Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20400-20420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19520ζογκλέρζο-γκλέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. καλλιτέχνης που διασκεδάζει το κοινό του, πετώντας ψηλά, εναλλάξ και περιστροφικά, διάφορα αντικείμενα και πιάνοντάς τα με επιδεξιότητα: ~ σε παιδικό πάρτι/τσίρκο. Παραστάσεις/σόου με ξυλοπόδαρους και ~. Βλ. κλόουν, ταχυδακτυλουργός.|| (κατ' επέκτ.) Στη δουλειά του, με τόσες ευθύνες, θέλει ικανότητες ~, για να τα καταφέρει. 2. (μτφ.-προφ.) (κυρ. στο μπάσκετ) αθλητής που επιδίδεται σε εντυπωσιακές ενέργειες και πολύ επιδέξιους χειρισμούς της μπάλας μέσα στον αγωνιστικό χώρο. [< γαλλ. jongleur]
19521ζογκλερικός, ή, ό ζο-γκλε-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ζογκλέρ: ~ό: κόλπο/τρικ. 2. (μτφ.) που εκτελείται με εντυπωσιακές και επιδέξιες κινήσεις: ~ή: απόδραση. Πβ. ακροβατικός, ταχυδακτυλουργικός. ● Ουσ.: ζογκλερικό (το) 1. (μτφ.-προφ.) αριστοτεχνική ενέργεια μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή. 2. νούμερο σε παράσταση ζογκλέρ.
19522ζόμπιζό-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (σύμφωνα με δοξασίες) νεκρός που επανέρχεται στη ζωή, χωρίς ψυχή και συνείδηση. Πβ. βρικόλακας, νεκροζώντανος, φάντασμα. 2. (μτφ.-προφ.) άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από απάθεια, έχει απλανές βλέμμα και δρα μηχανικά, χωρίς προσωπική βούληση. Πβ. ρομπότ. Βλ. ζωντανός νεκρός. 3. (μτφ.-προφ.) άτομο που προκαλεί αποτροπιασμό με το παρουσιαστικό του. Πβ. κουασιμόδος, τέρας. ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι βλ. υπολογιστής [< αγγλ. zombie]
19523ζορζέταζορ-ζέ-τα ουσ. (θηλ.): είδος λεπτού υφάσματος, συνήθ. από μετάξι, βισκόζη ή λεπτό πολυεστέρα: κρεπ/ντραπέ ~.|| (ως επίθ.) Νυχτικό ~. Βλ. -έτα. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Georgette, 1915, γαλλ. ανθρ. Georgette de la Plante]
19524ζόριζό-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ψυχολογική πίεση που ασκείται σε κάποιον, για να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: Θέλει ~ (= πρεσάρισμα, στρίμωγμα), για να στρωθεί στη δουλειά. Πβ. ζόρισμα, καταναγκασμός. Βλ. βία. 2. δυσκολία, ταλαιπωρία: Το πρωινό ξύπνημα είναι μεγάλο ~. ΣΥΝ. αγγούρι, μανίκι, πακέτο, παλούκι.|| Τα κατάφερε με πολύ ~. Πβ. δυσχέρεια. 3. δύναμη που ασκείται σε κάτι: Χρειάστηκε ~, για να ανοίξει την πόρτα. ● ΦΡ.: έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια (προφ.): πιέζομαι πάρα πολύ: Έχω ~ια με τη δουλειά/τις εξετάσεις. ΣΥΝ. ζορίζομαι (1), τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια: ύστερα από επίμονες προσπάθειες, με πολύ μεγάλη δυσκολία: Κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο ~ ~. Πβ. μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων., με το ζόρι 1. με το στανιό, με εξαναγκασμό: Δεν του άρεσε το γλυκό, αλλά το έφαγε ~ ~ (= αναγκαστικά). Δεν έλεγε να ξυπνήσει και έτσι τον σήκωσαν ~ ~. Πβ. άρον-άρον, βίαια, με τη βία. 2. μόλις και μετά βίας, με ιδιαίτερη δυσκολία: ~ ~ κρατιέται ξύπνιος. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια.|| (για δήλωση του ανώτατου ορίου) ~ ~ χωράνε στο πίσω κάθισμα. Πβ. ίσα ίσα. ΣΥΝ. τσίμα τσίμα (1), με το ζόρι παντρειά (δεν γίνεται) (παροιμ.): δεν έχει νόημα να πραγματοποιηθεί κάτι που αντιβαίνει στη θέληση κάποιου., τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια 1. ταλαιπωρούμαι, έχω δυσκολίες: Σκέφτεται να παραιτηθεί, γιατί τραβάει μεγάλο ~ με τη δουλειά του. ΣΥΝ. έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια, ζορίζομαι (1), τραβώ κουπί (2) 2. (αργκό) έχω πρόβλημα με κάποιον ή κάτι: Τι ~ τραβάς μαζί του και δεν του μιλάς; [< τουρκ. zor]
