Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2020-2040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1038αεροναυπηγός[ἀεροναυπηγός] α-ε-ρο-ναυ-πη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΕΡΟΝ. επιστήμονας ειδικευμένος στην αεροναυπηγική: ~ μηχανικός/μηχανολόγος. [< αγγλ. aircraft-builder]
1039αεροναυσιπλοΐα[ἀεροναυσιπλοΐα] α-ε-ρο-ναυ-σι-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. το σύνολο των αεροπορικών και θαλάσσιων συγκοινωνιακών μέσων: ασφάλεια ~ας.
1040αεροναύτης[ἀεροναύτης] α-ε-ρο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ΑΕΡΟΝ. κυβερνήτης, μέλος πληρώματος ή επιβάτης αερόστατου ή αερόπλοιου. [< γαλλ. aéronaute, αγγλ. aeronaut]
1041αεροναυτία[ἀεροναυτία] α-ε-ρο-ναυ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ναυτία που προκαλείται κατά τη διάρκεια πτήσης. [< αγγλ. air sickness]
1042αεροναυτική[ἀεροναυτική] α-ε-ρο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. επιστήμη που ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή και λειτουργία πτητικών μέσων που κινούνται μέσα ή/και έξω από τη γήινη ατμόσφαιρα: βιομηχανία/μηχανικός ~ής. Βλ. αερο-διαστημική, -ναυτιλία, -πλοΐα, αστροναυτική. ΣΥΝ. αεροναυπηγική [< γαλλ. aéronautique, αγγλ. aeronautics]
1043αεροναυτικός, ή, ό [ἀεροναυτικός] α-ε-ρο-ναυ-τι-κός επίθ. 1. ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυτική: ~ός: εξοπλισμός/μηχανικός. ~ή: βιομηχανία/κλιματολογία/μετεωρολογία/μηχανική. ΣΥΝ. αεροναυπηγικός 2. ΣΤΡΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στην Πολεμική Αεροπορία και στο Πολεμικό Ναυτικό: ~ή: βάση. ~ές: δυνάμεις/ασκήσεις. [< 1: γαλλ. aéronautique, αγγλ. aeronautic(al) 2: γαλλ. aéronaval, 1956]
1044αεροναυτιλία[ἀεροναυτιλία] α-ε-ρο-ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΕΡΟΝ. κλάδος που μελετά τις μεθόδους με τις οποίες καθορίζεται και ελέγχεται η πορεία αεροσκάφους και προσδιορίζεται η θέση του· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη επαγγελματική ικανότητα: ~ εξ όψεως/με ραντάρ. Χάρτες ~ας. Πρόγνωση καιρού για την ~. [< αγγλ. aerial navigation, 1922]
1045αεροναυτιλιακός, ή, ό [ἀεροναυτιλιακός] α-ε-ρο-ναυ-τι-λι-α-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυτιλία: ~ός: εξοπλισμός. ~ές: υπηρεσίες.
1046αερονομία[ἀερονομία] α-ε-ρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΣΤΡΑΤ. αστυνομική υπηρεσία της Πολεμικής Αεροπορίας. Βλ. ναυτο-, στρατο-νομία. 2. ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες των ανώτερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας. Βλ. αερολογία. [< 1: αγγλ. air (force) police, 1944, 2: γαλλ. aéronomie, 1954, αγγλ. aeronomy, 1957]
1047αερονόμος[ἀερονόμος] α-ε-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας που υπηρετεί στην αερονομία: σμηνίας/σμηνίτης ~. Βλ. -νόμος.
1048αεροπανό[ἀεροπανό] α-ε-ρο-πα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανό που αναρτάται σε μεγάλο ύψος ή το σέρνει μικρό αεροπλάνο: διαφημιστικά/προεκλογικά ~. Κρεμώ ~ σε δρόμους και κτίρια.|| Βλ. αεροδιαφήμιση.
