| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19486 | ζητούμενο | ζη-τού-με-νο ουσ. (ουδ.) {ζητουμέν-ου}: καθετί που τίθεται προς διερεύνηση, αναζήτηση ή απάντηση: περιγραφή/προσδιορισμός του ~ου. Η νίκη είναι το μοναδικό ~ για την ομάδα (πβ. στόχος). Η πάταξη της φοροδιαφυγής παραμένει το μέγα/μεγάλο/μείζον ~ (πβ. επιδίωξη) για την κυβέρνηση. Το ~ (= αίτημα, αιτούμενο, πβ. επιθυμία) είναι να λυθεί το πρόβλημα.|| Ερευνητικά ~α (= desiderata). ~ο/~α του θέματος (στην Έκθεση)/σε μαθηματικό πρόβλημα. Τα δεδομένα και τα ~α της άσκησης. Πβ. ερώτημα. ● ΣΥΜΠΛ.: λήψη του ζητουμένου: ΦΙΛΟΣ. όρος της Λογικής που δηλώνει ότι κάποιος εκλαμβάνει το ζητούμενο ως αυταπόδεικτο αξίωμα. ● βλ. ζητώ [< αρχ. ζητούμενον, μτχ. παθ. εν. του ρ. ζητῶ] | |
| 19487 | ζήτω | ζή-τω επιφών. {άκλ.}: για δήλωση ένθερμης αποδοχής ή υποστήριξης: ~! Κερδίσαμε! ~ (ΑΝΤ. έξω, κάτω) η δημοκρατία! Πβ. γιούπι, ολέ, τραλαλά. ΑΝΤ. ου2 ● Ουσ.: ζήτω (το): ζητωκραυγή, επιδοκιμασία: Την ανακοίνωση του αποτελέσματος διαδέχθηκαν τα ~ και οι πανηγυρισμοί. ΣΥΝ. επευφημία ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα ● ΦΡ.: δεν κάνει ούτε για ζήτω (για πρόσ., προφ.): είναι άχρηστος, δεν αξίζει τίποτα., ζήτω που καήκαμε! (ειρων.): για πολύ δύσκολη κατάσταση ή προδιαγεγραμμένη αποτυχία: Αν περιμέναμε από 'σένα να μας βοηθήσεις, ~ ~!, ούτε για ζήτω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι δεν επαρκεί, δεν είναι αρκετό: Ο μισθός που παίρνει δεν του φθάνει ~ ~. ● βλ. ζω1 [< μτγν. ζήτω, γ’ πρόσ. προστ. εν. του ρ. ζῶ] | |
| 19488 | ζητώ | [ζητῶ] ζη-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζητ-ά (σπάν. λόγ.) -εί ..., -ώντας | ζητ-ούσα, ζήτ-ησα, -ήσει, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς, -ηθείσα, -ηθέν), -ηθεί, -ούμενος} & ζητάω 1. προσπαθώ να βρω κάποιον ή κάτι· αναζητώ: Ποιον ~άτε; Με ~ησε κανείς όσο έλειπα; Κάποιος σε ~ησε στο τηλέφωνο. Πβ. γυρεύω.|| ~ την άποψη κάποιου/πληροφορίες/στοιχεία. ~ την αλήθεια/μια λύση. Πβ. ερευνώ, ψάχνω.|| Τι ~άς εδώ τέτοια ώρα;|| (σε μικρές αγγελίες:) ~ά απασχόληση/εργασία. ~ γνωριμία (με κυρία/κύριο)/επικοινωνία/παρέα/σχέση. ~είται γραμματέας/συγκάτοικος/υπάλληλος. ~ούνται οικόπεδα για αγορά ή αντιπαροχή. Βλ. εκ~, ξανα~. 2. θέλω, επιθυμώ· παρακαλώ για κάτι: ~ δανεικά/χρήματα. ~ άδεια για να βγω από την αίθουσα/αναβολή/παράταση. ~ την εμπιστοσύνη/προσοχή/υποστήριξή/ψήφο σας (= κάνω έκκληση). Ξέρεις μόνο να ~άς κι όχι να δίνεις. Πόσα ~άς για τη δουλειά σου; ~άει μια περιουσία! Δεν ~ησα τη γνώμη σου.|| ~ να με συγχωρέσεις. Σου ~ να δείξεις κατανόηση. Θέλω να σου ~ήσω μια χάρη. Μου ~ησε νερό/τσιγάρο/φωτιά.|| ~ησα (= παρήγγειλα) έναν καφέ. 3. απαιτώ, αξιώνω: ~ ανταλλάγματα/αποζημίωση/δικαιοσύνη/εκδίκηση/εξηγήσεις/ικανοποίηση. ~ μια απάντηση/τα δικαιώματά μου/το δίκιο μου/το μερίδιό μου/την τιμωρία των ενόχων. ~ να βρεθεί μια λύση. ~ούσε να μάθει τον λόγο της απόλυσής του. ~ησε αύξηση από το αφεντικό της (πβ. διεκδικώ). Μου ~ησε διαζύγιο. ~είται η απόσυρση του νομοσχεδίου. 