΚΟΝ. με το που θα ζητηθεί για πρώτη φορά: ποσό εισπρακτέο/καταβλητέο/πληρωτέο ~ ~. Μετοχές εξοφλητέες ~ ~. 2. για κάτι περιζήτητο: Ειδικότητες που είναι ~ ~ στην αγορά εργασίας. Οι περιοχές κοντά σε σταθμούς μετρό βρίσκονται ~ ~. 3. σε σημείο που παρέχει άμεση πρόσβαση: Έχετε πάντα τον πυροσβεστήρα ~ ~ στο αυτοκίνητο. [< 1: γαλλ. demande, αγγλ. demand 2: αρχ. ζήτησις] | |
| 19481 | ζητιάνεμα | ζη-τιά-νε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ζητιανιά. | |
| 19482 | ζητιανεύω | ζη-τια-νεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζητιάνε-ψα, ζητιανέ-ψει, ζητιανεύ-οντας} ΣΥΝ. επαιτώ 1. παρακαλώ κάποιον να μου προσφέρει υλική, συνήθ. χρηματική, βοήθεια: Αναγκάστηκε να ~ψει (: να ζητήσει ελεημοσύνη), για να μεγαλώσει τα παιδιά της.|| ~ουν για ένα πιάτο φαγητό. ΣΥΝ. διακονεύω 2. (μτφ.-συνήθ. μειωτ.) ζητώ παρακλητικά κάτι, εκλιπαρώ: ~ει την αποδοχή/τη βοήθειά του. ~ει για μια δουλειά. Πβ. ικετεύω. | |
| 19483 | ζητιανιά | ζη-τια-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ζητιανεύω: Βγήκε στη ~ (= στη ζήτα), για να μπορέσει να ζήσει. ΣΥΝ. διακονιά, επαιτεία, ζητιάνεμα.|| (μτφ.) Οι λύσεις δεν δίνονται με ~ιές (= ικεσίες, παρακάλια, παρακλήσεις). | |
| 19484 | ζητιάνος, ζητιάνα | ζη-τιά-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ζει από την επαιτεία. Πβ. ζήτουλας. ΣΥΝ. διακονιάρης (1), επαίτης 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ζητά παρακλητικά κάτι από κάποιον. ● ζητιανάκι (το): παιδί που ζητιανεύει. | |
| 26500 | ζητοκραυγη | κρά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) έντονη και συνήθ. μαζική αποδοκιμασία σε βάρος κάποιου: Έπεσε/έφαγαν/τους έριξαν άγριο/μεγάλο/τρελό/χοντρό ~. Πβ. γιούχα, γιουχάισμα. ΑΝΤ. επευφημία, ζήτω, ζητωκραυγή 2. η φωνή που βγάζουν ορισμένα πουλιά, όταν κράζουν. Πβ. κρα, κρωγμός, κρώξιμο. [< μεσν. κράξιμον ‘κλήση, πρόσκληση’] | |
| 19485 | ζήτουλας | ζή-του-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): ζητιάνος. [< μεσν. ζήτουλας] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