Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20400-20420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19526ζόρικος, η/ια, ο ζό-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ή φανερώνει δύσκολο, βίαιο και ατίθασο χαρακτήρα: ~ος: άντρας. Δεν ξέρει πώς να του φερθεί, είναι πολύ ~. Πβ. νταής, τζόρας, τσαμπουκάς.|| ~ο: ύφος. Πβ. τσαμπουκαλίδικος. 2. που θέλει να ορίζει την κατάσταση, δεν υποτάσσεται στη βούληση των άλλων: Είναι πολύ ~ στις διαπραγματεύσεις/συναλλαγές του. Πβ. ανυποχώρητος. ΣΥΝ. δύσκολος (2) 3. (εμφατ.) που παρουσιάζει δυσκολίες και απαιτεί έντονη προσπάθεια, για να έρθει σε πέρας: ~η: διαδρομή/δουλειά/κατάσταση (πβ. δυσχερής)/υπόθεση. ~ο: πρόγραμμα. Τα θέματα των εξετάσεων ήταν πολύ ~α.|| (ως ουσ.) Στα ~α ξεπερνάς τον εαυτό σου. ΣΥΝ. δύσκολος (1) ● επίρρ.: ζόρικα ● ΦΡ.: κάνει τον ζόρικο & το παίζει ζόρικος: επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά σε κάποιον με σκοπό κυρ. να τον φοβίσει και να του επιβληθεί· παριστάνει τον παλικαρά: Ξέρει να ~ ~ σ' εμένα, ενώ στην πραγματικότητα είναι δειλός., σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω
19527ζοριλίκιζο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): προκλητικά επιθετική και απειλητική συμπεριφορά· αγριάδα, νταηλίκι: Κάνει/πουλάει ~ια. Πβ. μαγκιά, τσαμπουκαλίκι. Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. zorluk]
19528ζόρισμαζό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζορίζω: Το θέμα θέλει τακτική και όχι ~. Έχει ~ατα (= ζορίζεται, έχει ζόρια, δυσκολίες). Πβ. καταναγκασμός, πρεσάρισμα, στρίμωγμα.|| (άσκηση μεγάλης πίεσης:) ~ των μυών.|| Θέλει πολύ ~ (: έντονη προσπάθεια), για να πετύχει κανείς στη ζωή του.
19529ζορμπάςζορ-μπάς ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λαϊκό) 1. άτομο που καταφεύγει σε απειλές, φοβέρες για να επιβληθεί στους άλλους. Πβ. μάγκας, νταής, παλικαράς. 2. αυτός που ζει τη ζωή του ξέγνοιαστα, έντονα και αντισυμβατικά. Βλ. μποέμ. [< τουρκ. zorba]
19530ζούγκλαζού-γκλα ουσ. (θηλ.) 1. τροπικό, βροχερό δάσος με αδιαπέραστη και πλούσια βλάστηση. Βλ. παρθένο δάσος. 2. (μτφ.) χώρος ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αναρχία, καταπάτηση των κανόνων δικαίου, βιαιότητα ή αθέμιτο ανταγωνισμό: η ~ της ασφάλτου. ● ΦΡ.: ο νόμος της ζούγκλας (αρνητ. συνυποδ.) 1. η χρήση αθέμιτων μέσων από κάποιον με σκοπό την επικράτησή του σε χώρο που υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός: Σε ευνομούμενο κράτος δεν μπορεί να επικρατεί ~ ~. 2. & το δίκαιο της ζούγκλας: το δίκαιο του ισχυρότερου. Πβ. το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. [< γαλλ. jungle]
19531ζούδιζού-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. ζωύφιο. ΣΥΝ. ζουζούνι (1), ζούμπερο (1), μαμούνι (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μικροκαμωμένο ή ασήμαντο. Πβ. ανθρωπάκι, σπόρι. 3. μικρό ζώο. Πβ. ζωάκι. [< μεσν. ζούδιον]
19532ζουζούναζου-ζού-να ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ως οικ. προσφών.): παιχνιδιάρα, χαριτωμένη κοπέλα ή ζωηρό και γλυκό κορίτσι. ● ζουζούνος & ζούζουνος (ο): συμπαθητικό και γεμάτο χάρη αγοράκι ή κατοικίδιο ζωάκι. Πβ. γλυκούλης. ● Υποκ.: ζουζουνίτσα (η)
19533ζουζούνιζου-ζού-νι ουσ. (ουδ.) {ζουζουνιού} (προφ.) 1. μικρό έντομο που πετά, παράγοντας χαρακτηριστικό βόμβο. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. ζούδι (1), ζούμπερο (1), ζωύφιο (1), μαμούνι (1) 2. (ως οικ. προσφών.) ζωηρό παιδί. ● Υποκ.: ζουζουνάκι (το) ● ΦΡ.: ζουζούνι μου (χαϊδευτ.): προσφώνηση τρυφερότητας, στοργής. Πβ. αγαπ-, γλυκ-, μωρ-ουλίνι, κουτσούνι. [ < λ. ηχομημιτ.]
