Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2020-2040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1034αεροναυαγοσωστικός, ή, ό [ἀεροναυαγοσωστικός] α-ε-ρο-ναυ-α-γο-σω-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διάσωση ναυαγών με τη βοήθεια αεροπορικού μέσου: ~ό: σκάφος. ● Ουσ.: αεροναυαγοσωστικό (το) 1. κατάλληλα εξοπλισμένο αεροσκάφος για εντοπισμό ναυαγών και τον εφοδιασμό τους με σωστικά μέσα. 2. ταχύ πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, που χρησιμοποιείται σε αεροναυτική συνεργασία. Βλ. καταδρομικό.
1035αεροναυμαχία[ἀεροναυμαχία] α-ε-ρο-ναυ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ένοπλη σύγκρουση με συμμετοχή αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων: Οι ~ες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Βλ. αερομαχία.
1036αεροναυπηγική[ἀεροναυπηγική] α-ε-ρο-ναυ-πη-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. αεροναυτική.
1037αεροναυπηγικός, ή, ό [ἀεροναυπηγικός] α-ε-ρο-ναυ-πη-γι-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυπηγική ή τον αεροναυπηγό: ~ή: βιομηχανία. ~ές: εκθέσεις/εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: προγράμματα/συστήματα. ΣΥΝ. αεροναυτικός (1)
1038αεροναυπηγός[ἀεροναυπηγός] α-ε-ρο-ναυ-πη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΕΡΟΝ. επιστήμονας ειδικευμένος στην αεροναυπηγική: ~ μηχανικός/μηχανολόγος. [< αγγλ. aircraft-builder]
1039αεροναυσιπλοΐα[ἀεροναυσιπλοΐα] α-ε-ρο-ναυ-σι-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. το σύνολο των αεροπορικών και θαλάσσιων συγκοινωνιακών μέσων: ασφάλεια ~ας.
1040αεροναύτης[ἀεροναύτης] α-ε-ρο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ΑΕΡΟΝ. κυβερνήτης, μέλος πληρώματος ή επιβάτης αερόστατου ή αερόπλοιου. [< γαλλ. aéronaute, αγγλ. aeronaut]
1041αεροναυτία[ἀεροναυτία] α-ε-ρο-ναυ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ναυτία που προκαλείται κατά τη διάρκεια πτήσης. [< αγγλ. air sickness]
1042αεροναυτική[ἀεροναυτική] α-ε-ρο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. επιστήμη που ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή και λειτουργία πτητικών μέσων που κινούνται μέσα ή/και έξω από τη γήινη ατμόσφαιρα: βιομηχανία/μηχανικός ~ής. Βλ. αερο-διαστημική, -ναυτιλία, -πλοΐα, αστροναυτική. ΣΥΝ. αεροναυπηγική [< γαλλ. aéronautique, αγγλ. aeronautics]
1043αεροναυτικός, ή, ό [ἀεροναυτικός] α-ε-ρο-ναυ-τι-κός επίθ. 1. ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυτική: ~ός: εξοπλισμός/μηχανικός. ~ή: βιομηχανία/κλιματολογία/μετεωρολογία/μηχανική. ΣΥΝ. αεροναυπηγικός 2. ΣΤΡΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στην Πολεμική Αεροπορία και στο Πολεμικό Ναυτικό: ~ή: βάση. ~ές: δυνάμεις/ασκήσεις. [< 1: γαλλ. aéronautique, αγγλ. aeronautic(al) 2: γαλλ. aéronaval, 1956]
1044αεροναυτιλία[ἀεροναυτιλία] α-ε-ρο-ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΕΡΟΝ. κλάδος που μελετά τις μεθόδους με τις οποίες καθορίζεται και ελέγχεται η πορεία αεροσκάφους και προσδιορίζεται η θέση του· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη επαγγελματική ικανότητα: ~ εξ όψεως/με ραντάρ. Χάρτες ~ας. Πρόγνωση καιρού για την ~. [< αγγλ. aerial navigation, 1922]
1045αεροναυτιλιακός, ή, ό [ἀεροναυτιλιακός] α-ε-ρο-ναυ-τι-λι-α-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροναυτιλία: ~ός: εξοπλισμός. ~ές: υπηρεσίες.
1046αερονομία[ἀερονομία] α-ε-ρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΣΤΡΑΤ. αστυνομική υπηρεσία της Πολεμικής Αεροπορίας. Βλ. ναυτο-, στρατο-νομία. 2. ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες των ανώτερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας. Βλ. αερολογία. [< 1: αγγλ. air (force) police, 1944, 2: γαλλ. aéronomie, 1954, αγγλ. aeronomy, 1957]
1047αερονόμος[ἀερονόμος] α-ε-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας που υπηρετεί στην αερονομία: σμηνίας/σμηνίτης ~. Βλ. -νόμος.
1048αεροπανό[ἀεροπανό] α-ε-ρο-πα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανό που αναρτάται σε μεγάλο ύψος ή το σέρνει μικρό αεροπλάνο: διαφημιστικά/προεκλογικά ~. Κρεμώ ~ σε δρόμους και κτίρια.|| Βλ. αεροδιαφήμιση.
1049αεροπέδηση[ἀεροπέδηση] α-ε-ρο-πέ-δη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. τεχνική επιβράδυνσης της ταχύτητας διαστημικού σκάφους (και κατ΄επέκτ. μείωσης της κατανάλωσης καυσίμων) εξαιτίας ή μέσω της τριβής που ασκείται σε αυτό από την αντίσταση των ανώτερων ατμοσφαιρικών στρωμάτων ενός πλανήτη. [< αγγλ. aerobraking]
1050αεροπειρατεία[ἀεροπειρατεία] α-ε-ρο-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): βίαιη και παράνομη κατάληψη αεροπλάνου με στόχο την ικανοποίηση πολιτικού ή σπανιότ. προσωπικού αιτήματος: απόπειρα ~ας. Διαπράχθηκε/εκδηλώθηκε/σημειώθηκε ~. [< αγγλ. air piracy, 1948, piraterie aérienne, 1969]
1051αεροπειρατής[ἀεροπειρατής] α-ε-ρο-πει-ρα-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που πραγματοποιεί αεροπειρατεία. [< αγγλ. air pirate, γαλλ. pirate de l'air, 1969]
1052αεροπερατότηταβλ. αεροδιαπερατότητα
1053αεροπερπατητής[ἀεροπερπατητής] α-ε-ρο-περ-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής με το οποίο ο αθλούμενος έχει την αίσθηση ότι περπατά στον αέρα, γυμνάζοντας ταυτόχρονα τον πάνω και τον κάτω κορμό. Βλ. ελλειπτικό. [< αγγλ. air walker]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.