| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19505 | ζιλοτέιπ | βλ. σελοτέιπ | |
| 19506 | ζιμπελίνα | ζι-μπε-λί-να ουσ. (θηλ.) & ζιβελίνα: ΖΩΟΛ. είδος κουναβιού (επιστ. ονομασ. Martes zibellina) και κυρ. συνεκδ. η πολύτιμη γούνα του. Βλ. νυφίτσα. ΣΥΝ. σαμούρι [< γαλλ. zibeline] | |
| 19507 | ζίνια | ζί-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Elegans zinnia) που καλλιεργείται κυρ. ως καλλωπιστικό για τα πολύχρωμα άνθη του. [< γαλλ.-αγγλ. zinnia, γερμ. ανθρ. J. G. Zinn] | |
| 19508 | ζίου ζίτσου | ζί-ου ζί-τσου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη και άοπλη μορφή πάλης, η οποία βασίζεται περισσότερο στην τεχνική παρά στη σωματική δύναμη και περιλαμβάνει χτυπήματα, λακτίσματα και λαβές· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα. Βλ. καράτε, τζούντο. [< αγγλ. jiu-jitsu, 1875, γαλλ. ~, 1906] | |
| 19509 | ζιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΛΗΡΟΦ. συμπιεσμένο αρχείο που δημιουργείται με ειδικό πρόγραμμα συμπίεσης: (ως επίθ.) ~ φάκελος. Έχω επισυνάψει/κατεβάσει ένα αρχείο ~. 2. (σπανιότ.) φερμουάρ. ● Υποκ.: ζιπάκι (το) [< αγγλ. zip] | |
| 19510 | ζιπ κιλότ | ζιπ κι-λότ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο, φαρδύ και κοντό παντελόνι, συνήθ. μέχρι το γόνατο, που μοιάζει με φούστα. Πβ. βερμούδα. [< γαλλ. jupe-culotte] | |
| 19511 | ζιπάρω | ζι-πά-ρω ρ. (μτβ.) {μτχ. ζιπαρισμένος} (αργκό της πληροφορικής): συμπιέζω δεδομένα για εξοικονόμηση χώρου και αποθήκευση ή μεταφορά: Έχω ~ει τα αρχεία. Πβ. πακετάρω. Βλ. γκουγκλάρω. ΑΝΤ. αποσυμπιέζω (2) [< αγγλ. zip] | |
| 19512 | ζιπέλαιο | ζι-πέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νάφθα που χρησιμοποιείται συνήθ. ως υγρό γεμίσματος αναπτήρων ζίπο, για τον καθαρισμό λεκέδων ή ως καύσιμη ύλη σε σόμπες. Βλ. -έλαιο. | |
| 19513 | ζίπο | ζί-πο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} : είδος ορθογώνιου μεταλλικού αναπτήρα με αρθρωτό καπάκι, του οποίου η φλόγα δεν σβήνει εύκολα. Βλ. ζιπέλαιο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Zippo, 1934] | |
| 19514 | ζιπουνάκι | ζι-που-νά-κι ουσ. (ουδ.): λεπτή βρεφική φανέλα ή μπλουζίτσα με μανίκια: ~ για νεογέννητο. | |
| 19516 | ζιργκόν | ζιρ-γκόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΥΚΤ. μετάλλευμα με κυβική δομή που απαντάται κυρ. σε καφέ ή γκρι αποχρώσεις και χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία: κόκκινο ~. Δαχτυλίδι με ~. ΣΥΝ. ζιρκόνιο (2) [< γερμ. Zirkon] | |
| 19517 | ζιρκονία | ζιρ-κο-νί-α ουσ. (θηλ.) & ζιρκόνια: ΧΗΜ. διοξείδιο του ζιρκονίου. [< αγγλ. zirconia] | |
| 19518 | ζιρκόνιο | ζιρ-κό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ζιρκονίου} 1. ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Zr, Ζ 40) γκρι χρώματος, που απαντάται συχνά σε μεταλλεύματα και χρησιμοποιείται κυρ. σε κράματα, σε πυρίμαχα σκεύη και στην κεραμική. 2. ΟΡΥΚΤ. ζιργκόν. [< γαλλ. zirconium] | |
| 19519 | ζλότι | ζλό-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. ονομασία του εθνικού νομίσματος της Πολωνίας. [< πολωνικό zloty] | |
| 19520 | ζογκλέρ | ζο-γκλέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. καλλιτέχνης που διασκεδάζει το κοινό του, πετώντας ψηλά, εναλλάξ και περιστροφικά, διάφορα αντικείμενα και πιάνοντάς τα με επιδεξιότητα: ~ σε παιδικό πάρτι/τσίρκο. Παραστάσεις/σόου με ξυλοπόδαρους και ~. Βλ. κλόουν, ταχυδακτυλουργός.|| (κατ' επέκτ.) Στη δουλειά του, με τόσες ευθύνες, θέλει ικανότητες ~, για να τα καταφέρει. 2. (μτφ.-προφ.) (κυρ. στο μπάσκετ) αθλητής που επιδίδεται σε εντυπωσιακές ενέργειες και πολύ επιδέξιους χειρισμούς της μπάλας μέσα στον αγωνιστικό χώρο. [< γαλλ. jongleur] | |
| 19521 | ζογκλερικός | , ή, ό ζο-γκλε-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ζογκλέρ: ~ό: κόλπο/τρικ. 2. (μτφ.) που εκτελείται με εντυπωσιακές και επιδέξιες κινήσεις: ~ή: απόδραση. Πβ. ακροβατικός, ταχυδακτυλουργικός. ● Ουσ.: ζογκλερικό (το) 1. (μτφ.-προφ.) αριστοτεχνική ενέργεια μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή. 2. νούμερο σε παράσταση ζογκλέρ. | |