1049αεροπέδηση[ἀεροπέδηση] α-ε-ρο-πέ-δη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. τεχνική επιβράδυνσης της ταχύτητας διαστημικού σκάφους (και κατ΄επέκτ. μείωσης της κατανάλωσης καυσίμων) εξαιτίας ή μέσω της τριβής που ασκείται σε αυτό από την αντίσταση των ανώτερων ατμοσφαιρικών στρωμάτων ενός πλανήτη. [< αγγλ. aerobraking]
1050αεροπειρατεία[ἀεροπειρατεία] α-ε-ρο-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): βίαιη και παράνομη κατάληψη αεροπλάνου με στόχο την ικανοποίηση πολιτικού ή σπανιότ. προσωπικού αιτήματος: απόπειρα ~ας. Διαπράχθηκε/εκδηλώθηκε/σημειώθηκε ~. [< αγγλ. air piracy, 1948, piraterie aérienne, 1969]
1051αεροπειρατής[ἀεροπειρατής] α-ε-ρο-πει-ρα-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που πραγματοποιεί αεροπειρατεία. [< αγγλ. air pirate, γαλλ. pirate de l'air, 1969]
1052αεροπερατότηταβλ. αεροδιαπερατότητα
1053αεροπερπατητής[ἀεροπερπατητής] α-ε-ρο-περ-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής με το οποίο ο αθλούμενος έχει την αίσθηση ότι περπατά στον αέρα, γυμνάζοντας ταυτόχρονα τον πάνω και τον κάτω κορμό. Βλ. ελλειπτικό. [< αγγλ. air walker]
1054αεροπλανάκι[ἀεροπλανάκι] α-ε-ρο-πλα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. παιδικό παιχνίδι ή αερομοντέλο: ηλεκτρικό/συναρμολογούμενο/τηλεκατευθυνόμενο/χάρτινο ~. 2. μικρό αεροπλάνο. 3. παράνομο παιχνίδι με μορφή πυραμίδας, στο οποίο κάθε παίκτης δίνει ένα ποσό που αποφέρει κέρδη, εφόσον εισάγει στο παιχνίδι άλλους παίκτες· κατ' επέκτ. επιχείρηση οργανωμένη σε δίκτυα καταναλωτών. ΣΥΝ. πυραμίδα (5)
1055αεροπλανικός, ή, ό [ἀεροπλανικός] α-ε-ρο-πλα-νι-κός επίθ.: (μτφ.) που είναι θεαματικός ή θυμίζει τους εντυπωσιακούς ελιγμούς αεροπλάνου: ~ή: τούμπα. ~ό: κάρφωμα (στο μπάσκετ). ~ές: φιγούρες.|| (ΑΘΛ.) ~ό κόλπο (: λαβή στην πάλη, κατά την οποία ο παλαιστής σηκώνει ψηλά τον αντίπαλο, τον περιστρέφει και τον ρίχνει στον αγωνιστικό χώρο). ● Ουσ.: αεροπλανικό (το): (προφ.) {κυρ. στον πληθ.} κάθε θεαματική κίνηση ή ενέργεια: Με ζάλισε με τα ~ά του.
1056αεροπλάνο[ἀεροπλάνο] α-ε-ρο-πλά-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) αερόπλανο: ΑΕΡΟΝ. ιπτάμενο όχημα βαρύτερο του αέρα, εφοδιασμένο με φτερά και προωθητικά όργανα: αεριωθούμενο (πβ.τζετ)/αναγνωριστικό/βομβαρδιστικό/εκπαιδευτικό/ελαφρύ/ελικοφόρο/εμπορικό/επιβατικό/ιδιωτικό/καταδιωκτικό/κατασκοπευτικό/μαχητικό/μεταγωγικό/πολεμικό/πυροσβεστικό (= ~ πυρόσβεσης)/τηλεκατευθυνόμενο (: χωρίς πιλότο)/υπερηχητικό/υποηχητικό ~. Δικινητήρια/στρατιωτικά/τετρακινητήρια ~α. Απογείωση/επιβάτες/κινητήρας/κυβερνήτης/(αυτόματος) πιλότος/(αναγκαστική) προσγείωση/πτήση/πτώση ~ου. Όργανα ~ου (π.χ. ανεμόμετρο, υψόμετρο, πυξίδα). Μέρη ~ου (λ.χ. αερόφρενα, καμπίνα πιλότου, άτρακτος, κύτος, κονσόλα ελέγχου). Χειριστής ~ου. ~ με τουρμπίνες. Μανουβράρω/οδηγώ/πιλοτάρω ένα ~. Ταξιδεύω/πετώ με ~. Επιβιβάζομαι σε ~. Παίρνω το πρώτο ~. Το ~ παίρνει/χάνει ύψος. Το ~ έκανε κύκλους πάνω από .../συνετρίβη. Πβ. αεροσκάφος. Βλ. ανεμό-, ελικό-πτερο, υδροπλάνο. [< γαλλ. aéroplane, 1855, διαδόθηκε γύρω στο 1885, avion, αγγλ. airplane, 1907]
1057αεροπλανοφόρο[ἀεροπλανοφόρο] α-ε-ρο-πλα-νο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΑΕΡΟΝ. μεγάλο πολεμικό πλοίο με κατάστρωμα κατάλληλα διαμορφωμένο για απονήωση, προσνήωση, μεταφορά ή/και συντήρηση πολεμικών αεροσκαφών: πυρηνοκίνητο/υπερσύγχρονο ~. ~ κρούσης/συνοδείας. Πλήρωμα ~ου. Μοίρες ~ων. Το ~ αγκυροβόλησε/ελλιμενίστηκε/ναυπηγήθηκε. Τα ~α είναι πλωτά αεροδρόμια. [< αγγλ. aircraft carrier, 1919, γαλλ. porte-avion(s), 1921]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.