4. έχω ανάγκη από κάτι και το επιζητώ: ~ βοήθεια/μια συμβουλή/συμπαράσταση. Τα παιδιά ~άνε το ενδιαφέρον και την προσοχή των μεγάλων (πβ. απο~, επιδιώκω). ● ζητά: προϋποθέτει, απαιτεί: Ο αγώνας είναι σκληρός και ~ (= θέλει, χρειάζεται) θυσίες. ● Παθ.: ζητιέται (προφ.): έχει πέραση, ζήτηση: Προϊόν/χρώμα που ~ πολύ. ● ΦΡ.: ζητώ (σε γάμο): κάνω πρόταση γάμου, συνήθ. σε γυναίκα: Τη ~ησε (σε γάμο) από τους γονείς της., ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι (ΚΔ): απαιτώ να τιμωρηθεί αυστηρά: Με το πρώτο σφάλμα όλοι θα ζητήσουν την ~ σου ~., ζητώ το χέρι & (λόγ.) την χείρα (κάποιας): (παλαιότ.) κάνω πρόταση γάμου: ~ ~ της κόρης σας., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, αναζητώ/ζητώ ευθύνες βλ. ευθύνη, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, ζητώ τον λόγο βλ. λόγος, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, πολλά ζητάς βλ. πολύς, πολλή, πολύ, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού ● βλ. ζητούμενο [< αρχ. ζητῶ] | |
| 19489 | ζητωκραυγάζω | ζη-τω-κραυ-γά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζητωκραύγα-σε, -σει, ζητωκραυγάζ-οντας}: εκδηλώνω την επιδοκιμασία μου ή την υποστήριξή μου, φωνάζοντας συνήθ. "ζήτω": ~ στο γήπεδο/υπέρ κάποιου. Ζητωκραύγαζαν για τη νίκη. Το κοινό/πλήθος ενθουσιάζεται και ~ει. Οι συγκεντρωμένοι οπαδοί υποδέχθηκαν τον αρχηγό του κόμματος ~οντας. Πβ. αλαλάζω, αποθεώνω, επευφημώ. Βλ. χειροκροτώ. ΑΝΤ. γιουχάρω | |
| 19490 | ζητωκραυγή | ζη-τω-κραυ-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζητωκραυγάζω: Η συνέλευση, μέσα σε ~ές, ενέκρινε την πρόταση. Μετά το τέλος της παράστασης το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ~ές. Πβ. επευφημία. ΣΥΝ. ζήτω ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα | |
| 19491 | ζιβάγκο | ζι-βά-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. (προφ.) πληθ. -α}: είδος ψηλού, κλειστού, συνήθ. γυριστού γιακά, που αγκαλιάζει τον λαιμό· κυρ. συνεκδ. ένδυμα που φέρει τέτοιου είδους γιακά: πουλόβερ/φόρεμα με ~.|| Μπλούζα ~. Αμάνικο/κασμιρένιο/χαλαρό ~. [< o ομώνυμος κινηματογραφικός ήρωας (1965), από το μυθιστόρημα Doctor Zhivango του B. Pasternak, που φορούσε το σχετικό πουλόβερ] | |
| 19492 | ζιβανία | ζι-βα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τσίπουρο που παράγεται κυρ. στην Κύπρο. Βλ. κουμανταρία. | |
| 19493 | ζιβελίνα | βλ. ζιμπελίνα | |
| 19494 | ζιγγίβερι | βλ. τζίντζερ | |
| 19495 | ζιγκ-ζαγκ | επίρρ. & (σπάν.-προφ.) ζικ-ζακ: με ελικοειδείς κινήσεις: Το αυτοκίνητο πήγαινε ~ εξαιτίας των συνεχών στροφών. ● Ουσ.: ζιγκ-ζαγκ (το) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.}: ελιγμός που θυμίζει τεθλασμένη γραμμή· συνεκδ. αντίστοιχο τμήμα διαδρομής: Το φορτηγό έκανε ~. Πβ. οχτάρια.|| Ο δρόμος, μετά από ατελείωτα ~, γίνεται ευθύς. Πβ. κορδέλα, φουρκέτα.|| (ως επίθ.) ~ γαζί/γραμμές/σχέδιο. [< γαλλ. zigzag, γερμ. zickzack] | |