19525ζορίζωζο-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζόρι-σα, ζορί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, ζορίζ-οντας} (προφ.) 1. ασκώ ψυχολογική πίεση σε κάποιον, για να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: Δεν θα καταφέρεις τίποτα με το να τον ~εις να διαβάσει. ΣΥΝ. αναγκάζω, εξαναγκάζω, πιέζω (2) 2. κακομεταχειρίζομαι κάτι ή του ασκώ πολύ μεγάλη δύναμη, με αποτέλεσμα να φτάνει στο έσχατο όριο της αντοχής ή των αποδόσεών του: Μη ~εις πολύ τον κινητήρα, γιατί θα μπουκώσει η μηχανή. ~σε τόσο πολύ το κλειδί, που στο τέλος έσπασε μέσα στην κλειδαριά. 3. προκαλώ δυσκολίες σε κάποιον, τον ταλαιπωρώ: Τα οικονομικά προβλήματα και η ανεργία ~ουν τους νέους. Πβ. του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο. 4. φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση: Τον ~σε με τις ερωτήσεις του. ΣΥΝ. στριμώχνω (2) ● Παθ.: ζορίζομαι 1. πιέζομαι ψυχολογικά: Δεν χρειάζεται να ~εσαι, τελείωσε τη δουλειά όποτε θες. Αυτή την περίοδο είναι πολύ ~σμένος. ΣΥΝ. έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια (1) 2. καταβάλλω σημαντικές προσπάθειες: Πέρασε στις εξετάσεις, χωρίς να ~στεί ιδιαίτερα. 3. έχω, οικονομικές κυρ., δυσκολίες: Η εταιρεία ~εται (= δυσκολεύεται) πολύ τελευταία να καταβάλει τους μισθούς. ● ΦΡ.: ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα: η κατάσταση γίνεται δύσκολη: Μόλις είδε ότι τα πράγματα άρχισαν να ~, έπιασε και δεύτερη δουλειά. ΣΥΝ. σκούρα/ζόρικα τα πράγματα
19526ζόρικος, η/ια, ο ζό-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ή φανερώνει δύσκολο, βίαιο και ατίθασο χαρακτήρα: ~ος: άντρας. Δεν ξέρει πώς να του φερθεί, είναι πολύ ~. Πβ. νταής, τζόρας, τσαμπουκάς.|| ~ο: ύφος. Πβ. τσαμπουκαλίδικος. 2. που θέλει να ορίζει την κατάσταση, δεν υποτάσσεται στη βούληση των άλλων: Είναι πολύ ~ στις διαπραγματεύσεις/συναλλαγές του. Πβ. ανυποχώρητος. ΣΥΝ. δύσκολος (2) 3. (εμφατ.) που παρουσιάζει δυσκολίες και απαιτεί έντονη προσπάθεια, για να έρθει σε πέρας: ~η: διαδρομή/δουλειά/κατάσταση (πβ. δυσχερής)/υπόθεση. ~ο: πρόγραμμα. Τα θέματα των εξετάσεων ήταν πολύ ~α.|| (ως ουσ.) Στα ~α ξεπερνάς τον εαυτό σου. ΣΥΝ. δύσκολος (1) ● επίρρ.: ζόρικα ● ΦΡ.: κάνει τον ζόρικο & το παίζει ζόρικος: επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά σε κάποιον με σκοπό κυρ. να τον φοβίσει και να του επιβληθεί· παριστάνει τον παλικαρά: Ξέρει να ~ ~ σ' εμένα, ενώ στην πραγματικότητα είναι δειλός., σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω
19527ζοριλίκιζο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): προκλητικά επιθετική και απειλητική συμπεριφορά· αγριάδα, νταηλίκι: Κάνει/πουλάει ~ια. Πβ. μαγκιά, τσαμπουκαλίκι. Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. zorluk]
19528ζόρισμαζό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζορίζω: Το θέμα θέλει τακτική και όχι ~. Έχει ~ατα (= ζορίζεται, έχει ζόρια, δυσκολίες). Πβ. καταναγκασμός, πρεσάρισμα, στρίμωγμα.|| (άσκηση μεγάλης πίεσης:) ~ των μυών.|| Θέλει πολύ ~ (: έντονη προσπάθεια), για να πετύχει κανείς στη ζωή του.