19534ζουζουνιάζου-ζου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκανδαλιά ή τσαχπινιά. Πβ. ζουζούνισμα.
19535ζουζουνίζειζου-ζου-νί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζουζούνι-σε} (για έντομο): παράγει χαρακτηριστικό ήχο, καθώς πετά: Οι μέλισσες ~ουν. Πβ. βουίζει. Βλ. τιτιβίζει.
19536ζουζούνισμαζου-ζού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ζουζουνίσμ-ατα} 1. χαρακτηριστικός ήχος εντόμου που πετά: το ~ της σφήκας. Πβ. βόμβος, βούισμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζουζουνιά: αγάπες και ~ατα.
19537ζούλαζού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μυστικότητα· κυρ. στη ● ΦΡ.: στη ζούλα (προφ.): κρυφά, μυστικά: Οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει το τσιγάρο, αλλά αυτός κάπνιζε ~ ~. Βλ. στη λούφα, παράνομα. ΣΥΝ. στα κλεφτά, στα μουλωχτά [< ζουλώ· πβ. τουρκ. zula 'κρυψώνα']
19538ζουλάπιζου-λά-πι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.) 1. αγρίμι, θηρίο, συνήθ. λύκος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα· βλάκας, ηλίθιος. [< βλάχικο zulape, αλβ. zullap, διαφορετικό το μεσν. ζουλάπιν ‘ροδόσταμο’]
19539ζουλάωβλ. ζουλώ
19540ζούληγμαζού-ληγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζουλώ.
19541ζουλιένζου-λιέν επίθ. {άκλ.} & ζυλιέν: ΜΑΓΕΙΡ. κομμένος σε μακρόστενες, πολύ λεπτές λωρίδες: λαχανικά/πατάτες (σε σχήμα) ~. Κοτόπουλο ~. Βλ. ψιλοκομμένος.|| (ως επίρρ.) Κόβω τα καρότα ~. [< γαλλ. julienne]
19542ζουλίζωβλ. ζουλώ
19543ζουλώ[ζουλῶ] ζου-λώ ρ. (μτβ.) {ζουλ-ά κ. -άει ..., -ώντας | ζούλ-ηξα (σπάν.) -ησα, -ήξει, -ιέται, -ήχτηκε, -ηγμένος} & ζουλάω & (σπάν.) ζουλίζω (προφ.): πιέζω δυνατά με τα δάχτυλά μου: ~ηξε τα μαγουλάκια του μωρού. ΣΥΝ. ζουπώ [< μεσν. ζουλίζω]
19544ζουμουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. σύστημα φακών με τους οποίους επιτυγχάνεται αυξομείωση της εστιακής απόστασης· συνεκδ. ο αντίστοιχος φακός: ισχυρό ~. Ψηφιακή μηχανή με ~. Ενεργοποιείται το ~ της κάμερας. 2. ΚΙΝΗΜ. λήψη σκηνής με τους εν λόγω φακούς: Η ταινία τελειώνει με αργό ~ (: εστίαση, ζουμάρισμα) στο πρόσωπο της ηθοποιού.|| (μτφ.) ~ (: επικέντρωση) στις λεπτομέρειες. 3. ΠΛΗΡΟΦ. αυξομείωση κατά βούληση του μεγέθους της ψηφιακής εικόνας που προβάλλεται σε οθόνη υπολογιστή: εργαλείο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οπτικό ζουμ: δυνατότητα φωτογραφικής μηχανής για εστίαση, χωρίς εμφανή αλλοίωση της ποιότητας. ● ΦΡ.: κάνω ζουμ: ζουμάρω. [< 1: αγγλ. zoom lens, 1936, 2,3: αγγλ. zoom, 1948]
19545ζουμάρισμαζου-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζουμάρω: ~ εικόνας. Κάμερα με δυνατότητα ~ατος. Πβ. μεγέθυνση, ζουμ.|| Η τελευταία σκηνή κλείνει με ~ στους πρωταγωνιστές. Βλ. -ισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.