| 19496 | ζιγκολό | ζι-γκο-λό ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: νεαρός άνδρας που πληρώνεται από γυναίκες μεγαλύτερης συνήθ. ηλικίας, για να συνάψει ερωτική σχέση μαζί τους. Βλ. πόρνος. [< γαλλ. gigolo, περ. 1900, αγγλ. ~, 1922] | |
| 19497 | ζιζάνιο | ζι-ζά-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΕΩΠ. κάθε φυτό που φυτρώνει ανάμεσα σε άλλα καλλιεργούμενα, εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους: Ψέκασε το χωράφι, για να απαλλαγεί από τα ~α. Πβ. αγριόχορτα, παράσιτο. Βλ. αγριάδα, μουχρίτσα, τρίβολος. 2. (μτφ.) πρόσωπο, συνήθ. παιδί, που κάνει σκανδαλιές, αταξίες: Είναι μεγάλο ~, δεν αφήνει κανέναν στην ησυχία του! ΣΥΝ. διαβολόπαιδο, πειραχτήρι, τριβόλι (2) 3. (μτφ.) καθετί που δημιουργεί προβλήματα ή παρεμποδίζει τη θετική εξέλιξη μιας κατάστασης: το ~ του ανταγωνισμού. 4. (μτφ.) παθολογική εμμονή σε κάτι: Έχει μέσα του το ~ της αναζήτησης. ΣΥΝ. μανία (3), μικρόβιο (2), πάθος (1), τρέλα (3) ● ΦΡ.: βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια (ΚΔ, μτφ.): προκαλώ διχόνοιες, διαμάχες, προστριβές. Πβ. βάζω λόγια (σε κάποιον). Βλ. φιτιλιά. [< μτγν. ζιζάνιον ‘ήρα’, γαλλ. zizanie] | |
| 8882 | Ζιζάνιο | βέ-λιου-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. πολυετές ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Sorghum halepense) επικίνδυνο για τις καλλιέργειες. Βλ. αγριάδα, μουχρίτσα. | |
| 19498 | ζιζανιοκτόνο | ζι-ζα-νι-ο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση και εξολόθρευση των ζιζανίων: τοξικότητα ~ου. Γενετικά τροποποιημένα φυτά με ανθεκτικότητα/αντοχή σε ~α. Ψέκασε το χωράφι με ~. Βλ. βιο-, εντομο-, παρασιτο-κτόνο. [< αγγλ. herbicide, 1899] | |
| 19499 | ζιζανιολογία | ζι-ζα-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ζ): ΓΕΩΠ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των ζιζανίων και τις δοκιμές νέων ζιζανιοκτόνων. Βλ. βοτανική, εντομο-, παρασιτο-λογία. | |
| 19500 | ζίζυφος | (ο) βλ. τζιτζιφιά | |
| 19501 | ζικ-ζακ | βλ. ζιγκ-ζαγκ | |
| 19502 | ζίκα | ζί-κα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. ιός που μεταδίδεται από κουνούπια, κυρ. τα είδη Aedes aegypti και A. Albopictus. Ευθύνεται για τη μικροκεφαλία παιδιών, οι μητέρες των οποίων προσβλήθηκαν από τη νόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. [< αγγλ. Zika virus, 1952, ιταλ. Zika, 2015, από το ομώνυμο δάσος στην πόλη Entebbe της Ουγκάντα, όπου απομονώθηκε ο ιός το 1947] | |
| 19503 | ζιλέ | ζι-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) ζιλές (ο): είδος πλεκτού γιλέκου: ~ πάνω από πουκάμισο. ● Υποκ.: ζιλεδάκι (το) [< γαλλ. gilet] | |
| 19504 | ζίλια | ζί-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ζίλι} & ζίλιες (οι): ΜΟΥΣ. κρουστά μουσικά όργανα αποτελούμενα από δύο μεταλλικά κρόταλα με σχήμα ελαφρά κοίλων δίσκων: ντέφι με ~. Βλ. κύμβαλο. [< τουρκ. zil] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