| 19522 | ζόμπι | ζό-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (σύμφωνα με δοξασίες) νεκρός που επανέρχεται στη ζωή, χωρίς ψυχή και συνείδηση. Πβ. βρικόλακας, νεκροζώντανος, φάντασμα. 2. (μτφ.-προφ.) άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από απάθεια, έχει απλανές βλέμμα και δρα μηχανικά, χωρίς προσωπική βούληση. Πβ. ρομπότ. Βλ. ζωντανός νεκρός. 3. (μτφ.-προφ.) άτομο που προκαλεί αποτροπιασμό με το παρουσιαστικό του. Πβ. κουασιμόδος, τέρας. ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι βλ. υπολογιστής [< αγγλ. zombie] | |
| 19523 | ζορζέτα | ζορ-ζέ-τα ουσ. (θηλ.): είδος λεπτού υφάσματος, συνήθ. από μετάξι, βισκόζη ή λεπτό πολυεστέρα: κρεπ/ντραπέ ~.|| (ως επίθ.) Νυχτικό ~. Βλ. -έτα. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Georgette, 1915, γαλλ. ανθρ. Georgette de la Plante] | |
| 19524 | ζόρι | ζό-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ψυχολογική πίεση που ασκείται σε κάποιον, για να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: Θέλει ~ (= πρεσάρισμα, στρίμωγμα), για να στρωθεί στη δουλειά. Πβ. ζόρισμα, καταναγκασμός. Βλ. βία. 2. δυσκολία, ταλαιπωρία: Το πρωινό ξύπνημα είναι μεγάλο ~. ΣΥΝ. αγγούρι, μανίκι, πακέτο, παλούκι.|| Τα κατάφερε με πολύ ~. Πβ. δυσχέρεια. 3. δύναμη που ασκείται σε κάτι: Χρειάστηκε ~, για να ανοίξει την πόρτα. ● ΦΡ.: έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια (προφ.): πιέζομαι πάρα πολύ: Έχω ~ια με τη δουλειά/τις εξετάσεις. ΣΥΝ. ζορίζομαι (1), τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια: ύστερα από επίμονες προσπάθειες, με πολύ μεγάλη δυσκολία: Κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο ~ ~. Πβ. μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων., με το ζόρι 1. με το στανιό, με εξαναγκασμό: Δεν του άρεσε το γλυκό, αλλά το έφαγε ~ ~ (= αναγκαστικά). Δεν έλεγε να ξυπνήσει και έτσι τον σήκωσαν ~ ~. Πβ. άρον-άρον, βίαια, με τη βία. 2. μόλις και μετά βίας, με ιδιαίτερη δυσκολία: ~ ~ κρατιέται ξύπνιος. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια.|| (για δήλωση του ανώτατου ορίου) ~ ~ χωράνε στο πίσω κάθισμα. Πβ. ίσα ίσα. ΣΥΝ. τσίμα τσίμα (1), με το ζόρι παντρειά (δεν γίνεται) (παροιμ.): δεν έχει νόημα να πραγματοποιηθεί κάτι που αντιβαίνει στη θέληση κάποιου., τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια 1. ταλαιπωρούμαι, έχω δυσκολίες: Σκέφτεται να παραιτηθεί, γιατί τραβάει μεγάλο ~ με τη δουλειά του. ΣΥΝ. έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια, ζορίζομαι (1), τραβώ κουπί (2) 2. (αργκό) έχω πρόβλημα με κάποιον ή κάτι: Τι ~ τραβάς μαζί του και δεν του μιλάς; [< τουρκ. zor] | |
| 19525 | ζορίζω | ζο-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζόρι-σα, ζορί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, ζορίζ-οντας} (προφ.) 1. ασκώ ψυχολογική πίεση σε κάποιον, για να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: Δεν θα καταφέρεις τίποτα με το να τον ~εις να διαβάσει. ΣΥΝ. αναγκάζω, εξαναγκάζω, πιέζω (2) 2. κακομεταχειρίζομαι κάτι ή του ασκώ πολύ μεγάλη δύναμη, με αποτέλεσμα να φτάνει στο έσχατο όριο της αντοχής ή των αποδόσεών του: Μη ~εις πολύ τον κινητήρα, γιατί θα μπουκώσει η μηχανή. ~σε τόσο πολύ το κλειδί, που στο τέλος έσπασε μέσα στην κλειδαριά. 3. προκαλώ δυσκολίες σε κάποιον, τον ταλαιπωρώ: Τα οικονομικά προβλήματα και η ανεργία ~ουν τους νέους. Πβ. του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο. 4. φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση: Τον ~σε με τις ερωτήσεις του. ΣΥΝ. στριμώχνω (2) ● Παθ.: ζορίζομαι 1. πιέζομαι ψυχολογικά: Δεν χρειάζεται να ~εσαι, τελείωσε τη δουλειά όποτε θες. Αυτή την περίοδο είναι πολύ ~σμένος. ΣΥΝ. έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια (1) 2. καταβάλλω σημαντικές προσπάθειες: Πέρασε στις εξετάσεις, χωρίς να ~στεί ιδιαίτερα. 3. έχω, οικονομικές κυρ., δυσκολίες: Η εταιρεία ~εται (= δυσκολεύεται) πολύ τελευταία να καταβάλει τους μισθούς. ● ΦΡ.: ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα: η κατάσταση γίνεται δύσκολη: Μόλις είδε ότι τα πράγματα άρχισαν να ~, έπιασε και δεύτερη δουλειά. ΣΥΝ. σκούρα/ζόρικα τα πράγματα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