19529ζορμπάςζορ-μπάς ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λαϊκό) 1. άτομο που καταφεύγει σε απειλές, φοβέρες για να επιβληθεί στους άλλους. Πβ. μάγκας, νταής, παλικαράς. 2. αυτός που ζει τη ζωή του ξέγνοιαστα, έντονα και αντισυμβατικά. Βλ. μποέμ. [< τουρκ. zorba]
19530ζούγκλαζού-γκλα ουσ. (θηλ.) 1. τροπικό, βροχερό δάσος με αδιαπέραστη και πλούσια βλάστηση. Βλ. παρθένο δάσος. 2. (μτφ.) χώρος ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αναρχία, καταπάτηση των κανόνων δικαίου, βιαιότητα ή αθέμιτο ανταγωνισμό: η ~ της ασφάλτου. ● ΦΡ.: ο νόμος της ζούγκλας (αρνητ. συνυποδ.) 1. η χρήση αθέμιτων μέσων από κάποιον με σκοπό την επικράτησή του σε χώρο που υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός: Σε ευνομούμενο κράτος δεν μπορεί να επικρατεί ~ ~. 2. & το δίκαιο της ζούγκλας: το δίκαιο του ισχυρότερου. Πβ. το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. [< γαλλ. jungle]
19531ζούδιζού-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. ζωύφιο. ΣΥΝ. ζουζούνι (1), ζούμπερο (1), μαμούνι (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μικροκαμωμένο ή ασήμαντο. Πβ. ανθρωπάκι, σπόρι. 3. μικρό ζώο. Πβ. ζωάκι. [< μεσν. ζούδιον]
19532ζουζούναζου-ζού-να ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ως οικ. προσφών.): παιχνιδιάρα, χαριτωμένη κοπέλα ή ζωηρό και γλυκό κορίτσι. ● ζουζούνος & ζούζουνος (ο): συμπαθητικό και γεμάτο χάρη αγοράκι ή κατοικίδιο ζωάκι. Πβ. γλυκούλης. ● Υποκ.: ζουζουνίτσα (η)
19533ζουζούνιζου-ζού-νι ουσ. (ουδ.) {ζουζουνιού} (προφ.) 1. μικρό έντομο που πετά, παράγοντας χαρακτηριστικό βόμβο. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. ζούδι (1), ζούμπερο (1), ζωύφιο (1), μαμούνι (1) 2. (ως οικ. προσφών.) ζωηρό παιδί. ● Υποκ.: ζουζουνάκι (το) ● ΦΡ.: ζουζούνι μου (χαϊδευτ.): προσφώνηση τρυφερότητας, στοργής. Πβ. αγαπ-, γλυκ-, μωρ-ουλίνι, κουτσούνι. [ < λ. ηχομημιτ.]
19534ζουζουνιάζου-ζου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκανδαλιά ή τσαχπινιά. Πβ. ζουζούνισμα.
19535ζουζουνίζειζου-ζου-νί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζουζούνι-σε} (για έντομο): παράγει χαρακτηριστικό ήχο, καθώς πετά: Οι μέλισσες ~ουν. Πβ. βουίζει. Βλ. τιτιβίζει.
19536ζουζούνισμαζου-ζού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ζουζουνίσμ-ατα} 1. χαρακτηριστικός ήχος εντόμου που πετά: το ~ της σφήκας. Πβ. βόμβος, βούισμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζουζουνιά: αγάπες και ~ατα.
19537ζούλαζού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μυστικότητα· κυρ. στη ● ΦΡ.: στη ζούλα (προφ.): κρυφά, μυστικά: Οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει το τσιγάρο, αλλά αυτός κάπνιζε ~ ~. Βλ. στη λούφα, παράνομα. ΣΥΝ. στα κλεφτά, στα μουλωχτά [< ζουλώ· πβ. τουρκ. zula 'κρυψώνα']
19538ζουλάπιζου-λά-πι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.) 1. αγρίμι, θηρίο, συνήθ. λύκος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα· βλάκας, ηλίθιος. [< βλάχικο zulape, αλβ. zullap, διαφορετικό το μεσν. ζουλάπιν ‘ροδόσταμο’]
19539ζουλάωβλ. ζουλώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.