Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20380-20400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19499ζιζανιολογίαζι-ζα-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ζ): ΓΕΩΠ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των ζιζανίων και τις δοκιμές νέων ζιζανιοκτόνων. Βλ. βοτανική, εντομο-, παρασιτο-λογία.
19500ζίζυφος(ο) βλ. τζιτζιφιά
19501ζικ-ζακβλ. ζιγκ-ζαγκ
19502ζίκαζί-κα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. ιός που μεταδίδεται από κουνούπια, κυρ. τα είδη Aedes aegypti και A. Albopictus. Ευθύνεται για τη μικροκεφαλία παιδιών, οι μητέρες των οποίων προσβλήθηκαν από τη νόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. [< αγγλ. Zika virus, 1952, ιταλ. Zika, 2015, από το ομώνυμο δάσος στην πόλη Entebbe της Ουγκάντα, όπου απομονώθηκε ο ιός το 1947]
19503ζιλέζι-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) ζιλές (ο): είδος πλεκτού γιλέκου: ~ πάνω από πουκάμισο. ● Υποκ.: ζιλεδάκι (το) [< γαλλ. gilet]
19504ζίλιαζί-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ζίλι} & ζίλιες (οι): ΜΟΥΣ. κρουστά μουσικά όργανα αποτελούμενα από δύο μεταλλικά κρόταλα με σχήμα ελαφρά κοίλων δίσκων: ντέφι με ~. Βλ. κύμβαλο. [< τουρκ. zil]
19505ζιλοτέιπβλ. σελοτέιπ
19506ζιμπελίναζι-μπε-λί-να ουσ. (θηλ.) & ζιβελίνα: ΖΩΟΛ. είδος κουναβιού (επιστ. ονομασ. Martes zibellina) και κυρ. συνεκδ. η πολύτιμη γούνα του. Βλ. νυφίτσα. ΣΥΝ. σαμούρι [< γαλλ. zibeline]
19507ζίνιαζί-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Elegans zinnia) που καλλιεργείται κυρ. ως καλλωπιστικό για τα πολύχρωμα άνθη του. [< γαλλ.-αγγλ. zinnia, γερμ. ανθρ. J. G. Zinn]
19508ζίου ζίτσουζί-ου ζί-τσου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη και άοπλη μορφή πάλης, η οποία βασίζεται περισσότερο στην τεχνική παρά στη σωματική δύναμη και περιλαμβάνει χτυπήματα, λακτίσματα και λαβές· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα. Βλ. καράτε, τζούντο. [< αγγλ. jiu-jitsu, 1875, γαλλ. ~, 1906]
19509ζιπουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΛΗΡΟΦ. συμπιεσμένο αρχείο που δημιουργείται με ειδικό πρόγραμμα συμπίεσης: (ως επίθ.) ~ φάκελος. Έχω επισυνάψει/κατεβάσει ένα αρχείο ~. 2. (σπανιότ.) φερμουάρ. ● Υποκ.: ζιπάκι (το) [< αγγλ. zip]
19510ζιπ κιλότζιπ κι-λότ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο, φαρδύ και κοντό παντελόνι, συνήθ. μέχρι το γόνατο, που μοιάζει με φούστα. Πβ. βερμούδα. [< γαλλ. jupe-culotte]
19511ζιπάρωζι-πά-ρω ρ. (μτβ.) {μτχ. ζιπαρισμένος} (αργκό της πληροφορικής): συμπιέζω δεδομένα για εξοικονόμηση χώρου και αποθήκευση ή μεταφορά: Έχω ~ει τα αρχεία. Πβ. πακετάρω. Βλ. γκουγκλάρω. ΑΝΤ. αποσυμπιέζω (2) [< αγγλ. zip]
19512ζιπέλαιοζι-πέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νάφθα που χρησιμοποιείται συνήθ. ως υγρό γεμίσματος αναπτήρων ζίπο, για τον καθαρισμό λεκέδων ή ως καύσιμη ύλη σε σόμπες. Βλ. -έλαιο.
19513ζίποζί-πο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} : είδος ορθογώνιου μεταλλικού αναπτήρα με αρθρωτό καπάκι, του οποίου η φλόγα δεν σβήνει εύκολα. Βλ. ζιπέλαιο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Zippo, 1934]
19514ζιπουνάκιζι-που-νά-κι ουσ. (ουδ.): λεπτή βρεφική φανέλα ή μπλουζίτσα με μανίκια: ~ για νεογέννητο.
19516ζιργκόνζιρ-γκόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΥΚΤ. μετάλλευμα με κυβική δομή που απαντάται κυρ. σε καφέ ή γκρι αποχρώσεις και χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία: κόκκινο ~. Δαχτυλίδι με ~. ΣΥΝ. ζιρκόνιο (2) [< γερμ. Zirkon]
19517ζιρκονίαζιρ-κο-νί-α ουσ. (θηλ.) & ζιρκόνια: ΧΗΜ. διοξείδιο του ζιρκονίου. [< αγγλ. zirconia]
19518ζιρκόνιοζιρ-κό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ζιρκονίου} 1. ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Zr, Ζ 40) γκρι χρώματος, που απαντάται συχνά σε μεταλλεύματα και χρησιμοποιείται κυρ. σε κράματα, σε πυρίμαχα σκεύη και στην κεραμική. 2. ΟΡΥΚΤ. ζιργκόν. [< γαλλ. zirconium]
19519ζλότιζλό-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. ονομασία του εθνικού νομίσματος της Πολωνίας. [< πολωνικό zloty]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.